ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

Δευτέρα πάλι κι η πόρτα του απογεύματος
πάλι κλειστή.
Πότε να δεις τα δέντρα• ολοένα ξεμακραίνουν.
Αδειάζει η αυλή –
Το κελάηδημα στο κλουβί μία πληγή!

Δε φτάνει η Κυριακή.

Η καρέκλα πλάι στο παράθυρο. Μες στο δωμάτιο
αρχίζει και τελειώνει ο δρόμος.
Γέρνουν ξανά οι ώρες.
Η βουή πέρα απʼ τη μάντρα και οι φωνές του Σταδίου
– μια στιγμή που δακρύζουν αλλιώς τα παιδιά.

Γρήγορα που νυχτώνει η Κυριακή!
Σαν έρχεται η Δευτέρα
στενεύεις πιότερο.
Ένα γυμνό μαχαίρι η μέρα. Κι ο φόβος –
μη μιλήσεις μη διαμαρτυρηθείς
παντού σε βλέπουν.

Που να βρεις μια στιγμή
να συμφιλιώσεις τα χέρια σου;

«ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ»

Μέρες λιτές – ανήσυχες
και το πουλί φωνάζει.
Ξέστρωτο το τραπέζι.

Μακρυά από τις βιτρίνες
με άδειες τσέπες – μη βλέποντας περνούσες.
Δάγκωνες τη γροθιά. «Πόσο ακόμα;»

Μια προκήρυξη σου πήρε τη φωνή.
Διασκέψεις, συνδιασκέψεις – τα ημίμετρα.
Γράφαν οι εφημερίδες
Κι άλλες φωνές από τους τοίχους:
«Ποια λιτότητα;»

Από ψηλά κοιτούν, αυτοί που τρων.

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Νύχτα από σιωπές και στεναγμούς.

Όχι δεν είναι ο καπνός, η βεβαιότητα της στάχτης.
Ούτε τούτη η μυθολογία των ποτηριών.

Εδώ υπάρχει μια πελώρια παρεξήγηση.
Ένας βυθός από βλέμματα και επιθυμίες ανάπηρες.

Όλη τη μέρα, πόρτες ρίχνονταν πάνω μου
πρόσωπα που είχαν διαφύγει άλλες εποχές
και επέστρεφαν
όπως η τύψη.
Ενώ ο αγέρας γέμιζε εφημερίδες
και στα λεωφορεία
στοιβάζονταν αργά, η επαρχιώτικη θλίψη
με τον ήλιο του Δεκέμβρη.
Όλη μέρα παγιδευμένος σε μια πόλη
που βούλιαζε απʼ το βάρος της.
Τα γεγονότα, είπα, η θάλασσα
αυτός ο έφηβος που χειρονομεί
και τα πουλιά πάνω από τις ταράτσες, θυμωμένα.
Εξαντλημένες όλες οι απόψεις του τοπίου.

Από μακριά και από ψηλά και από το βάθος της αιτίας.

Έμενε λοιπόν το απόγευμα με τα κουνούπια.
Αυτός ο χώρος με τα στόμια.

*

(Επειδή καθένας ήθελε να κρύψει.) The Guys rip

Αλλά, καλύτερα ο αέρας που έρχεται αρμυρός
καθώς ανοιγοκλείνει την πόρτα της η Ιστορία.
Εσύ δεν ήθελες.
Σου αρκούσες η στάση της καρέκλας,
εκείνη η διαδοχή των ποτηριών.
Γινόσουν πιο θλιμμένος.
Κι έπεφταν: το αλάτι, η στάχτη, το κρασί.
«Μια λέξη, αχ μια λέξη, δυνατή και πυκνή
σαν τις πέτρες εκείνες που άντεξαν τον χρόνο».

Μακριά μες στη νύχτα μονάχα,
η λιμνοθάλασσα με τους πνιγμένους.
Κι εμείς, ανύποπτοι, σʼ έναν άλλο πνιγμό.
Άξαφνα τότε, αφήνοντας ένα αχ, ο πιο μικρός, είπε:
«Έχω τόσο μαύρο που οι λέξεις μου χάνονται.
Δεν ξέρω που να μπήξω το πιρούνι.
Η λαιμαργία ετούτη και η σιωπή,
το Μεσολόγγι ανάστροφο
πάνω απʼ την περηφάνια μου. Φοβάμαι σας λέω.»
Είπε και σηκώθηκε μόνος, μεγάλος και όμορφος
και δυνατός στη μέση.
Κι έκανε κάτι που θύμιζε Ζεϊμπέκικο ή
Ζάλογγο
ή μόνο το πρώτο γράμμα.
Με μιας όλα τα μάτια πέσανε στην πόρτα.
Η σιωπή έτριξε σαν γυαλί.

