
Γαρδένιες
Όμορφο στήθος ματωμένο σου γλυκό
το πρόσωπό σου θλιμμένο το ίδιο.
Σκέψεις αιμοραγούσες για στιγμές πουτάνες.
Γαρδένιες που γέρασαν ανθισμένες.
Αγάπες που σάπισαν πριν πεθάνουν.
Μήνυμα
Ένα παλιό γραμμόφωνο.
Αυτό είναι η ζώη.
Κι εμείς
απλές χαραγματιές πάνω στο δίσκο
να μας ξύνει μια βελόνα.
Είναι ατέλειωτος αυτός ο δίσκος
και οι κραυγές μας.
Δεν παύουν να ακούγονται
από το σκονισμένο μεγάφωνο.
crazy love
Ό,τι απομένει από μια τρελή αγάπη είναι μονάχα η κου-
ρελαρία του κολαστηρίου.
Η ακατάπαυστη ροή του μένους και των εμμονών για ό,τι
απέμεινε από αυτή
μπορούν να ανήκουν μονάχα στην αποσυντεθειμένη ψυχή
μιας πουτάνας με άδειο ταμείο.
Σπουδή στο βίτσιο η όποια προσπάθεια για μια καταστο-
λή των συνεπειών της.
Πλήρης παρακμή.
Σάπιες φράουλες και ξερασμένα βατόμουρα το οξυγόνο της
εξορίας.
Φιλιά στις κατατομημένες φιλίες και τα παραπόνά τους
στους τάφους τους.
Τίποτα δεν κρατάει πάνω από μια ζωή.
Το σπίτι μου το έχτισα δίπλα στο λιμάνι.
Οι εξόριστοι λατρεύουνε τους δρόμους που γυρίζουν στην πατρίδα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ:
ΓΙΑ ΤΗΝ «ΣΚΕΨΙΡΡΟΙΑ» ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΙΡΚΑ
(Γαβριηλίδης 2008)
Γιάννη Τσίρκα, σου γράφω αυτές τις αράδες γιατί βρήκα λόγους. Το παρακάτω κείμενο προοριζόταν να σου σταλεί με e-mail μα προτίμησα να το χρησιμοποιήσω σαν παρουσίαση στο Ποιείν, ώστε να είμαστε στο εξής και οι δυο εκτεθειμένοι• εγώ στο ελάχιστο για όσα κρίνω και σε αφορούν, κι εσύ στο μέγιστο για το πώς θα πράξεις στα μεγαλύτερα ύψη.
Κατʼ αρχάς χαιρετίζω θερμά την εμφάνιση της «Σκεψίρροιας» ως σημαντική πρώτη συλλογή, που σημαίνει δηλαδή πως κρατάω την ορμή και το ύφος σου σαν μεγάλη υπόσχεση. Έχεις ξεκινήσει πολύ καλά, αυτό πιστεύω. Βρίσκω πως η «Σκεψίρροια» ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες συλλογές των νέων ποιητών, ηλικίας 18 έως 30 παρά ετών. Και η εκτίμησή μου ετούτη βασίζεται στην ανάγνωση τουλάχιστον 40-45 επιλεγμένων συλλογών που αφορούν στο ηλικιακό πλαίσιο που προανέφερα και ορισμένες εξ αυτών έχουν σχολιαστεί ως πολύ αξιόλογες. Είμαι από εκείνους που δεν αναγνωρίζουν την επίσημη «νέα γενιά σημαντικών ελλήνων ποιητών», μα η παρουσία σου βρίσκω πως αλλάζει κάπως την κατάσταση.
Εάν εξαιρέσω 4-5 ποιήματα από τα 24 της συλλογής, η γραφή σου είναι αβίαστη και ξεκάθαρη. Το γεγονός πως δεν ταλανίζεται ουδεμία επίγνωση σχετικά με τις προθέσεις του ποιήματος, και πως μοιάζει να γράφεις σχεδόν όπως (φαντάζομαι) περπατάς, σε φέρνουν στον δρόμο της Ποίησης. Εκεί που άλλοι, συνομήλικοι ή μεγαλύτεροί σου, επίδοξοι ποιητές παθαίνουν λάστιχο στον αιφνιδιασμό της ύπαρξης, της καθημερινότητας, του στοχασμού, εσύ τείνεις στη δολοφονία της μίας ομορφιάς για να πιει το αίμα η άλλη. Τι θα συμβεί στο εξής, βεβαίως, το γνωρίζεις μόνον εσύ.
