Στον Δημήτρη Σολδάτο
για την επίδραση που μου πιστώνει
Η σκόνη που έχω σήμερα στον αυχένα είναι από τη στέκα του Καρούζου. Οι κρούσεις που έχουν πραγματοποιηθεί επί των τοιχωμάτων μιας του ρήσης –ρήση το τραπέζι του μπιλιάρδου, μπίλια, εννοείται, το κεφάλι μου- είναι περισσότερες από τις σκέψεις που μπορώ να καταγράψω. Ας διασώσω κάποιες, αφού αναφέρω τη ρήση:
Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.(1)
Σκέφτομαι έτσι, για αρχή, ότι τόσο ο ποιητής όσο και ο ποιηματογράφος συνθέτουν ποιήματα. Γνωρίζω, άραγες, κάποιον ορισμό του ποιήματος; Όχι ο αγράμματος, ο ενδεής κι απαίδευτος, ορισμό του ποιήματος δε γνωρίζω. Καθότι αυτάρεσκος, δεν παραιτούμαι: επιθυμώ να σκαρώσω έναν. Ποίημα, λοιπόν, είναι κάθε λεκτική σύνθεση που, όταν ολοκληρωθεί, ο συνθέτης της ομολογεί στον εαυτό του πως αυτό που συνέθεσε είναι ποίημα (ή, έστω, διερωτάται). Έχω την αίσθηση πως αν ο συνθέτης λέξεων διακατέχεται από μια γνήσια, ανυπόκριτη βεβαιότητα πως η σύνθεσή του δε συνιστά ποίημα, δεν πρόκειται ποτέ να τη φανερώσει στην ανθρωπότητα ως ποιητική σύνθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σύνθεση με την οποία ουδέποτε θα ασχοληθούν άνθρωποι, επομένως ουδέποτε θα σχηματιστεί άποψη για την ποιητική της αξία, πέραν αυτής του συντάκτη της και του Θεού της ποίησης.
Όρισα, λοιπόν, το ποίημα στο επίπεδο των προθέσεων του συντάκτη. Τοιουτοτρόπως συμπεριέλαβα στα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης όλα τα ποιήματα που συνετέθησαν υπό τη σκέπη του «τώρα συνθέτω ποίημα» ή «ίσως είναι ποίημα αυτό που τώρα συνθέτω». Σύμφωνα με τη ρήση του Καρούζου, άλλα από αυτά τα ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών και άλλα ποιήματα ποιηματογράφων. Όλα τους, δε, διαθέτουν τον ιστό που απέκτησαν κατά την αυλάκωση του ορισμού μου: τα συνέχει η (ασθενική, έστω) πεποίθηση του συνθέτη τους, η απαραίτητη για να παρουσιασθούν στην ανθρωπότητα ως ποιήματα.
Ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα. Πώς ξέρουμε ποια ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών (για να τα στολίσουμε με δαφνόφυλλα και να τʼ αγαπάμε ως δια χειρός των όλα κατεχόντων) και ποια ποιήματα ποιηματογράφων (για να τα πτύουμε απαξιωτικώς και να τα μισούμε ως δια χειρός των τίποτα κατεχόντων);
Ούτε ξέρω τρόπο ούτε μπορώ να σκαρώσω. Σχεδίασα έναν ορισμό για το ποίημα προσπαθώντας να διατηρήσω την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων. Αποδέχτηκα ότι όλα τα ποιήματα είναι ποιήματα, στη βάση του ότι συνετέθησαν ως τέτοια, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι ότι όλα τα τραγούδια είναι τραγούδια επειδή συντίθενται ως τραγούδια (και όχι ως συνηχήσεις απώθησης σκύλων, μυοκτονίας ή απεντόμωσης). Από εκεί και πέρα, αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιητές από ποιηματογράφους.
Μέσα στην απελπισία του αδιεξόδου, προκύπτει το εξής ερώτημα: είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ας αναρωτηθώ κατάτι ευστοχότερα. Τι λόγους έχω να αποδέχομαι το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ένας λόγος ενδεχομένως είναι το πρόσωπο που πραγματοποίησε το διαχωρισμό: ο Νίκος Καρούζος. Από μόνο του το γεγονός αυτό φρονώ ότι για σημαντική μερίδα ανθρώπων συνιστά απόδειξη, αποτελεί απολύτως αντισεισμικό οίκο αυθεντίας. Σε εμένα δεν επαρκεί. Άλλος λόγος θα μπορούσε να είναι η συμπεριφορά της ιστορίας απέναντι στα ποιήματα: άλλα τα απαθανατίζει και άλλα τα απαλείφει, περιορίζει την ύπαρξή τους στο ότι, απλώς, κάποτε συνετέθησαν. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μεν εγράφησαν από ποιητές και τα δε από ποιηματογράφους. Σουρωτήρι και ο λόγος αυτός. Μπάζει από παντού: α) Δεν είναι ενιαία η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντι στα ποιήματα που απαθανατίζει η ιστορία, β) Οι μηχανισμοί απαθανατισμού δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την έκφραση της λαϊκής αποδοχής, την ισότιμη προβολή όλων των ποιημάτων ή την εφαρμογή κάποιων κοινώς αποδεκτών συνιστωσών αισθητικής, γ) Η ιστορία δεν έχει γραφτεί για τα ποιήματα που συντίθενται σήμερα, επομένως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα ως προς το αν θα τους αποδοθεί κύρος ποιητή ή απαξίωση ποιηματογράφου, δ) Από πουθενά δεν προκύπτει κάποιο «κοσμικό», «μεταφυσικό» αλάθητο της ιστορίας. Ένας τρίτος λόγος θα μπορούσε να είναι η αποδοχή μιας υπεριπτάμενης ποιητικής ιδέας ή προτύπου, προφήτες της οποίας είναι μόνον οι ποιητές και όχι οι ποιηματογράφοι, έστω κι αν αδυνατούμε ημείς οι θνητοί να διατυπώσουμε το σύνολο των κανόνων που γρήγορα, άμεσα και αδιαμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν, απομονώνοντας σαφώς τις δύο ομάδες. Είναι, πράγματι, πειρασμός, φύσει εκπορευόμενος ίσως, να πνευματοποιεί κανείς το σωματικό του ρίγος, να παράγει μια μεταφυσική υπόσταση τοποθετημένη εκτός χωροχρόνου, χαρακτηριζόμενη από πλασματική τελειότητα και αφθαρσία. Κάπως, έτσι, άλλωστε, φθάνουμε και στο filioque της Ποίησης: το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό; Στα θεολογικά συγκλονιζόμαστε αιώνες τώρα δίχως να αμφιβάλλουμε για το πρόσωπο του Υιού. Στα ποιητικά, μαίνονται τα χειρότερα: ούτε καν ξέρουμε τον Υιό. Διεκδικούν ποιητές και ποιηματογράφοι.
