Stone & Ed hd

ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΘΕΩΝ

Φτωχή , βυσσινιά, ανέστια αετοθήκη μου,
το φεγγάρι φέτες καταπίνεται
τα βράδια μου εύκολα.
Στο ιερό των μεγάλων θεών
ένα πορτοκάλι ξενυχτάει.
Λερωμένη ως τα βάθη της οχιάς.
με κάρτες αναπνευστήρων ,
συνεχίζω τον ύπνο μου,
γνωρίζοντας από αιώνες πριν
τους χρησμούς των μαντείων μου.
Μια σφαγμένη μέλισσα
βουγκουνάει ατέρμονα
στις θηλές των μαστών μου.
Τα λοιπά μου αδέλφια
σιγανοπερπατάνε στα λάφυρα.
Κάποτε θα γλιστρήσω στην Ανάσταση

Σαμοθράκη 25-8-2001

ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Η σοβαρότητά σου ψαχουλεύει το κορμί μου σαν ερινύα.
Αναπηδούν οι λέξεις στο άκουσμά σου
και οι βρυχηθμοί συσσωρεύονται στην ανάσα μου.
Η υποψία σου κρύβεται στα βλέφαρα,
η γενναιότητά σου γκρεμίζεται στα χείλη σου.
Ο μήνας Ελαφηβολιώνας σου, δροσίζει την παλάμη μου.
Κάθε πρωί σε βλέπω στον ύπνο μου.
Εκεί περίπου, όταν η Ηώ αρχίζει την εκδίκησή της.
Πότε σαν Ταξιάρχη,
πότε σαν οδηγό λευκών μωρών,
Πότε θλιμμένο για τους καινούργιους δρόμους
που θα χαλάσουν την γωνιά στο σπίτι σου.

7-10-2000

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ

Ο έρωτας λερώνει
τους ξένους περιστερώνες και πεταλώνει ίαμβους
με ιαχές διπλόσυρτες και μωβ σγουρά γαρύφαλλα.
Πως ο χρόνος αλλάζει στο χι του όχι σου,
γυρίζοντας ανάσκελα και πέφτοντας στο πάτωμα,
Παρασκευή απόγευμα,
στις πέντε και μισή,
σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο,
με κήπο όμως γιορτινό,
για να πλαγιάζουν τα μυστήρια,
παρέα με αγιοκλήματα
και να πέφτουν οι υποψίες,
από γκαρσόνια που έρχονται ,
να σου σερβίρουν την αλήθεια
χωρίς μαχαιροπήρουνα.

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΜΕΡΑ

Δεν έχω ακούσει άλλα τέτοια παραμύθια,
που τ’ όνομά σου,
αναρριχάται στα ρίγη του πελάγου,
και με μια βουτιά κάνει παρέα
με τον Ιωνά,
που τρωγόπινε χαβιάρι
κι αμβροσίες
μες την κοιλιά του κήτους.
Τρεις μέρες ολόκληρες.
Και τρείς νύχτες.
Τι θαύματα, τι θησαυρούς και μυστικά,
να ψάχνανε μες την κοιλιά του κήτους,
ο Ιωνάς και το όνομά σου,
περπατώντας ανάρκουδα.
Και μετά τις τρείς μερες,
πόση άβυσσος είδα
όταν βγήκε στην πεδιάδα του πρασίνου
το όνομά σου.

21-9-2000

ΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ

Αιματοβαμμένος τα χαράματα
γυρνώ,
κρατώντας την χολή μου επ’ ώμου,
εφορμώντας αβλεπτεί
στις ληστρικές επιδρομές χρόνου απρόβλεπτου και ηδονικού.

Δεν μ’ αφήνουν σε ησυχία
οι βοσκοί με τα μαχαίρια τους.
Κόβουν πρωί- πρωί τα σύρματα,
και τα στρατόπεδα ξοδεύονται σ’ ώρες μακρινές,
που δεν τις φτάνει η ησυχία της νύχτας και του παραμυθιού,
η μυθική ματιά,
φάσκοντος ήλιου η περιέργεια.

24-7-2001

ΜΙΑ ΜΕΡΑ- ΔΕΥΤΕΡΑ

Πλέκω πλεξούδες τα φτερά του αετού,
στα νύχια του γύπα ξεκαλοκαιριάζω.
Δυό φορές πριν πεθάνω
ζήτησα λήθη και μαγγάνιο σε μεγάλες ποσότητες.
Η μέρα μου μ’ έγδαρε,
μ’ όλα τα μυρμήγκια του σιτοβολώνα .
Κατοικήσιμο πείραμα ο έρωτας .
Οι μέρες του Σεπτέμβρη,
ξεφυλλίζουν τις προ(σ)θήκες ασβεστόλιθου,
στα γυάλινα μάτια που τώρα έχω.
Μη θορυβείτε στα εκούσια πατώματα της αλητήριου ελπίδας.
Είναι πρωί ακόμα.

17-9-2001

ΞΕΝΥΧΤΑΩ

Ξενυχτάω αναγνωρίζοντας ποιήματα.
Εναλλάξ,
με αντίφωτα
κυανού περιγράμματος ,
περιβεβλημένου θανόντος αισθήματος.

17-9-2001

ΕΥΩΔΙΕΣ ΠΟΥ ΑΚΡΟΒΑΤΟΥΝ

Ευωδιάζεις μες την ψυχή των όντων μου.
Καρυάτιδες αγγίζουν την ματιά σου,
ευέλπιδες αέρηδες και μπόρες
ανοίγουν μετερίζια στην απογείωση.
Ακροβατείς στην γεωμετρία του σύμπαντος .
Ειλικρινές νυχτολούλουδο σ’ ανασαίνει ,
το πρωί πριν κλείσει την σκέψη του.
21-9-2001