Σωτήρης Παστάκας: Μικρή απολογία της ποίησης
Ίσως, οι απόπειρές μας να καθορίζουμε τάσεις και ρεύματα στην ποίηση των τελευταίων χρόνων, δεν αποτελούν παρά ευγενή ονειροπολήματα, δυσπρόσωπες χίμαιρες, απραγματοποίητους πόθους. Αφού δεν μπορούμε να γράψουμε μια ιστορία της ποίησης, αναλισκόμαστε κάθε τόσο, με τη λήξη σχεδόν του ημερολογιακού έτους, στο μάταιο εγχείρημα να ιστορήσουμε τα επιφαινόμενά της. Η γενική μας διαπίστωση και το μόνιμο παράπονο για την απουσία, στις μέρες μας, ενός ισχυρού “ποιητικού δόγματος”, κερδίζει αναμφίβολα και πολύ εύκολα την κοινή αποδοχή. Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα. Για τις ιστορικές και ιστορίζουσες αντιλήψεις μας, το γεγονός φαντάζει τελεσίδικο κι απρόσβλητο. Μόνον που η ποίηση αρνείται την ιστορική της συνέχεια, και υπερβαίνει τις λογικές κατηγοριοποιήσεις μας.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ξεχνώντας για λίγο τις σχολές και τα δόγματα, πως αυτά ήταν δυνατά την εποχή που η ποίηση κατοικούσε μέσα στα ποιήματα. Από το 1950 και μετά, φαίνεται πως η ποίηση δεν βρίσκεται πλέον μέσα στο φυσικό της φορέα, το ποίημα. Σε εκείνο μπορούμε να αναζητήσουμε μόνον κάποια στοιχεία που μπορούν να την προκαλέσουν, αόριστες νύξεις και μαγικές επικλήσεις που καθιστούν εφικτή την παρουσία της, σαν μουσικό προανάκρουσμα, σαν αχνό και πρόχειρο ιχνογράφημα που μας δίνει μόνον μια ιδέα των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η ποίηση έκτοτε, βρίσκεται κάπου αλλού, εκτός. Γι’ αυτό, ίσως, γνωρίζει επιτυχία μόνον όποιος είναι ικανός να υπαινιχθεί την παρουσία της, πέρα και υπεράνω των πενιχρών του μέσων, των στίχων δηλαδή, όπως ο Μπόρχες.
Δεν είναι τυχαίο πως ο συγκεκριμένος ποιητής φαντάζει ως ο κύριος δημιουργός του δεύτερου ημίσεως του αιώνα μας: ήταν από τους πρώτους που διαπίστωσε πως το ποίημα αρχίζει πλέον εκεί που τελειώνουν οι λέξεις.
Επιστράτευσε, λοιπόν, όλες τις λέξεις που μπορούσε να μαζέψει, στους πλέον απίθανους συνδυασμούς, σε έμμετρους και ελεύθερους στίχους, ελεγείες, σονέτα, καταλόγους, επικά κι αφηγηματικά ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια. Κι επίσης, κριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αστυνομικά διηγήματα και φιλοσοφικά πονήματα. Ήξερε πως στις μέρες μας δεν γράφονται ποιήματα.
Το γνώριζε και ο Εουτζένιο Μοντάλε, ο οποίος παρ’ όλο το κουράγιο του δεν μίλησε ποτέ για ποιήματα, αλλά για στίχους και μόνον, αποδίδοντας στη συγκεντρωτική συλλογή των ποιημάτων του τον τίτλο “Τα άπαντα των στίχων”. Αυτή η σμίκρυνση του ποιήματος σε στίχους ήταν ίσως, η καθαρότερη ματιά για την πορεία της ποίησης μετά την “Έρημη χώρα” του Έλιοτ. Ήρθε όμως, ο Πάουλ Τσέλαν, κι έσπασε ακόμη κι αυτόν τον μοναχικό στίχο σε αλλοπρόσαλλες, μέσα στην απόλυτη γύμνια τους, λέξεις. Αλήθεια, πότε γράφτηκε το τελευταίο ποίημα;
Ήδη, στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Αύγουστος Βίλχεμ Σλέγκελ έγραφε πως “η ποίηση των αρχαίων ήταν εκείνη της κατάκτησης, ενώ η ποίηση των μοντέρνων εκείνη της νοσταλγίας”. Υπ’ αυτό το πρίσμα, πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας: οι σχολές, τα ρεύματα, τα “ισχυρά ποιητικά δόγματα” φαντάζουν ως απονενοημένες προσπάθειες εγκαθίδρυσης της ποίησης στο ποίημα. Μια μάταιη επανασύνδεση της ποίησης με το όλον της ύπαρξης και του κόσμου.