Δε βρίσκω να μου προσφέρει τίποτα ο διαχωρισμός ποιητών και ποιηματογράφων. Τον εγκαταλείπω στο αίνιγμά του. Προσπαθώ να βυθιστώ σε ύπνο ηδύ και δια τούτο ενθυμούμαι τον Μάρκο Αυρήλιο: Σήμερα ξέφυγα από καθετί βασανιστικό ή μάλλον έδιωξα καθετί βασανιστικό˙ γιατί δεν ήταν έξω αλλά μέσα μου, στη φαντασία μου .(2) Στρατιές ποιητών, αναγνωστών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ερίζουν γύρω από εκφράσεις όπως «τούτο είναι ποίημα, κείνο δεν είναι ποίημα», «κείνος είναι ποιητής, τούτος δεν είναι ποιητής», υπό τας επιταγάς μιας αποπροσανατολισμένης αίσθησης του υπηρετείν την υπεριπτάμενη Ποίηση. Λες και η συγγραφή ποιήματος ταυτίζεται με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος: χρειάζεται άδεια (εκ Θεού, κράτους ή θεοκρατούμενου κράτους;) και ο παραβάτης φυλακίζεται ως απειλών τη δημόσια υγεία.
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν ορίζαμε γενναιόδωρα πως ποίημα είναι ό,τι γράφεται με την αυτή πρόθεση, αποφορτίζοντας τη λέξη από το μεταφυσικό κίνδυνο της βλασφημίας, ταυτίζοντας τους ποιηματογράφους με τους ποιητές και, εν τέλει, συμφωνώντας σε έναν εφαρμόσιμο, κυριολεκτικό ορισμό;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν αποφλοιώναμε την ποιητική πράξη από την ανάγκη προσδιορισμού φυλετικής ανωτερότητας κάποιων στιχοπλόκων έναντι κάποιων άλλων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν στοχεύαμε σε ένα ευρύ, πεπαιδευμένο περί τα ποιητικά κοινό, το οποίο θα επιλέγει μόνο του τα ποιήματά του, δίχως την προληπτική διαλογή των «επαϊόντων», τουτʼ έστιν ακαδημαϊκών, περιοδικαρχών και άλλων ηγεμόνων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν μετουσιώναμε το σεβασμό απέναντι στην ποιητική τέχνη σε σεβασμό απέναντι σε όλους εκείνους που την υπηρετούν και όχι σε εκείνους που καταλαμβάνουν το θώκο μιας-συχνότατα αμφίβολης ποιοτικά-αναγνώρισης, αναγνωρισιμότητος και δημοφιλίας;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;
Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;
Στην αγκαλιά, πια, του Μορφέα, δε διερωτώμαι διόλου.
1. Καρούζος Νίκος, 1998: 115. Πεζά Κείμενα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
2. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου











Πρώτη φορά βλέπω να δίνονται απαντήσεις στα πλέον επαναλαμβανόμενα περί ποίησης και λογοτεχνίας ερωτήματα. Απαντήσεις που μάχονται τις δογματικές και αυτάρεσκες τάσεις,που ενίοτε παρουσιάζει η κριτική της λογοτεχνίας διεκδικώντας το αλάθητο ορισμών και προσδιορισμών του ποιητικού.
Ευρηματικός και διαυγής στη σκέψη του ο Δημήτρης εναγκαλίζεται την ποιητική δραστηριότητα με τον τρόπο που της αξίζει – με τον απροκατάληπτο σεβασμό στον ίδιο το δημιουργό….
Δημήτρη – για άλλη μια φορά – υποκλίνομαι…
Συμφωνώ με την οπτική του κ. Μουζάκη γιατί δεν βγάζει εύκολα συμπεράσματα και προσπαθεί να διατηρήσει την πολλάπλότητα της απάντησης. Συμφωνώ και με την επιχειρηματολογία του, αν και δέχομαι οτι υπάρχει μια αναγκαιότητα και μια χρησιμότητα της κριτικής της λογοτεχνίας. Γενικότερα της κριτικής της όποιας τέχνης που σκοπός της είναι να ερμηνεύσει, να προβλέψει και να τοποθετήσει το καλλιτεχνικό έργο (αν αξίζει), μέσα στο ρου της Ιστορίας και του Χρόνου, τον οποίο θεωρώ και τον ύστατο κριτή για όλους μας.
Πολύ πετυχημένη αυτή η διατύπωση/ερώτηση, δε θα είχα τίποτα να προσθέσω…
“Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;”
Καλή σας μέρα.
Χαιρετίζω τον φίλο Δημήτρη Μουζάκη και το εννοώ. Δεν βλέπουμε συχνά τέτοιες εκφραστικές απόπειρες και αυτό τον τιμά ιδιαίτερα.
Μάλλον όμως θα διαφωνήσω εδώ κι εκεί με το ωραίο του κείμενο. Εδώ κι εκεί εννοώντας εκεί που νομίζω ότι διαφωνώ πράγματι και έχει σημασία να τοποθετηθώ ανοιχτά – για να ξέρουμε τι λέμε.