Στα πλαίσια αυτής της μικρής παρουσίασης θα ήθελα να σημειώσω και κάποια άλλα πράγματα. Πολλά από τα ποιήματα βασανίζονται κάπως από την ισχύ ενός απωθημένου. Γιʼ αυτό ίσως να χρειάζεται και πρακτική λύση πέραν της ποιητικής. Το ποίημα πρέπει να υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που έπαθε ο ποιητής, δεν είναι δυνατόν το ποίημα να έρχεται ίσα με τα πάθη. Αυτό είναι ενάντια στην Ποίηση. Δεν υπονοώ βεβαίως πως δεν έχουν δουλειά τα πάθη με την ποίηση, το αντίθετο, μα το ποίημα έχει να κάνει με το ξεπέρασμα ακόμη και της πιο δυσχερούς, βαθιά μαινόμενης, κρίσης. Τα ράμματα στη γούνα μας να υπηρετούν την ποίηση και όχι η ποίηση να υπηρετεί εκείνα. Τέλος, εδώ κι εκεί αιωρείται μία «ροκ» αίσθηση που είναι, κατʼ εμέ τουλάχιστον, περιττή. Μπορείς να γράψεις καλύτερα εάν την αποβάλλεις. Αυτά πιστεύω, και τα εκφράζω φιλικά διακείμενος απέναντί σου, δίχως αυτό να σημαίνει πως για τούτο εξαιρούνται από την πιθανότητα της ρήψης στον κάλαθο των αχρήστων. Περιμένω αυτό που όταν φοβηθείς δεν θα φοβηθείς να κάνεις.
Με εκτίμηση,
Γιάννης Λειβαδάς.










Δύο τα σκέλη της σημερινής ανάρτησης: το ποιητικό και το σχολιαστικό του ποιητικού. Στο σχόλιό μου θα ασχοληθώ με το δεύτερο.
Νομίζω πως σε όλους μας είναι απολύτως γνώριμος ο πυρήνας της τρέχουσας παιδαγωγικής των-ας πούμε-φτασμένων ποιητών: είμαστε “κρατημένοι” στα σχόλιά μας για ποιήσεις νέων σε ηλικία ανθρώπων-λέμε τον καλό λόγο του σταγονόμετρου-λέμε το δρόμο που έχει ο νέος να διανύσει-λέμε την τεράστια ευθύνη του στίχου-λέμε ό,τι πραγματοποιεί την αναρρόφηση αέρος από μυαλά φουσκωτά, μιας και μόνο τέτοια έχουν οι νέοι που πιάνουν μολυβάκι. Οι παραφτασμένοι λένε και ειρωνείες, λένε και προσβολές, λένε πόσο απαξιούν και να πουν ακόμη στα φοιτητάρια της γραφής. Να πουν οτιδήποτε μη χολεριασμένο.
Η συμπεριφορική πρώτη ύλη που ενδεώς περιέγραψα είναι, κατά τας προτιμήσεις μου, μεταστατική και θανατηφόρα.
Προτιμώ-ως πρώτη ύλη, πάντα-αυτήν: “Είμαι από εκείνους που δεν αναγνωρίζουν την επίσημη «νέα γενιά σημαντικών ελλήνων ποιητών», μα η παρουσία σου βρίσκω πως αλλάζει κάπως την κατάσταση”.
Όταν αυτή η πρώτη ύλη κινείται εκ της άδολης εκφοράς (το λέω για να μην μπερδευτούμε με ανάλογες εκφορές συμφέροντος και συναλλαγής, τουτ’ έστιν εξωποιητικές), με διαπερνά μ’ ένα βαθύ ήθος, γνωστό μεν στη θεωρία της παιδαγωγικής πλην ανενεργό και (αντανακλαστικά, ίσως) σοδομιζόμενο.