Όχι, λοιπόν, από το 1950 και μετά, αλλά από το 1800, με τον Ρομαντισμό, καταγράφεται ήδη η πρώτη ανεπιτυχής προσπάθεια κατάκτησης της ποίησης. Και δεν μπορούσε παρά να είναι ανεπιτυχής όπως κι όλα τα ρεύματα και κινήματα που ακολούθησαν (ο Συμβολισμός, ο νέο-Παρνασσισμός, ο Νατουραλισμός, ο Φουτουρισμός, ο Υπερρεαλισμός, ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός, οι Μπήτνικς κλπ): κινήματα που ξεκινούσαν προς την κατάκτηση κάποιου ήδη ξένου σώματος, που για τους παλιούς δεν υπήρχε, γιατί ζούσαν μέσα του. Εκεί βρίσκεται η αδυναμία όλων των Σχολών για επιτυχία: δεν μπορούμε να κατακτήσουμε κάτι που έχουμε χάσει ανεπανόρθωτα, όπως π.χ., την παιδική μας ηλικία. Η ποίηση για τους αρχαίους ήταν δεδομένη, για μας είναι συνεχώς υπό σύλληψιν.
Δεν είναι λοιπόν, η απουσία “ισχυρού ποιητικού δόγματος”, το κύριο ελάττωμα της σημερινής ποίησης. Και να υπήρχε, δεν θα βοηθούσε σε τίποτα, αφού και η τελευταία απόπειρα εγκαθίδρυσης ποιητικού δόγματος στη χώρα μας, κάτι που επιχείρησε εν τη γενέσει της η μετέπειτα ονομασθείσα “γενιά του εβδομήντα”, κατέληξε σε άνοστο αστείο. Δεν είναι αστείο, ωστόσο, όταν η ίδια γενιά προβάλλει τη γηγενή της αδυναμία στους επόμενους ποιητές, σιχτιρίζοντας τους μόνον και μόνον γιατί δεν συγκροτήθηκαν σε “σώμα”.
Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια ιστορία της ποίησης, ακριβώς γιατί δεν ισχύει η χρονική διαδοχή, η αλληλουχία μεταξύ αιτίας κι αποτελέσματος. Κάθε ποιητής, πέρα από τις ημερομηνίες γεννήσεώς του, εγκαθιδρύει τον δικό του απόλυτο ποιητικό χρόνο, που έχει τη δύναμη να καταργεί τον ιστορικό χρόνο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κάποιος αποθανών είναι πολύ πιο προχωρημένος από τον επιζώντα συνάδελφό του. Το παρωχημένο κι ανιστόρητο της επετείου του Κωστή Παλαμά, σκοντάφτει ακριβώς σε αυτή την ποιητική αίσθηση του χρόνου. Τον γιορτάζουμε και του αφιερώνουμε χίλια δυο πονήματα, λες και δεν υπήρξε εν τω μεταξύ ο Καβάφης.