Νιώθωντας πως περισσεύουν κάπως τα παρακάτω ένεκα της ύπαρξης του δοκιμίου μου “Η ποίηση και η κατάσταση” αλλά εδώ κάνουμε διάλογο:
1)Θεωρώ πως το ποίημα δεν αφορά στο επίπεδο των προθέσεων μα, αποκλειστικά, στο επίπεδο των ευθυνών – κατά κύριο λόγο απέναντι στο Εγώ.
2)Σχετικά με την ιστορία: θα πω ότι υφίσταται μια de facto κατάσταση: η ιστορία είναι πρωτίστως η ιστορία των λαθών της ανθρωπότητας.
Η ανθρωπότητα εξάλλου είναι εκείνη που «πρώτη» απʼ όλους αθετεί μονίμως την ποίηση και αναζητεί ψιλά ρέστα στα άδεια της συρτάρια.
Εάν λοιπόν η ανθρωπότητα, και ειδικά όποιος βρίσκεται στις «εξελιγμένες», «προωθημένες» παρυφές της, κατείχε το Ποίημα, δεν θα αναρωτιόταν γιʼ αυτό.
3)Όλη αυτή η mere speculation περί ποιήσεως που προέρχεται από γνωστούς πατριδοκάπηλους αποκτά νόημα και έχει χρησιμότητα μόνον στα πεδία των προθέσεων. Ποτέ στα πεδία των ευθυνών.
4)Ανωτερότητα δε, των ποιητών έναντι οποιουδήποτε, βεβαίως και δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως κάτι άλλο, ακόμη σημαντικότερο: η Διαφορά, δηλαδή η γνώση της Ενότητας. Η δυνατότητα μίας ελάχιστης έστω, παραγωγής κοινωνίας με την ζωή με τα πράγματα. Εκεί μέσα βρίσκεται το ποίημα.
5)Και κάτι ακόμα, πού μπορεί τελικώς να εδράζονται όλοι ετούτοι οι κάματοι και οι μεγάλες ορέξεις; Και ποιος ανέχεται τους ποιητικούς νόμους υπεράνω όλων των υπολοίπων νόμων για να τολμά να λέγεται ποιητής; Δηλαδή να τολμά να γράφει το Ποίημα;
6)Το λύσιμο της ποίησης αφορά μονάχα όσους έχουν δεθεί κόμπο – ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο χρωστά κανείς σε μία τράπεζα.
7)Τώρα έχει γούστο να συμφωνήσει κανείς με όλα αυτά…..
Φίλε Μίχο: ναι, αλλά όλα αυτά δεν αφορούν την ποίηση. Αφορούν τους ιεροεξεταστές και τους ιεροεξεταζόμενους.
Αλλά, έτσι για να ζοριστούμε (όλοι μας) σαν φίλοι:
εγώ δεν θα είχα κανένα πρόβλημα, ας πούμε, εάν ο Μπέρρυμαν καθόριζε τι θα διαβάσει το παιδί μου….
Αλλά να δασκαλίζουν εκείνοι που λαθαίνουν καθημερινά, είτε είναι κριτικοί ή φιλόλογοι ή ότι άλλο….
Υ.Γ.
Γιατί δεν συμμετέχουν σ’ αυτόν τον διάλογο τόσοι και τόσοι που αφήνουν τα σχόλιά τους στο Ποιείν; Κάποιοι από μας μπορούμε να τα συζητάμε μεταξύ μας και στο καφενείο – εδώ μέσα τι γίνεται….
Ένα ακόμη κείμενο του Μουζάκη που απαιτεί σκέψη-ίσως γι’ αυτό και δύσκολο στο σχολιασμό του κύριε Λειβαδά.
Εκτιμώ πολύ ,και στο έχω ξαναγράψει, το ότι διατυπώνεις ξεκάθαρες απόψεις χωρίς να θολώνεις τα νερά… 🙂
Και τώρα επί της ουσίας:
Οι απόψεις σου Δημήτρη,αγγίζουν ζητήματα γνωσιοθεωρίας-είναι μάλλον φιλοσοφικής προέλευσης δηλαδή,αφού σχετίζονται με το γνώσιμο μιας ανθρώπινης δραστηριότητας όπως είναι η ποίηση,με τη δυνατότητα ορισμού της κτλ.
Κι αναρωτιέμαι μαζί με σένα αν είναι εφικτή ή και απαραίτητη η διάκριση ανάμεσα σε ποιήματα ποιητών και ποιήματα ποιηματογράφων…
(Πάντως έτσι όπως διατυπώνεται, σκέφτηκες μήπως έχει να κάνει με τη διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους που είναι ποιητές κι όταν δε γράφουν και σ’ εκείνουν που μετατρέπονται σε ποιητές μόνο όταν γράφουν;…)
Η ιδέα ότι το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) μπορεί να εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό,διεκδικεί σίγουρα μια ποιητικότητα στη σύλληψή της,μα είναι πολύ παλιά ,πλατωνικά ιδεαλιστική (δες “κόσμος των ιδεών”)
και αναποτελεσματική κατά την άποψή μου για την επιστημονική διερεύνηση τέτοιων ερωτημάτων.
Το ποίημα δεν υπάρχει πουθενά, πριν συλληφθεί απ’ το μυαλό του ποιητή-όπως ακριβώς κι ένα παιδί δεν υπάρχει πουθενά πριν από τη στιγμή της σύλληψής του…
Η ταυτότητα του ποιήματος αποκτάται, λες, απ’ τη στιγμή που ως τέτοιο το συστήνει ο δημιουργός του.Βρίσκω πολύ έντονο υποκειμενισμό σ’ αυτήν την άποψη,του τύπου “έτσι είναι επειδη έτσι νομίζω” και μοιάζει να εφευρίσκεται ενώπιον της δυσκολίας ανεύρεσης ενός πιο σταθερού κριτηρίου.
Δεν έχω σκοπό να αντιπροτείνω κάτι ,όμως ήθελα να εκφράσω το σκεπτικισμό μου για την εγκυρότητα μιας τέτοιας θέσης.
Περιμένω κι εγώ,όπως κι ο κ.Λειβαδάς,με ενδιαφέρον τη διατύπωση κι άλλων απόψεων.
Την καλησπέρα μου σε όλους.
