“αειθαλής ανάμνηση”

Πέρασα από τον πράσινο καιρό
Που ήσουν φύλλο άπεφτο
Μα ο άνεμος δεν ήταν πια ο ίδιος
Εγώ μου λέει του φθινοπώρου είμαι
Από άνοιξη δε θυμούμαι

Ύστερα πέρασε πίσω απ` το ταμείο των φθορών
Χρωστάτε μια διάρκεια πτώσης είπε
Και ολίγα παγωμένα άκρα

“μινόρε χρυσάνθεμα”

“εδώ τα καλά νερά
κι εκεί
οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν”

χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω
κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα
ναυαγός αλιεύομαι

τμήμα διάτασης το τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
όλος προς πάθος ανάγκης εξαρτώμενος
δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
και με ρίχνουν κάτω
φορτίο στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα που μαδώντας διάθεση
υλοποιείσαι αγέρας εποχής
από παντού καταφτάνεις
πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα

“πτώση εποχής”

Λες
Ποιαν ευτυχία μπορεί κανείς να σου κλέψει
Απομακρύνοντας το σώμα του
Κανείς
Κόλλησα στο τσίτι που μοσχομύριζε αμοιβή
Κι ανέτειλα έφηβος ύμνος
Μα πού είσαι
Πού εντός
Πετάω άδειο σακάκι στον αέρα
Στις αιώρες των απόντων τραμπαλίζομαι
Συλλέγω ύστερα τα χέρια σου ένα ένα
Σε κλειδώνω στους ώμους
Να `σαι εδώ ανεπιτήδευτο θαύμα
Και πια ολόκληρη να μη μου φεύγεις
Τραβάω το φουστάνι σου
Στου εγωισμού τα μπλόκα
Μα πού είσαι
Πού εκτός
Όπου και να `σαι σκύψε να ακούσεις
Τρελός στα υψηλά των ελλειμμάτων
Ηχογραφώ πτώση εποχής
Κι αειθαλών ειρώνων τα πράσινα γέλια