Ανωνύμου, V 2

Τήν καταφλεξίπολιν Σθενελαΐδα τήν βαρύμισθον,
τήν τοίς βουλομένοις χρυσόν αμεργομένην,
γυμνήν μοι διά νυκτός όλης παρέκλινεν όνειρος
άχρι φίλης ηούς προίκα χαριζομένην.
ουκέτι γουνάσομαι τήν βάρβαρον ουδʼ επʼ εμαυτώ
κλαύσομαι ύπνον έχων κείνα χαριζόμενον.

Τη φλογερή και ακριβή στο σεξ Σθενελαΐδα
που αν την ποθείς, από χρυσό πρώτα σε ξαλαφρώνει,
μια νύχτα ολόκληρη, γυμνή σε όνειρο την είδα
δική μου να ʽναι ως την αυγή, χωρίς να με χρεώνει…
Ξανά ποτέ γονατιστός μπροστά της δε θα κλάψω
αφού μπορώ να κοιμηθώ και να την απολαύσω…

Διοσκορίδης, V 55

Δωρίδα τήν ροδόπυγον υπέρ λεχέων διατείνας
άνθεσιν εν χλοεροίς αθάνατος γέγονα.
η γάρ υπερφυέεσσι μέσον διαβάσα με ποσσίν
ήνυεν ακλινέως τόν Κύπριδος δόλιχον,
όμμασι νωθρά βλέπουσα. τά δʼ , ηύτε πνεύματι φύλλα,
αμφισαλευομένης έτρεμε πορφύρεα,
μέχρις απεσπείσθη λευκόν μένος αμφοτέροισιν,
καί Δωρίς παρέτοις εξεχύθη μέλεσι.

Στη χλόη, τη ροδοκάπουλη Δωρίδα την πλαγιάζω-
μες στων ανθών τον οργασμό με αθάνατο πώς μοιάζω…
Τα πόδια της, πανύψηλα, τη μέση μου έχουν κλείσει-
σε αγώνα δρόμου ερωτικό τρέχει για να νικήσει…
Σαν φύλλα που τα φύσηξαν, τα μάτια ανοιγοκλείνει
κι εξαντλημένη από ηδονή, μαζί με μένα χύνει.

Διονυσίου σοφιστού, V 81

Η τά ρόδα,ροδόεσσαν έχεις χάριν.αλλά τί πωλείς;
σαυτήν ή τα ρόδα ηέ συναμφότερα;

Ρόδα κρατάς αλλά κι εσύ του ρόδου έχεις τη χάρη.
Τα ρόδα, εσένα ή και τα δυο ο αγοραστής θα πάρει;…

Κιλλάκτορος, V 29

Αδύ τό βινείν εστί. τίς ου λέγει; αλλʼ όταν αιτή
χαλκόν, πικρότερον γίνεται ελλεβόρου.

Ποιος δε θα πει ολόγλυκο πως είναι το γαμήσι
μα απʼ το φαρμάκι πιο πικρό, αν χρήματα κοστίσει…

Στράτων, XII 177

Εσπερίην Μοίρις με, καθʼ ήν υγιαίνομεν ώρην,
ουκ οίδʼ είτε σαφώς, είτʼ όναρ, ησπάσατο.
ήδη γάρ τά μέν άλλα μάλʼ ατρεκέως ενόησα,
χωκόσα μοι προσέφη, χωκόσʼ επυνθάνετο.
ει δέ με καί πεφίληκε τεκμαίρομαι.ει γάρ αληθές,
πώς αποθειωθείς πλάζομʼ επιχθόνιος;

Όταν με καληνύχτισε,
ο Μοίρις, λέω, με φίλησε-
σʼ όνειρο να ʽταν τάχα;…
Τώρα ο νους μου φώτισε
τι μου ʽπε, τι με ρώτησε-
φιλί του πρέπει να ʽχα.
Μʼ αλήθεια, αν τον φίλησα
στη γη θνητός πώς γύρισα
αφού τα ουράνια θα ʽχα;…

Αντίφιλος ο Βυζάντιος, XI 66

Κήν τείνης ρακόεντα πολυτμήτοιο παρειής
χρώτα, καί αβλεφάρους ώπας επανθρακίσης,
καί λευκήν βάψης μέλανι τρίχα, καί πυρίφλεκτα
βοστρύχια κροτάφοις ούλα περικρεμάσης,
ουδέν ταύτα, γελοία, καί ήν έτι πλείονα ρέξης.

Το ζαρωμένο δέρμα κι αν τεντώσεις,
τʼ αβλέφαρά σου μάτια μπογιατίσεις,
την άσπρη τρίχα μαύρη χρωματίσεις
και το μαλλί με μπούκλες κατσαρώσεις

μάταια όλα αυτά, γελοία θα ʽναι
κι αν θες κι άλλα πολλά να κάνεις, κάνε.

Μελέαγρος, VII 461

Παμμήτορ γη, χαίρε.σύ τόν πάρος ου βαρύν εις σέ
Αισιγένην καυτή νύν επέχοις αβαρής.

Μητέρα Γη, σε χαιρετώ-όσο ζούσε ο Αισιγένης
βάρος δε σου ʽδινε. Γιʼ αυτόν, κι εσύ ελαφριά να γένης.