Δημήτρη,είπες:
«Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;»
Θυμήθηκα ένα απόσπασμα απ’ τον αγαπημένο μας ποιητή,-το αντιγράφω:
«…μοναδικό μας κριτήριο απέναντι σε κάθε δημιούργημα έφτασε να ‘ναι η «συγκίνηση» και μόνον.Είναι όμως έτσι;Αυτό είναι το σωστό;
Προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ να δοκίμασα συγκίνηση απέναντι στον Παρθενώνα ή την Ιλιάδα,στις ψηφιφογραφίες της Ραβέννας ή τον Σολωμό. Δόνηση,ναι.Δέος,ναι-αν όχι και απορία:πώς γίνεται,πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος τόσο από τη φύση του υ π ό ,να φτάσει σ’ ένα τέτοιο υ π έ ρ.Να ευθειάσει ή να καμπυλώσει τις γραμμές στο μάρμαρο,στη γλώσσα,στους ήχους,με τόση ακρίβεια που να υπακούουν και να μας παραδίδονται τα στοιχεία του κόσμου όπως θα θέλαμε να είναι,όπως τα ζητά η ψυχή μας, και όπως όλες οι πιθανότητες δείχνουν ότι θα μπορούσαν να είναι. Αλλά το ίδιο,υπό τον όρο της υψηλής ποιότητας,παρατηρούμε και σε πιο μικρή κλίμακα:στ’ αρχαϊκά ειδώλια και τον Αρχίλοχο,στις λαϊκές Βαϊφόρους και τον Θεόφιλο,στην Παραπορτιανή και το Ρόδον το Αμάραντον.
Πνεύμα που για να το εισδεχθείς πρέπει να κάνεις άλμα πάνω από τη συγκίνηση.Και να ‘χεις την ψυχή σου στα δάχτυλα,στα μάτια,στα ρουθούνια,στα χείλη.Από κει μιλάει ο κόσμος.Από κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό….»
Οδυσσέας Ελύτης,Ιδιωτική Οδός,σελ.33
Αγαπητέ Μίχο: θα επιμείνω: δεν υπάρχει Ποίηση που να διαστρεβλώνεται οπουδήποτε. Τα πεδία των κριτικών, ή άλλων, υστερήσεων, δεν διατηρούν επαφή με εκείνα της Ποίησης.
Μην αρχίσουμε πάλι να αναφέρουμε ονόματα και πάθουν ορισμένοι συγκοπή. Είναι απόλυτο κρίμα, δεν λέω, αυτό που περιγράφεις – και πράγματι συμβαίνει, αλλά συντελεί και συντελείται εκεί που το πλοίο έχει προσαράξει.
Για τον φίλο Κυριάζ έχω να πω το εξής, -πέραν του ότι έκανε μια ολική τοποθέτηση- : Προτείνω να διασαυλευτεί κάπως η (δήθεν-ελληνική)ομφαλοσκόπιση, η ακμάζουσα ραστώνη της επιφανείας του γραφείου διότι τα τεκμήρια ετούτης της κουβέντας είναι πολύ βαριά για έναν μέτριο όπως ήταν ο Ελύτης.
Και κάτι άλλο, παρότι μπορεί να φανεί πως βγαίνουμε από τα θέματα της συζήτησης –
Κάνω την εξής παράκληση προς αποφυγή (κακής) παρεξήγησης: είτε θα μιλάτε σαν χριστιανοί, είτε σαν πλατωνιστές, είτε σαν κάτι άλλο που θα αποφασίσετε οι ίδιοι. Διαφορετικά ανταλλαγή (με ευθύνη) δεν πρόκειται να γίνει…
Κύριε Λειβαδά,
η εκτίμησή μου στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη είναι τόσο μεγάλη που καθίσταται εύλογη κι ευλογημένη η αντίθεση των απόψεων που εκφράζουμε…
Κοινώς:χαίρομαι που διαφωνούμε.:)
Ευχαριστώ όσους είχαν την καλοσύνη να διαβάσουν και να σχολιάσουν το κείμενο.
Αντιγράφω τα λόγια του Γιάννη Λειβαδά:
“Κάνω την εξής παράκληση προς αποφυγή (κακής) παρεξήγησης: είτε θα μιλάτε σαν χριστιανοί, είτε σαν πλατωνιστές, είτε σαν κάτι άλλο που θα αποφασίσετε οι ίδιοι. Διαφορετικά ανταλλαγή (με ευθύνη) δεν πρόκειται να γίνει”
Τέλος, αντιγράφω απόσπασμα από το “The God Delusion” του Richard Dawkins.
THE ARGUMENT FROM BEAUTY
Another character in the Aldous Huxley novel just mentioned proved the existence of God by playing Beethoven’s string quartet no. 15 in A minor (“heiliger Dankgesang”) on a gramophone. Unconvincing as it sounds, it does represent a popular strand of argument. I have given up counting the number of times I receive the more or less truculent challenge: “How do you account for Shakespeare, then?” (Substitute Schubert, Michelangelo, etc. to taste). The argument will be so familiar, I needn’t document it further. But the logic behind it is never spelled out, and the more you think about it the more vacuous you realize it to be. Obviously Beethoven’s late quartets are sublime. So are Shakespear’s sonnets. They are sublime if God is there and they are sublime if he isn’t. They do not prove the existence of God; they prove the existence of Beethoven and of Shakespeare. A great conductor is credited with saying: “Ιf you have Mozart to listen to, why would you need God?”
Αυτόν τον Great Conductor, τον ακούω να αρκείται στη συγκίνηση της θέασης της Ακροπόλεως. Δεν του χρειάζεται άλμα πέρα από τη συγκίνηση (που είναι ΚΑΛΛΙΣΤΑ δέος, ανατριχίλα, ταχυπαλμία, φυσιολογία ιλίγγου ή ό,τι άλλο) στο χωράφι της μη-εμπειρίας του μεταφυσικού ρίγους. Αναγνωρίζω, βέβαια, ότι το άλμα αυτό διεκδικεί μια ποιητικότητα στη σύλληψη και ευχαριστώ τον Kyriaz που το έφερε εδώ δια στόματος Ιερού Ελύτη, αν και θα προτιμούσα να διαβάσω τη διαφωνία του χωρίς παραπομπές.