Η απόλυτη ποιητική φυσιογνωμία έχει λοιπόν, τη δυνατότητα να επισκιάζει όχι μόνο όσους της προηγήθηκαν χρονικώς, αλλά και τους μεταγενέστερους. Κάτι ξέρει ο Οδυσσέας Ελύτης, που πασχίζει να καταργήσει το χρόνο στα γραπτά του. Η ποίησή του, θα άξιζε οπωσδήποτε όλα όσα διθυραμβικά της αφιερώνονται, αν δεν είχε να παλέψει με κάτι το αξεπέραστο: το προηγούμενο του Καβάφη. Είναι ακριβώς η αδυναμία συγγραφής μιας ιστορίας της ποιήσεως, αυτή που κάνει να φαντάζουν ψεύτικα τα ποιήματά του. Αρκετά δεινοπάθησε ο άνθρωπος από τους ιστορούντες κριτικούς. Τους κριτικούς που επιμένουν να συζητούν για παραδοσιακό και ελεύθερο στίχο στις ημέρες μας, λες και ο Μπόρχες, για να αναφερθούμε στο παραπάνω παράδειγμα, δεν έθεσε το πρόβλημα σε όλο του το έργο. Οι πρόσφατες συζητήσεις περί μορφής δεν στερούνται σοβαρότητας. Στερούνται λογικής, επιμένοντας να μιλούν για το “ποίημα”, μετά τη συρρίκνωση, όπως είδαμε, του “ποιήματος” σε στίχους.
Πότε γράφτηκε, λοιπόν, το τελευταίο ποίημα; Σε έναν κόσμο, όπου οι λέξεις έπαψαν πια να σημαίνουν αυτό που λένε, και, μέσα στη γενική απουσία νοήματος, πρώτοι οι ποιητές παραδέχθηκαν την ήττα τους. Στις ημέρες μας, εμφανίζονται, λοιπόν, οι πεζογράφοι έτοιμοι να εκμεταλλευθούν το κενό που δημιουργήθηκε από την αποχώρηση των ποιητών, και να πανηγυρίζουν γιατί μόνον ο πεζός λόγος σημαίνει. Σε μια εποχή όπου η γλώσσα έπαψε να σημαίνει αυτά που δηλώνει, στη γενική απουσία νοήματος της επικοινωνίας μας (από τον καθημερινό έως τον πιο επίσημο λόγο), όλα όσα κατέδειξε δηλαδή η ποίηση, είναι ανώφελο να τα αποκρύπτουμε κάτω από χιλιάδες πυκνοτυπωμένες σελίδες. Τυφλωμένη από το οικονομικό της αντίκρισμα, σε έναν κόσμο όπου το χρήμα έχει αντικαταστήσει το οποιοδήποτε παλιότερο νόημα, βλέπουμε την πεζογραφία να κομπάζει γιατί σύρεται τυφλή στον γκρεμό. Αγκιστρωμένη στην ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου νοήματος, εκεί ακριβώς συναπαντά τον τάφο της. Ένας τάφος είναι, που για ταφόπετρα θα έχει την ποίηση.
Αν η ταφόπετρα είναι αυτή που μας κάνει να διακρίνουμε τον τάφο, δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε πως θα εκλείψουν οι εκλεκτοί επιγραμματοποιοί. Μόνον που θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσα στους διαχειριστές της ήττας μας. Αυτή η διαχείριση, απλή διαχείριση φιλόπονου λογιστή, είναι το μυστικό που προσδίδει μεγαλείο στον Σεφέρη. Κατά έναν άλλον τρόπο, επειδή οι δρόμοι της ποιήσεως είναι άγνωστοι, είναι η επίγνωση της απώλειας του ποιήματος, και η άφατη νοσταλγία του, που καθιστά χαρισματικό τον Νίκο Καρούζο.
Η ποίηση λοιπόν, στις μέρες μας, παραμένει η μοναδική διαχειρίστρια της ήττας μας, μιας ήττας που δεν είναι άλλη από την ήττα του νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Νοσταλγείτε, αγαπητοί μου ποιητές, το “ποίημα” χωρίς να μελαγχολείτε, πέρα από ρεύματα και σχολές, γιατί το τελευταίο ποίημα περιμένει πάντα τον εραστή του: απέριττο και όμορφο σε στίχους.