Καλλίμαχος, VII 80

Ειπέ τις, Ηράκλειτε, τεόν μόρον, ες δέ με δάκρυ
ήγαγεν, εμνήσθην δʼ οσσάκις αμφότεροι
ήλιον εν λέσχη κατεδύσαμεν.αλλά σύ μέν που,
ξείνʼ Αλικαρνησεύ, τετράπαλαι σποδιή.
αι δέ τεαί ζώουσιν αηδόνες, ήσιν ο πάντων
αρπακτής Αΐδης ουκ επί χείρα βαλεί.

Σαν μου ʽπανε, Ηράκλειτε, πως τέλειωσες τον βίο
θυμήθηκα με δάκρυα που από εμάς τους δύο
ο ήλιος άπειρες φορές στη δύση του επετάχτη.
Μα εσύ ʽσαι, Αλικαρνασεύ, από καιρό πια στάχτη.
Όμως τʼ «Αηδόνια» σου που ζουν, τʼ άλλα κι αν καταβάλλει,
στο χέρι του ο άρπαγας ο Άδης δε θα βάλει.

Δημόκριτος, XVI 180

(Εις τήν Αφροδίτην ανερχομένην από θαλάσσης)

Κύπρις ότε σταλάουσα κόμας αλιμυρέος αφρού
γυμνή πορφυρέου κύματος εξανέδυ,
ούτω που κατά λευκά παρήϊα χερσίν ελούσα
βόστρυχον, Αιγαίην εξεπίεζεν άλα,
στέρνα μόνον φαίνουσα, τά καί θέμις. ει δέ τοιήδε
κείνη, συγχείσθω θυμός Ενυαλίου.

Με τα μαλλιά σταλάζοντας αφρό αλμυρό ανεδύθη
μες από κύμα πορφυρό γυμνή η Αφροδίτη.

Πλάι σε μάγουλα λευκά το βόστρυχο εκράτη
να στύψει με τα χέρια της του Αιγαίου το αλάτι
τα στήθη μόνο δείχνοντας, όσο η ντροπή επιτρέπει.
Αν ήταν έτσι η θεά, φουρτούνα του Άρη πρέπει.

Λεωνίδας ο Αλεξανδρεύς, V 329

Άλλος μέν κρύσταλλον, ο δʼ άργυρον, οι δέ τοπάζους
πέμψουσιν, πλούτου δώρα γενεθλίδια.
αλλʼ ίδʼ Αγρειππίνη δύο δίστιχα μούνον ισώσας,
αρκούμαι δώροις, ά φθόνος ου δαμάσει.

Κρύσταλλο, άργυρο, τοπάζι
σου φέρνουν, Αγριππίνα, δώρα.
Δυο δίστιχα από μένα θώρα-
δώρα που ο φθόνος δε δαμάζει.

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, ΧΙ 330

Πολλά λαλείς, άνθρωπε, χαμαί δέ τίθη μετά μικρόν.
σίγα, καί μελέτα ζών έτι τόν θάνατον.

Λες, άνθρωπε, πολλά, μα στο ʽπα
πως σύντομα θα μπεις στο χώμα.
Μελέτα όσο ζεις ακόμα
το θάνατό σου- γιʼ αυτό σιώπα.

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, ΧΙ 306

Άν μετʼ Αλεξάνδρειαν ες Αντιόχειαν απέλθης
καί μετά τήν Συρίην Ιταλίας επιβής,
τών δυνατών ουδείς σε γαμήσει.τούτο γάρ αιεί
οιομένη πηδάς εις πόλιν εκ πόλεως.

Τι κι αν για Αντιόχεια την Αλεξάνδρεια αφήνεις
κι απʼ τη Συρία πιο μετά στην Ιταλία βγαίνεις,
αφού ισχυρού αντρός ποτέ γυναίκα δε θα γίνεις
κι από την πόλη σου τη μια στην άλλη ας πηγαίνεις.

Γλαύκος Νικοπολίτης, VII 285

Ου κόνις ουδʼ ολίγον πέτρης βάρος, αλλʼ Ερασίππου
ήν εσοράς αύτη πάσα θάλασσα τάφος.
ώλετο γάρ σύν νηί.τά δʼ οστέα πού ποτʼ εκείνου
πύθεται,αιθυίαις γνωστά μόναις ενέπειν.

Δεν είναι η πέτρα και η γη του Ερασίππου ο τάφος
μα όλη η θάλασσα- σʼ αυτήν εχάθη με το σκάφος.
Και πού σαπίζουν τα οστά και πού θα διαλυθούνε,
μονάχα οι γλάροι ξέρουνε, εκείνοι θα στο πούνε.

Αγνώστου, V 51

Ηράσθην, εφίλουν, έτυχον, κατέπραξʼ , αγαπώμαι.
τίς δέ, καί ής, καί πώς, η θεός οίδε μόνη.

Συνάντησα, ερωτεύθηκα κι από αγάπη λιώνω-
μα ποιος εγώ, με ποια και πώς, θεός γνωρίζει μόνο.

Ασκληπιάδης, VII 217

Αρχεάνασσαν έχω, τάν εκ Κολοφώνος εταίραν,
άς καί επί ρυτίδων ο γλυκύς έζετʼ Έρως.
ά νέον ήβης άνθος αποδρέψαντες ερασταί
πρωτοβόλου, διʼ όσης ήλθετε πυρκαϊής.

Την Αρχεάνασσα κρατώ, εταίρα εκ Κολοφώνος,
που στις ρυτίδες της πατά του Έρωτα ο θρόνος.
Εσείς που δρέψατε, εραστές, της νιότης τον ανθό της
ποια πυρκαγιά περάσατε, από ανάμεσό της…