Εγώ τουλάχιστον δε βρίσκω ότι αυτές οι απόψεις του Ελύτη απηχούν πλατωνικό ιδεαλισμό -αν αυτό εννοείτε.
Να είστε όλοι καλά.
Ο καθένας έχει ας πούμε τον ποιητή του, εντάξει, κανένα πρόβλημα, έτσι είναι αυτά τα πράγματα – μόνο που εννούσα τα δικά σας λεγόμενα, δεν αναφέρθηκα στην παραπομπή, την οποία όπως αντιλαμβάνεστε την θεωρώ λειψή, λειψότατη. Speculation που έλεγα πιο πάνω. Και συμπληρώνω κάτι, ας μην απομακρυνθούμε τόσο από τον πυρήνα που έπεσε ο Δημήτρης Μουζάκης – μπορεί να γίνει ιδιαιτέρως ζόρικη η συζήτηση.
Όσο για τις απηχήσεις του Ελύτη, δεν είναι παρά μόνο απηχήσεις. Όσοι υπογράφουν με το όνομά τους σαν ποιητές να καταδείξουν τους ορισμούς που πιστεύουν πως εξυπηρετούν, βάσει των λεγομένων τους.
Αν η Ελλάδα ήταν μία παλαιωμένη καρτ ποστάλ, ένα σουβλάκι και ένα δάκρυ στις κυκλάδες θα ήμουν φανατικός του Ελύτη. You know what i mean. Να’ ναι καλά ο Ελυάρ, ο Ρεβερντύ, ο Κλισαντόρ και όλα τα καλά παιδιά.
Διόρθωση: όπου “έπεσε” διαβάζετε “έθεσε”.
Εντάξει Γιώργο, αλίμονο. Είναι όμως ευκαιρία να μιληθούν κάποια πράγματα, έτσι δεν είναι;
Δεν βλέπω πάντως συμμετοχή.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν εμφανίζονται καν προκλήσεις;
Ούτε καν ένα “άντε γ……..τε”.
Αρχίζω να βαριέμαι….
Δεν ξέρω αν ο Καρούζος μιλώντας για ποιητές/ ποιηματογράφους δεν αναφερόταν στα ίδια τα ποιήματα κι οχι σε ανθρωπολογικά ή φιλολογικά πρότυπα. Αλλωστε, αυτά δεν κρίνουν εντέλει προθέσεις και ευθύνες;
Του φευγάτου-απο-τα-ιεροδικία η μανα δεν έκλαψε ποτε. Και νομίζω πως τα ίδια τα ποιήματα οδηγούν στα ποιήματα, χωρίς τις όποιες καθοδηγήσεις-διακινήσεις.
Κε Λειβαδά, η Ελλάδα εκεί ήταν και είναι, ο λόγος και το βλέμμα των ποιητών εκλείπει να συλλαμβάνουν την ιερή διάσταση της πραγματικότητας, όχι το αντίστροφο.
Υ.Γ. Γνωσιολογικόν. Αν η Ποίηση δεν είναι συστατική κι όχι διαπιστωτική των πραγματών, σε τί θα διέφερε απ’ την απλή λειτουργία του Συμβολικού;…..
Επί διερώτησης Καρούζου: περί ευθύνης, εφόσον το θέσατε ξανά, ομιλεί το έργο του ιδίου του ποιητή που είναι κυριολεκτικά το αντίθετο της θέσεως του Ελύτη.
Ο τύπος που αναφέρατε δεν υπάρχει περίπτωση να έχει μανούλα για να τον κλάψει, την έχει κλάψει από νωρίς ο ίδιος…. αν γίνομαι αντιληπτός.(φόνος).
Θα ήθελα, εντός ή εκτός χάρτου, όπου εσείς θέλετε, να μου δείξετε τον πάγιον αυτής της χώρας. Ο λόγος μου, επίσης, περί πατρίδος, δεν αφορούσε κανέναν ποιητή γιατί ο ποιητής δεν έχει χώρα, για τους μη-ποιητές μιλούσα.
Ξαναδιατυπώστε αν έχετε την καλοσύνη, το υστερόγραφό σας, ώστε να σας απαντήσω, δεν
αντιλαμβάνομαι ακριβώς….;
Kύριε Χαχή,
Νομίζω ότι ο διαχωρισμός ποιητών/ποιηματογράφων πραγματοποιείται στη βάση της προέλευσης του ποιήματος-λέγοντας προέλευση, εννοώ πρόσωπο. Συνθέτη. Γραφιά.
Ποιήματα-αν καταλαβαίνω σωστά τα λεγόμενα του Μίχου-γράφουν και τα φιλολογικά πρότυπα δια των αντιπροσώπων τους και τα κοινωνικά προτσές δια των δικών τους.
Εγώ ισχυρίζομαι ότι είναι όλα ποιήματα. Αν θέλουμε να πειράξουμε τον τρόπο διείσδυσής τους σε βιβλιοθήκες και ψυχές (διότι, π.χ., θεωρούμαι ότι ο τρέχον τρόπος πάσχει), οφείλουμε να εντείνουμε την τριβή του κοινού με το στίχο. Πρόκειται για εκπαιδευτικό ζήτημα.
Ζηλεύω τους μουσικούς, ακόμη κι όταν επιπλέουν ως γαβγάδες. Είναι ένα βήμα μπροστά απ’ τους ποιητές (ακόμη κι όταν επιπλέουν ως σουβλάκια του ΕΟΤ) επειδή τους επέλεξε μάζα και όχι γραφεία και γραφειοδίαιτοι.
Δημήτρη, εννοείς τον Ελύτη;
Ποια μάζα επέλεξε τον Ελύτη; Η μάζα, η οποία φέρνει στον τοματοπελτέ, επέλεξε τον Μίκη Θεοδωράκη και τα connected συναφή.
Το σουβλάκι και τον Μπέννυ Χιλλ να είχε στην χαρτοπετσέτα, πάλι θα το έτρωγε.