Ο καιρός που ποτέ δε θα ‘ρθεί
δηλαδή ο καιρός των πρεσβύτερων που θα ΄ναι έτοιμοι να μιλήσουν έτσι για την ποίηση του νέου
επειδή τους άρεσε η ποίηση
θα ΄ταν σχολείο αληθινό για τους καιρούς.
Ο Ιωάννης Τσίρκας είναι όντως ένας φέρελπις νέος, ένας ποιητής με αναμφισβήτητο τάλαντο, που πιστεύω ότι εν καιρώ θα μας δώσει και άλλα πολλά αξιόλογα δείγματα γραφής.
΄
Φίλε Τσίρκα σε χαιρετίζω κι από δω,
(κι ας έχεις καιρό να επικοινωνήσεις)
ΧΡΗΣΤΟΣ – ΠΑΤΡΑ
O Μήτσος Παπανικολάου έπεσε μέσα για τον Ελύτη (υποθέτω ότι ο κ. Μίχος εννοεί ως προς τη συνέχεια του Ελύτη) κατά κάποιους. Κατά κάποιους άλλους-όπως για τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών και ποιητή Σωκράτη Σκαρτσή-οι Προσανατολισμοί είναι το καλύτερο ίσως βιβλίο του Νομπελίστα (ας με διορθώσει ο κ. καθηγητής αν δεν έχω αντιληφθεί σωστά τα λεγόμενά του). Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι, όπως ο κ. Γιάννης Λειβαδάς (ας με διορθώσει ο ποιητής αν δεν έχω καταλάβει καλά), που έχουν μάλλον δυσμενή άποψη για την ποιητική Ελύτη συλλήβδην.
Γιατί τα λέω αυτά; Για να κρατήσω τη σπανίζουσα πρώτη ύλη: τη γενναιοδωρία, την ενθάρρυνση, το παιδαγωγικό θερμοκήπιο, την έλλειψη του συμπλέγματος, την έλλειψη της προσβλητικής ξιπασιάς, την αγάπη για το πνευματικό προϊόν κι ουχί το χρισμένο (θυμήθηκα το Νονό) στέλεχος.
Γράφουν ποίηση, κάνουν ποίηση, ασκούνται στην ποίηση ή ασκούνται με ποίηση. Κάποτε – ή πάντα – Ποιητής ήταν ο ξεχωριστός, ο έ ν α ς, -νομίζω και σήμερα-… εκείνος που έσπαγε τους καθρέφτες της κοινοτοπίας, της πλήξης, της μεσότητας… για να βρεί την κρυμμένη, την “άλλη” πόλη μέσα στην πόλη. Σήμερα, συμβαίνει να είναι όλοι ποιητές – να είναι ποιητής ο μαζάνθρωπος ή οι μαζάνθρωποι – γιατί όλοι – οι περισσότεροι – γράφουν και εκδίδουν, κι αν δεν εκδίδουν γράφουν, γράφουν, γράφουν. Με τι μέτρα να κριθούν και, ποιοι θα κρίνουν, αφού και τα κριτήρια, σχεδόν πάντα είναι υποκειμενικά, όσο κι αν προσπαθούν να στραφούν προς την… αντικειμενο-ποίησή τους. Είναι λοιπόν η Ποίηση σήμερα, μία μεγάλη αγκαλιά, ένα άσυλο που περιθάλπτει τους πάντες… και ποιός μπορεί να εμποδίσει τον άλλον να κάνει αυτό που τον τέρπει και τον κάνει ευτυχισμένο. Η ευτυχία του να γράφεις και να νιώθεις ποιητής είναι η πιο νόμιμη αρπαγή σε άθλιους καιρούς όταν κάποιοι εγκληματούν για να είναι ευτυχισμένοι. Ευχαριστώ.
ΛΙΟΣΗ ΙΣΜΗΝΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