Νύχτα από σιωπές και στεναγμούς.
Καθένας γύρευε το ανάστημά του
και δεν τοʼ βρισκε.
Τότε ήταν που
άξαφνα πάλι, χαμήλωσε η οροφή και το τραπέζι
και· « Ακούς μια άλλη Κυριακή, μα είναι η Μόνη εδώ.
Αύριο θαʼ ναι αργά στο Μεσολόγγι. Καληνύχτα.»
Είπε και βρόντηξε πίσω του τη νύχτα.
Και ο βρόντος γέμισε, ό,τι ως εκείνη τη στιγμή
έμενε άδειο.

«Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο -»

ΤΟ ΒΡΑΔΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ

Μέσα στην κάφτρα και τον καπνό που φωνάζει
είναι όλα τα τρένα των οχτώ.
Όλες οι απωθημένες σου σιωπές.
Είναι το βράδυ αυτό
που στέκει
αμέτοχο δήθεν στο θάνατο.

Είναι τα δυο κιτρινισμένα δάχτυλά σου
η στιγμή πριν και η στιγμή μετά τη στάχτη.

ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΦΙΛΟ

Στον Κώστα

Ι.
Κίτρινες μέρες. Φύλλα
στην έρημη άσφαλτο που τα’ φεραν οι βοριάδες.

Ώρα οχτώ στην οδό Αχαρνών
και στις γύρω πλατείες.
Μπαίνει Φθινόπωρο και ακούγονται
επίμονα χτυπήματα στην πόρτα.
Ποιος να’ ναι τέτοιαν εποχή;
Οι φίλοι μου λείπουν στα ξένα και
οι αγάπες μου σκόρπισαν νωρίς.
Χρόνια τώρα μονάχος, ακούω
το βράδυ που έρχεται συνέχεια από το παρελθόν.
Ν’ ανοίξω;
Κι αν δεν είναι κανείς;
(Συχνά στη ζωή μας πολλά έρχονται λάθος
επειδή πολύ τα ζητήσαμε.)

Να μην ανοίξω;
Στα δάχτυλα μου τρέμει το τσιγάρο
και η παλιά φωτογρταφία.
Μόλις που ξεχωρίζουμε
εσύ με τους χάρτες κι εγώ με τα βότσαλα.
Ανάμεσά μας το ηφαίστειο
και οι γλάροι.
Πότε ήταν;
Θυμάμαι μονάχα τα λιμάνια
το σφύριγμα των πλοίων και
εκείνα τα φοβερά μαντήλια του αποχωρισμού.
Πάντα η ώρα οχτώ.

ΙΙ.

Έφυγες μια Κυριακή βροχερή του Σεπτέμβρη.
Άφησες κάτι κλειδιά σκουριασμένα
τα ποιήματά σου και μιαν υπόσχεση• “θα γυρίσω”.

Νερά παντού και η Δευτέρα κλειστή.
Που να πήγαινα;
Έμενα με τις λέξεις σφηνωμένες στον ουρανίσκο.
Ακούγοντας τις σκοτεινές ειδήσεις
ή τη Σονάτα του Σεληνόφωτος.
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
Δε θέλω να θυμάμαι, λέω, κι όμως…
Μέσα σε στάχτες και σκισμένα χειρόγραφα
αναπολώ τις νυχτερινές μας περιπόλους.
Στήνω τους τύμβους των μικρών στιγμών μας.
Μόνος και μόνος.
Τι έφταιξε λοιπον και σου γράφω
από την άλλη πλευρά της ημέρας;
Πώς γίνεται το ρολόι να δείχνει πάντοτε
την ίδια αμβλεία πραγματικότητα!

Είναι μεσάνυχτα φίλε εδώ.
Και η Σελήνη παίζει το αρχαίο δράμα της στην ταράτσα.

ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΡΙΟ

Τα περασμένα “περασμένα” λες
Αλλά είναι και η θάλασσα
πώς να την αποτρέψεις
Είναι το Αντίρριο
η αντικρινή σιωπή μας
πριν από τα Βουνά.

Είχαν όλα ένα χρώμα μεταμέλειας το πρωί
Έκοβαν τον Ιούλιο
σε τρίγωνα και κύκλους
Κάτι παλιά ναυλωμένα φορτηγά
έπαιρναν την ψυχή σου
-διασχίζοντας Κορινθιακό και δισταγμούς-
την ξεφορτώνανε
σε άγνωστα λιμάνια.

Είχες χτικιάσει πια εκεί
Ανάμεσα σε δυο στεριές
και πέντε θάλασσες – έλεγες:
“Καλύτερα το απρόοπτο, μια νέα εκδοχή…”

Τα περασμένα δεν περνούν ποτέ
γίνονται άπειρα πολύχρωμα πετράδια
Μʼ αυτά πετροβολούνε τα παιδιά
το λιόγερμα
που φτάνει θριαμβικά.