Κύριε Μουζάκη,
δεν αντιλέγω, απλά υπέθεσα έναν πλάγιο φωτισμό όχι άμοιρο του Προσώπου του ποιητή, ο οποίος θα βοηθούσε να διακρίνουμε με όρους ουσίας το ποίημα από το ‘μη’ ποιημα. Ναι να δεχτώ τον διευρυμένο ορισμό, αλλά θα πρέπει να κάνουμε και τα επόμενα βήματα της όποιας κρίσης. Είτε αξιολογικά, είτε οντολογικά, κοινωνικά κτλ. Προσυπογράφω το μαχαίρι του κ. Μίχου που σχεδόν πάντα φτάνει στο κόκκαλο. Απλώς αναρωτιέμαι και φοβάμαι, ακριβώς επειδή πρόκειται για ζήτημα παιδείας, ποιοί δρόμοι έχουν μείνει ανοικτοί, οι οποίοι όμως να μην ανακυκλώνουν το υπάρχον σύστημα από την ανάποδη. Χρωστάω ένα ευχαριστώ για το εύστοχο κείμενό σας και την εξαιρετική αφορμή που έδωσε για κουβέντα.
Κύριε Λειβαδά,
Περί ευθύνης (υπουργών πήγα να γράψω…) συμπλέουμε απολύτως. Απλώς, τουλάχιστον για τον Ελύτη, για μένα είναι εξίσου ισχυρο το μεταφυσκιό, μέσω της γλώσσας έρισμα. Όσο για την χώρα, δεν υπονοώ κάποια ιδεαλιστική ποιότητα, αλλά τον χώρο που τυχαίνει, να μας περιβάλει. Τελευταίος στην ουρά θα επαναλάβω πως μόνη πατρίδα η γλώσσα και το σώμα. Στο υστερόγραφο απλά έθεσα κακότεχνα μια σκέψη με αφορμή την κουβέντα σας περί κοινωνίας με τα πράγματα. Τεράστια κουβέντα, επιφυλάσομαι.
Εγκάρδιους χαιρετισμούς σε όλους
Η τριβή έχει καταντήσει εντριβή και οι ποιητικές συλλογές συγχωροχάρτια ή ιατρικές συνταγές.
Οι κεφαλές αυτές λουμώνουν στη μούχλα του καταφύγιού τους την οποία μάλιστα εξαργυρώνουν ως νιρβάνα. Η γραφή είναι δράση, όχι απόδραση.
Υπάρχουν τόσα άλλα επαγγέλματα να κάνει κανείς…. πιο αποδοτικά και επιβραβεύσιμα……
Όχι, Γιάννη, δεν εννοώ τον Ελύτη.
Αναφέρομαι στο σήμερα. Στο τώρα. Και λέγω:
Η ποίηση-αναμφισβήτητα-είναι μία τέχνη. Κατά την άποψή μου (νομίζω και άλλων, όπως του Μίχου) το κομμάτι της που φτάνει στην επιφάνεια, κοινωνείται, ανθολογείται, εισέρχεται σε σχολικά εγχειρίδια και εξέχοντα ράφια βιβλιοθηκών ΕΠΙΛΕΓΕΤΑΙ εξ ισορροπιών σε γραφεία. Ένα εν πολλοίς κλειστό κύκλωμα αποφαίνεται και απαθανατίζει. Μπορεί να απαθανατίζονται αριστουργήματα. Μπορεί και σουβλάκια. Εν προκειμένω, δεν ασχολούμαι με αυτό. Λέω ότι η δουλειά γίνεται από ολίγους σε γραφεία.
Πάμε στη μουσική-άλλη τέχνη. Επισημαίνω μια αξιοζήλευτη διαφορά: τους επιπλέοντες, τους στηρίζει/αγοράζει/τραγουδάει μάζα.
Θέλω μάζα και στην ποίηση. Αυτό λέω. Θα ήθελα προσέλευση.
Αντελήφθην… καταννοώ. Σκοπίμως, αλλά μάλλον όχι και τόσο επιτυχώς, αναφέρθηκα στην περίπτωση του Θεοδωράκη.
Σε χαιρετώ.
Ξανά τέτοια.
Kαταλαβαίνω ότι διαφωνείς, Γιάννη. Επιμένω, ωστόσο, ότι το ποίημα έχει ανάγκη τη διεύρυνση του κοινού όσο και την ενημέρωσή του. Για να ακούσει κανείς σαξόφωνο πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχει. Για να ακουστεί το σαξόφωνο, πρέπει πολλοί να το γνωρίζουν.
Ευχαριστώ από καρδιάς άπαντες. Χαιρετώ.
Πάντα τέτοια Δημήτρη
Συμφωνώ σε όσα γράφεις
Ζηλεύω τον αιχμηρό λόγο σου
Συνέχισε
Μία μικρή επισήμανση σε αυτή την ανάρτηση
το ποιείν κατέγραψε μόνο σε μια μέρα
2.604 επισκέψεις!!!
Νέο ιστορικό ρεκόρ του “ποιείν”.
Το προηγούμενο στις 22/11/2008 με 1.650 επισκέψεις σε μια μέρα ανήκει και πάλι στον Δημήτριο Μουζάκη για την απαγγελία του με ποιήματα του Μπορίς Βιάν…
ποίηση->π+οίηση -> ο “κύκλος” της οίησης
” Ο ποιητής που αγγίζει την κουλτούρα του
Χρήματος , θάβεται στην σιωπή ”
Κύριε Μίχε
Από κάποιον που πιστεύει πως , όποιος
βιοπορίζεται από την ποίηση , μόνο
ποιητής δεν είναι , το εύγε θα ήταν πολύ λίγο.
Κύριε Μουζάκη
Κάποιος που έφαγε την απαξία με το κουτάλι
θα εύχεται ολόψυχα ,να διερωτηθούν άπαντες
της ποίησις , επαΐοντες και πληβείοι ,προς
όφελος της.