http://www.poiein.gr/poiein/letters/giota.php
Εʼ Αναγγελία:
Η δημιουργία μίας ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη. Όποιος ποιητής ή ποιήτρια θα ήθελε να συμπεριληφθεί σε αυτή την ανθολογία, μπορεί να αποστείλει μία ή και παραπάνω ποιητικές συλλογές με την προϋπόθεση να έχουν κυκλοφορήσει από το 1990 και ύστερα. Την τελική ευθύνη της επιλογής των ποιημάτων έχει μία πενταμελής επιτροπή η οποία θα εξετάσει κάθε ποιητική συλλογή που θα έχει σταλεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2008.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστείλουν ταχυδρομικά (όχι συστημένα) τα έργα τους στον ποιητή Γιάννη Λειβαδά, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία αυτής της ανθολογίας, στην διεύθυνση: Αναπαύσεως 16, Μετς 116 36, Αθήνα. Στον φάκελο να αναγράφεται υποχρεωτικά η ένδειξη: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» και ανάμεσα στα στοιχεία του αποστολέα να συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά ένα τηλέφωνο επικοινωνίας. Τα ονομάτων των ποιητών που θα επιλεχθούν θα δημοσιοποιηθούν στο «Ποιείν» τον Ιανουάριο του 2009.











ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΕΝΟΣ ΑΔΟΞΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΧΙΛΙΕΤΙΑ
(Πάνω σ’ ένα ποίημα τού Γκάβιν Γιούαρτ)
Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίττα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά,
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή.
Τον θαυμασμό επιθυμούμε
για κάθε στίχο που εκστομίζουμε,
κι όταν τον έπαινο δεν ακούμε,
θυμώνουμε κι αφρίζουμε.
Χαρακτηρίζουμε τους κριτικούς
κακόπιστους ή χολερικούς.
Νιώθουμε μια περίεργη θλίψη
που τα βιβλία μας μένουν απούλητα.
Μελαγχολούμε που μας έχει λείψει
η αγάπη του κόσμου, και μισούμε αβούλητα
το πλατύ κοινό που αντί για ποιήματα
αγοράζει μυθιστορήματα.
Το θεωρούμε απίστευτο ότι
οι αερολογίες του ενός
κι οι άξεστοι και ανοικονόμητοι τρόποι
του άλλου κι ο δυσκοίλιος ή φτηνός
λόγος εκστασιάζουν, ότι η κριτική
βρίσκει στους κρότους του τάδε μουσική.
Είμαστε βέβαιοι (ή σχεδόν βέβαιοι) ότι το
μέλλον θα μας δικαιώσει
και το αχειροκρότητο
έργο μας θ’ αποθεώσει.
Ότι οι στίχοι μας δεν έχουν λήξη.
Λέμε: “Ο χρόνος θα δείξει”.
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
από τη συλλογή του “Σκοτεινές μπαλλάντες και άλλα ποιήματα”, εκδ. Κέδρος 2001
Πολύ ωραίο κείμενο Σωτήρη. Εντούτοις έχω ορισμένες ενστάσεις.
Η πρώτη είναι νομίζω οφθαλμοφανής αφού σχετίζεται και με το παράδειγμα του Borges που χρησιμοποίησες εκτενώς. Που ακριβώς έγκειται η διάκριση μεταξύ των διαφόρων γενών της λογοτεχνίας (ποίηση – δράμα – αφήγηση) στην μεταπολεμική λογοτεχνία; Διότι, πρακτικά, κανένα από τα τρία βασικά λογοτεχνικά γένη δεν κερδίζει πλέον την αυτονομία του απʼ τις ψυχοδυναμικές αφετηρίες του. Με τον μοντερνισμό η ποίηση μπαίνει σε μια διαδικασία μυθιστορηματοποίησης, ενώ αντιστρόφως ανάλογα το μυθιστόρημα μπαίνει σε μια διαδικασία από-μυθιστορηματοποίησης. Όσο για το δράμα αυτό απλώς αυτοακυρώνεται καταργώντας την ίδια τη διαλεκτική του διαλόγου. Και δεν υπάρχει ίσως άλλο λογοτέχνης στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αι. που να εκφράζει καλύτερα – και μάλιστα έμπρακτα – την επίγνωση αυτή όσο ο Borges. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται αναπόφευκτα σήμερα δεν είναι το τι ποίηση έχουμε ή δεν έχουμε, αλλά το τι λογοτεχνία ζητάμε. Διότι αν ζητάμε μια λογοτεχνία που να εκφράζει το σύγχρονο ψυχισμό, τότε αυτή οπωσδήποτε δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της νοσταλγικής αναπόλησης των παγιωμένων λογοτεχνικών γενών, αφού ο Ύστερος Καπιταλισμός φρόντισε επιμελώς να εξαλείψει τις συνθήκες εκείνες που οδήγησαν ιστορικά στην δημιουργία της ποίησης, της αφήγησης και του δράματος αντίστοιχα. Η απάντηση που ανακύπτει, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό, είναι η επιδίωξη δημιουργίας μιας νέας λογοτεχνίας που μολονότι θα στηρίζεται και θα αντλεί από τα τρία βασικά ιστορικά γένη δεν θα είναι τίποτα ακριβώς από τα τρία. Η επιδίωξη σύνθεσης, δηλαδή, ενός λογοτεχνικού όλου, το οποίο θα λειτουργεί ως αντίβαρο στον ψυχικό κατακερματισμό του σύγχρονου ατόμου.