Τι μέρα Κύριε κι αυτή, εδώ στο Ρίο.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ

Το γέλιο σου η χαμένη άνοιξη
ο φουσκωμένος Άναυρος
ανάμεσα στις Μηλιές και την Κηπούπολη.
Κάθε πρωί ρωτώ τις μολόχες
τους Κενταύρους που έρχονται
από τις Δυτικές συνοικίες- «θα ʼρθεί;»
Ενώ οι ρίζες φέρνουν σαν φίδια
την απουσία σου
τον θόρυβο που κάνεις μες στο χώμα
καθώς ολοένα ξεμακραίνεις.

Δεν θα ʼρθεις το ξέρω.
Σταματημένο στο χτες και το τρενάκι
κάτω από τα πλατάνια. Σφυρίζει.

Το μεσημέρι Γιώργο
έχει πολλές εκδοχές στην Αιόλου.
Στάχτες, πεσμένα γεφύρια
δικόγραφα που ποτέ δεν θα επιδοθούν.
Μια μισοτελειωμένη ζωγραφιά σου, σε καλεί.
Ας γύριζες τουλάχιστον γιʼ αυτήν και
για τις δυο σου κόρες. Αλλά
ούτε και στο τηλέφωνο πλέον δεν απαντάς.
Και όμως ακούω που βήχεις, που λογαριάζεις που…

(Παιχνίδια που μας παίζει κάποτε ο καιρός
στο σκοτεινό διάδρομο, όταν βρέχει).

Ήρθες μονάχος.
Θα φτιάξεις τον κήπο σου.
Μόνος θα φύγεις.

Ε!κοριτσάκι
η νύχτα, μην το ξεχνάς,
φίλους δεν έχει.

Η Πανσέληνος;
Στο ποτήρι μου λιώνει.
Σαν ασπιρίνη.

Πάνω στα φύλλα
ο ήλιος μας άφησε
τα χαϊκού του.

Σπασμένο κλαδί
αλλά η άνοιξη, δες!
Το κυρίεψε!

Στον Καρυωτάκη
Κι όμως Κώστα μου,
στην Πρέβεζα βραδιάζει
εξ αιτίας σου!

Άκεφος κύκνος.
Η λιμνούλα θλιμμένη.
Θα χειμωνιάσει.

Οι παπαρούνες
τι άκουσαν άραγε
και κοκκίνησαν?

Αχ!χορταράκι.
Το μπόι σου κάποτε
θα με περάσει.

Εργοβιογραφικό

Ο Χρήστος Τουμανίδης γεννήθηκε το Μάιο του Ι952, στη Λιθαριά της Πέλλας. Μετά το διάστημα 1962-1965 που έζησε στη Νάουσα Ημαθίας, εγκαταστάθηκε στην Αθηνά (1965), όπου ζει και εργάζεται. Ασκεί το δύσκολο και ιδιόμορφο επάγγελμα του Δικαστικού Επιμελητή. Στο μαγικό χώρο της ποίησης μπήκε, δειλά-δειλά, από τα δεκαοχτώ του χρόνια. Σταθμός στη ζωή και την περαιτέρω πορεία του στην ποίηση υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο (1974), κοντά στον οποίο μαθήτευσε στα βαθύτερα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας.
Στα γράμματα εμφανίζεται επίσημα το 1978, με την συλλογή του Αστάθμητα. Ανήκει στη λεγόμενη «Γενιά του ʽ70».

Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τα παρακάτω έργα:

1. Αστάθμητα, Αθήνα, 1978
2. Απόπειρες, Διογένης, 1981
3. Η ώρα του λιμανιού, Πλέθρον, 1987
4. Αντίστιξη των άστρων, Μανδραγόρας, 1997
5. Κεριά θυέλλης, Γαβριηλίδης, 2005

***
6. Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού, Δελφοί, 1996

7. Λύρα του Πόντου, Ανθολογία (ποιητές ποντιακής καταγωγής), Κώδικας, 2003
***
8. Ποιητικά τετράδια, επιλογή στα Ρωσικά, Μανδραγόρας, 1998 ( μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφσκαγια)
9. Stundernas Mytologi, Provoles, 199 (επιλογή μετάφραση στα σουηδικά. Μετάφραση: Κώστας Κουκούλης)
10. Αntologjia e Haikut grek (Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού, στα αλβανικά), Egnatia, 2005, Elbasan

11. Στα αλβανικά επίσης, μεταφράστηκε και εκδόθηκε η συλλογή του Κεριά θυέλλης, Dunie Qirijsh, Meaur, 2006, Tirane

Ποιηματά του, ακόμη, (εκτός από τα ρωσικά, σουηδικά, αλβανικά) μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ισπανικά και τα εσθονικά.