κ. Μουζάκη
όλη αυτή η ακατάσχετη φλυαρία που βρίθει φιλοσοφικών ακροβασιών, απο την πρώτη μέχρι και την τελευταία της πρόταση δεν κάνει τίποτα άλλο απο το να διαστρεβλώνει -όχι ηθελημένα μάλλον- το λόγο Καρούζου, ο οποίος πολύ καλά τα λέει αλλά εσείς παραθέσατε μόνο τον επίλογο.
Αναρωτιέμαι μήπως όλο αυτό είναι μια προσπάθεια δόμησης ενός θεωρητικού υπόβαθρου στον οποίο θα μπορείτε να προσφεύγετε σε οποιαδήποτε προσπάθεια τρίτου να σας κατατάξει στην κατηγορία των ποιηματογράφων.
Και σεις μην κολακεύεστε….
Απλά ο/η VaVou το ‘φερε στην επιφάνεια!
Για την ουσία όμως δεν μας λέτε τίποτα. Δικαίωμά σας να απαξιείτε.
Για το αντιο… δεν είμαι σίγουρος!
Υπάρχουν δύο τρόποι να ορίσει κανείς κάτι: α)λέγοντας τι είναι και β) λέγοντας τι δεν είναι. Με τον πρώτο τρόπο προσπαθούμε να αποδώσουμε συγκεκριμμένες ιδιότητες σε αυτό που ορίζουμε και με τον δεύτερο προσπαθούμε να χαράξουμε τα όρια εντός των οποίων αυτό που ορίζουμε δεν είναι (δεν βρίσκεται).
Έτσι π.χ μπορούμε να προσπαθήσουμε να ορίσουμε τι είναι ο “Θεός” είτε με το να καταγράφουμε ποιές ιδιότητες τον χαρακτηρίζουν (παντοδύναμος, παντογνώστης, πανάγαθος κλπ) είτε με το να καταγράφουμε ποιές ιδιότητες δεν είναι δυνατόν να τον χαρακτηρίζουν(κακόβουλος, εκδικητικός κλπ).
Η θέση μου για την ποίηση αλλά και για το φαινόμενο της Τέχνης γενικά είναι κάτι, που, ενώ μοιάζει (λίγο) και στις δύο προαναφερόμενες τεχνικές ορισμού, ουσιαστικά τις αχρηστεύει.
Η Τέχνη ούτε είναι κάτι (το Ωραίο πχ) ούτε δεν είναι κάτι (το Περιστασιακό ή Υποκειμενικό πχ).
Η Τέχνη (και συνακόλουθα και η Ποίηση) ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ.
Η Τέχνη Αρνείται και Αρνείται τόσο Σταθερά και Αιώνια που αυτή της η Άρνηση υπερβαίνει κάθε δυνατή (και αδύνατη) Κατάφαση.
ΥΓ
Τα πιο πάνω ασφαλώς και είναι προσωπικές απόψεις. Τις αναφέρω απλώς και μόνο γιατί δίνουν μία διαφορετική προσέγγιση στην Κριτική ανάλυση κάθε φαινομένου της Τέχνης. Δυστυχώς δεν μπορώ να ανλύσω στο αναγκαίο μάκρος και βάθος την πιο πάνω άποψή μου. Αν το ‘ποιείν’ μου δώσει κάποτε τη δυνατότητα πολύ θα ήθελα να ‘στείλω’ ένα δοκίμιο. Μόνο που φοβάμαι πως θα είναι γύρω στις 1500-2000 λέξεις και δεν ξέρω αν ο χώρος το επιτρέπει.
Γιώργο μια ερώτηση κάπως ”ενστικτώδικη”:
Θεωρείς ότι η τέχνη είναι απροσπέλαστη σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις ή αντιστέκεται σε αυτές;
Είναι θέμα Οντολογίας. Αν ό,τι περιέχεται σε κάθε δυνατή οντολογία πρέπει να ΕΙΝΑΙ, τότε η Τέχνη παράγει το αναγκαίο κοινωνικό-ιστορικό υπόβαθρο και ορίζοντα με το να ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ.
Από καιρό τώρα προσπαθώ να βρω μία επαρκή Αναλογία της Ελευθερίας. Κάτι που να μην στερεί, να μην στερείται αλλά και ταυτόχρονα να μην περιορίζεται στο να ορίζει και να ορίζεται.
Η πιο σύντομη απάντηση που μπορώ να σου δώσω είναι πως η Τέχνη δεν αναλλώνεται, ΑΝΑΛΛΩΝΕΙ. Κατά συνέπεια, η Τέχνη δεν επιδέχεται ερμηνειών γιατί πολύ απλά αυτή τις δημιουργεί.
Γνωρίζω πως όλα αυτά ακούγονται πολύ αφηρημένα και θεωρητικά. Πιστεύω όμως πως αν μου δοθεί ο αναγκαίος ‘χώρος’ θα μπορέσω να δώσω τις αναγκαίες συνιστώσες αυτής της προσέγγισης.
ΥΓ
Σε ευχαριστώ ακόμη και που έκανες τον κόπο να διαβάσεις το συγκεκριμμένο σχόλιο…
Aπό ένα άρθρο του Απόστολου Δοξιάδη στο περιοδικό ΄΄Εκ των Υστέρων” με τίτλο ”Η αφήγηση ως γνώση και η περίπτωση της βιογραφίας” αντιγράφω την περίληψη:
”H αφήγηση μελετάται ως μορφή γνώσης, δηλαδή κάτι άλλο από κυρίως αισθητικό γεγονός. Εδώ μας απασχολούν γνωστικές λειτουργίες της αφήγησης πέραν από την απλή μεταφορά πληροφοριών και κυρίως πώς τα γεγονότα μετατρεπόμενα σε αφηγήσεις αυτόματα συνιστούν ερμηνείες. Εξετάζουμε ειδικότερα την περίπτωση της κινηματογραφικής βιογραφίας, καθώς συνιστά την παρουσίαση ενός βίου με πρόθεση ακραία ερμηνευτική. Η διασκευή από τον πραγματικό βίο στην κινηματογραφική του αφήγηση, που προτείνεται εδώ και ως μοντέλο αντίστοιχων νοητικών λειτουργιών στη γενική περίπτωση, γίνεται μέσω επτά ”μεταμορφωτικών” πράξεων, που αναλύονται. Βάσει αυτών, ένας βίος μεταμορφώνεται σε μια βιογραφία-ερμηνεία του, που η δομή της κινείται κατά κανόνα σε μια πολύ περιορισμένη κλίμακα πιθανών βασικών προτύπων. Κατ’ αυτό η κάθε αφήγηση, ερμηνεύοντας την πραγματικότητα, την αλλοιώνει.