Η δεύτερη ένσταση σχετίζεται με τα σχόλια περί πεζογραφίας. Διότι τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο πεζογραφία; Διότι, αν εννοούμε την μυθιστορηματική αφήγηση, μπορεί βέβαια ο Bakhtin στα 1929 να είχε ήδη πραγματοποιήσει την εξέταση της διαλεκτικής ανάμεσα στις δυο βασικότερες μορφές αφήγησης, το έπος και το μυθιστόρημα, για να καταλήξει στην απολογία της δεύτερης η οποία μέσω της πολυφωνίας που την διακρίνει γίνεται η μοναδική αρμόζουσα μορφή αφηγηματικής έκφρασης στην σύγχρονη αστική και καπιταλιστική κοινωνία, αλλά ο Lukács απʼ τη μεριά του, ήδη στα 1920, υπονοούσε πως η διάλυση της υπεύθυνης για το έπος προαστικής Gemeinschaft (κοινότητα) από την αστική και καπιταλιστική, υπεύθυνη για το μυθιστόρημα, Gesellschaft (κοινωνία) θα οδηγούσε αναπόδραστα και στην δική της παρακμή και αυτοδιάλυση, ενώ ο Benjamin πάλι, στα 1936, προφήτευε με ενοχλητική διορατικότητα το ιστορικό τέλος και αυτής της μυθιστορηματικής αφήγησης. Και πράγματι το αποτέλεσμα είναι σήμερα σε όλους εμφανές. Μυθιστορήματα πια δεν γράφονται στις μέρες μας και δεν μπορούν να γραφούν για τον απλούστατο λόγο ότι η μέσω της αφήγησης ανασύνθεση ενός όλου είναι απλώς αδύνατη. Έτσι όσοι επιμένουν να γράφουν μυθιστορήματα τόσο περισσότερο η γραφή τους προσεγγίζει την δημοσιογραφία, επειδή η λογική της ψευδό-αφήγησης της δημοσιογραφίας είναι η μόνη δυνατή λογική αφήγησης που μπορούν να έχουν σε έναν κόσμο όπου η ανασύνθεση της ολότητας υπερβαίνει τις ψυχοσυναισθηματικές ικανότητες των κατακερματισμένων ψυχολογικά και αναισθητοποιημένων όντων. Διότι σήμερα η προσωπικότητα πια δεν συγκροτείται από επιμέρους ενότητες. Οι επιμέρους ενότητες παραμένουν επιμέρους ενότητες και το όλον απαρτίζεται από αποσπάσματα αυτοτελή και δίχως αιτιακή μεταξύ τους σχέση. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο και η αφήγηση της αποσπασματικότητας (ή μια αποσπασματικοποιημένη αφήγηση) είναι η μοναδική δυνατή μορφή αφήγησης σήμερα. Τώρα, αν αυτή θα ενδυθεί ή όχι ένα λόγο πεζογραφικό, αυτό μάλλον μικρή σημασία έχει.
Κε Μίχο επί της ουσίας καθόλου δεν διαφωνώ μαζί σας. Απλά, όταν επιθυμώ να μιλήσω γενικόλογα ή ψευτο-θεωρητικά υποπίπτω στο τυπικό σφάλμα του να ʽξεχνάωʼ την ʽπερίπτωσηʼ Ελλάδα. Συμφωνώ και για τις επαρχιακές αντιλήψεις, αν και ως γενίκευση είναι μάλλον ισοπεδωτική. Όσο για την παγκόσμια πεζογραφία αυτή τη στιγμή βρίσκεται μάλλον στο ναδίρ όπως ακριβώς και η ελληνική. Όπως άλλωστε και η ποίηση, ελληνική και παγκόσμια. Εντούτοις, νομίζω πως δεν έχουμε το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε πλέον την όποια καθυστέρηση – ή απλώς υστέρηση – της ελληνικής κοινωνίας ως δικαιολογία για την ασημαντότητα της τέχνης της. Και το λέω αυτό διότι απλούστατα στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ενοποιημένο από την Kulturindustrie και την τραπεζική χρηματοπιστωτική οικονομία, μπορεί κατά τόπους οι αποχρώσεις να διαφέρουν αλλά οι διαμορφωμένες – και όχι κληροδοτημένες πλέον – νοοτροπίες ελάχιστα αποκλίνουν ή διαφοροποιούνται. Η οικονομική κρίση στις ΗΠΑ πλήττει εξίσου την Ισλανδία, την Γαλλία, την Βρετανία και την Ελλάδα. Η καλλιτεχνική κρίση γιατί να μην τις χτυπάει το ίδιο; Εμμένοντας στην καθυστέρηση και τις επαρχιακές νοοτροπίες ως αίτιο, καταλήγουμε, μέσω της συστηματικής επανάληψης, να τις υιοθετούμε υποσυνείδητα ως δικαιολογία ανεξελιξιμότητας. Το αίτημα για μια νέα λογοτεχνία για το οποίο έκανα λόγο δεν έχει σημασία αν θα εκπληρωθεί στη Βολιβία, τη Κίνα, το Ουλάν Μπατόρ, τη Δαμασκό ή την Καβάλα. Μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί παντού, εξίσου εύκολα – ή δύσκολα – σε κάθε μια από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Και αυτή είναι μια εντελώς σύγχρονη δυνατότητα. Γιατί ο άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου είναι αναγκαστικά – το συνειδητοποιεί δεν το συνειδητοποιεί – υπήκοος/υποκείμενος (subject) μιας διεθνούς εξουσίας και ως εκ τούτου πολίτης του κόσμου. Ανεξάρτητα από το πώς το κρίνει κανείς είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε να την αντικρίζουμε ακόμα κι αν θα το θέλαμε. Τώρα αν το καλλιτεχνικό όραμα κάποιων εκ των σύγχρονων συντοπιτών μας εξαντλείται στο να δουν το όνομα τους να φιγουράρει στις λίστες ευπωλήτων του Ελευθερουδάκη τότε τόσο το χειρότερο γι αυτούς. Σε είκοσι χρόνια δεν θα τους θυμάται κανείς. Αν υποθέσουμε πως η ανθρώπινη μνήμη θα είναι ικανή μετά από είκοσι χρόνια ακόμα να θυμάται…
Υ.Γ.: Όσο για το ότι η ποίηση αποτελεί το μόνο αδιάβλητο επίτευγμα της Ελλάδας στην παγκόσμια κοινότητα αυτό είναι μια αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα, πραγματικότητα όμως που δυστυχώς αφορά μόνο τους έλληνες λογοτέχνες… έξω ούτε καν ο Καβάφης δεν είναι δεδομένος… Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος ψύλλοι στʼ άχυρα… όσο για το επίθετο «ελληνικός» (grec), κε. Μίχο, στη Γαλλία είναι συνώνυμο του κεμπάμπ…
http://nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/2008/index.html
Το βραβείο Νόμπελ για το 2008…Ζήση, κάνε ρεπορτάζ…για τις γαλλικές αντιδράσεις
Πολύ δουλεμένο κείμενο από ένα θαυμαστή του Λειβαδά και του Ξένου. Συγχαρητήρια!
Σωτήρη, αντί για ρεπορτάζ θα προτιμούσα να μετέφραζα κανένα απόσπασμα… ίδωμεν… αν βρω χρόνο…