That’s interesting. Can you shortly introduce – or just list – those seven transforming operations to us?
Ο Λόγος κάθε μορφής τέχνης, πιστεύω, προέρχεται απο ένα κλάσμα που έχει κοινό παρονομαστή με τις άλλες μορφές. Αυτός ο Λόγος είναι κάτι σαν το “π” θα έλεγα. Η τέχνη και η επιστήμη έχουν κοινή καταγωγή αλλά μέχρις εκεί. Αυτός ο Λόγος που αναφέρω παραπάνω είναι μοναδικός σε κάθε μορφή κι έτσι αυτή μπορεί να ορισθεί μόνο στα πλαίσια αυτού του Λόγου. Ο Λόγος της επιστήμης, είτε είναι αυτή φυσική, είτε κοινωνιολογία, είτε φιλοσοφία, δεν βοηθούν.
Έτσι αν ρωτήσεις ένα μουσικό τι είναι μουσική, θα σου βάλει προφανώς ν’ ακούσεις το Τοκάτα & Φούγκα του Μπαχ ή θα σου πάξει ένα θέμα στο πιάνο, αν ρωτήσεις ένα ζωγράφο τι είναι ζωγραφική θα σου δείξει τη Νυχτερινή Περιπολία του Ρέμπραντ ή θα τραβήξει κάποιες πινελιές σ’ ένα καμβά. Τώρα τα πράγματα με τέχνες όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι πιο περίπλοκα αλλά πάντα ένας ηθοποιός μπορεί να σου παίξει ένα απόσπασμα απο ένα μονόλογο του Σαίξπηρ ή να σε παραπέμψει στον Πολίτη Κέην ή την παράσταση των Περσών του Κουν το ’60.
Και στην ποίηση τα πράγματα κάπως έτσι είναι. Ο ποιητής θα σου πει ότι “είναι ανάπτυξις στίλβωντος ποδηλάτου”(Εμπειρίκος) ή “το καταφύγιο που μισούμε”(Καρυωτάκης). Απο παραπομπές δε, άλλο τίποτα!
Όταν εξετάζουμε την τέχνη σαν κοινωνικό φαινόμενο, σαν βασικό στοιχείο του πολιτισμού -πάλι κατα τη γνώμη μου- εξετάσουμε τις μεταβολές του κοινού παρονομαστή και ίσως τους αριθμητές. Πούθε ξεκίνησαν, που βρίσκονται, που τείνουν και -ίσως- γιατί.
Έχει ενδιαφέρον, περιηγητή, αυτό που επισημαίνεις. Ο καταδεικτικός ορισμός είναι το έσχατο καταφύγιο του ανθρώπου που θέλει να περιγράψει ένα πράγμα/γεγονός. Κι ο ορισμός αυτός, ακριβώς επειδή είναι εξωλογικός, είναι το κατώφλι για τη βιωματική γνώση (εμπειρία). Όποιος, στην ερώτησή του “Τι είναι κίτρινο;” λάβει απάντηση του τύπου “Είναι η απεικόνιση της τάδε συχνότητας φωτός στο οπτικό νεύρο”, δεν θα γνωρίζει περισσότερα για το κίτρινο από όσα ένας εκ γενετής τυφλός επιστημολόγος. Επίσης, η παραπάνω απάντηση δεν υπερβαίνει τα πλαίσια μιας ερμηνείας, αυστηρά προσδιορισμένης από το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται (εδώ, το ανθρώπινο οπτικό νεύρο).
Όταν όμως μιλάμε για τέχνη/ποίηση, δεν μιλάμε ούτε για αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, ούτε για κοινές ανθρώπινες εμπειρίες. Αν η ποίηση είναι ένας “ακατανόητος παροξυσμός ευτυχίας”, όπως αναφέρει ο κ. Λειβαδάς σε πρόσφατο σχόλιό του, τότε κάθε απόπειρα ορισμού της καταρρέει στο επίπεδο του προσωπικού βιώματος. Από εκεί και μετά, φυσικά, καθένας είναι ελεύθερος να ερμηνεύσει αυτό το προσωπικό βίωμα και να δώσει τον προσωπικό του ορισμό για την ποίηση.
Όσο η ποίηση (και γενικά η τέχνη) αδιαφορεί για όλους όσους καταγίνονται με αυτή, ανάμεσά τους δεν θα λείπουν ποτέ εκείνοι που θα εκμεταλλεύονται την αδιαφορία της, εκείνοι που θα απογοητεύονται και θα αποσύρονται, καθώς κι εκείνοι που θα γαμάνε στο μυαλό τους την καριόλα (βέβαιοι μάλιστα ότι γουστάρει).
Η ποίηση είναι κάτι βαθιά προσωπικό και βιωματικό, επειδή μόνο έτσι μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε. Η ποίηση είναι κάτι πραγματικό και αντικειμενικό, επειδή μόνο έτσι μπορεί να έχει αντίκρισμα η ενασχόλησή μας.
Οι περισσότεροι πορεύονται ακολουθώντας έναν από τους δυο ορισμούς ή και τους δυο. Η ποίηση αδιαφορεί και γι’ αυτούς και για τους ορισμούς τους.
Κάποιοι ασχολούνται με το χαρτί και το μολύβι αδιαφορώντας για την ποίηση. Η ποίηση αδιαφορεί και γι’ αυτούς.
Ο κύριος Μουζάκης μας έδωσε την ευκαιρία να δούμε τις προκαταλήψεις που καθοδηγούν, από τα πρώτα κιόλας βήματα, μια αθώα διερεύνηση.