
Μια επιλογή ποιημάτων του Δ.Ι.Σουρβίνου σε επιμέλεια Γιάργου Μύαρη, εδώ.
Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση στην προσωποπαγή γραφή του Δημήτρη Ι. Σουρβίνου. Κι έχω πολλούς λόγους. Από το αφοπλιστικά λιτό βιβλίο του Ένα κλαδί της πικροδάφνης, εκείνη την πρώτη του εμφάνιση, στα πενήντα οχτώ του χρόνια, την οποία υποστήριξε με την γνωστή του επιμέλεια ο «Πόρφυρας», έως τα πρόσφατα έργα του, με σταματά πάντα η συμπυκνωμένη εικόνα ενός οικείου-ανοίκειου κόσμου, ο οποίος μόλις την τελευταία στιγμή προλαβαίνει να ψιθυρίσει το ύστατο, υποβλητικά καίριο, ποιητικό του ρήμα.
Πώς άραγε να μην συγκρατήσω, να μην υπομνηματίσω αυτό το επικυρίαρχο αίσθημα μιας καλώς συγκερασμένης και γιʼ αυτό απόλυτης οδύνης, η οποία προβάλλει σταθερά μέσα από κάθε σχεδόν ποίημα; Η διάσταση μεταξύ της λεγόμενης αντικειμενικής και της καλλιτεχνικής πραγματικότητας είναι τόσο έντονη, τόσο ανενδοίαστη: ότι βρίσκεται ανάμεσά τους είναι καμμένη γη, ό, τι προσπαθήσει να τις συναιρέσει αυτομάτως απόλλυται. Ο ποιητής δεν εθελοτυφλεί, αλλά απέρχεται (ή μήπως εκβιάζεται να απέλθει;) στη διαρκή Eξορία. Άλλωστε η αντίδραση αυτή δεν είναι τυχαία, σπασμωδική ή πρωτότυπη: προϋπάρχει η πολιτική που τηρήθηκε από τις παλαιότερες εποχές. Ας θυμίσω πρόχειρα: «Ovidius poeta in terra Pontica exulat.»
Η φωτογραφική απόδοση μιας ειδικότερης φθοράς, δραματικά ανέκκλητης, όπως για παράδειγμα κατατίθεται στις σημαδιακές «Φλέβες του Θεού», (ίδετε εν προκειμένω την αντιπροσωπευτικότερη ίσως συλλογή του, την Τεφροδόχο, η οποία κυκλοφόρησε από τις καλλιεπείς εκδόσεις «Κείμενα» του αξιομακάριστου Φίλιππου Βλάχου, το 1985), μαρτυρεί τόσο τον υψηλό βαθμό της αισθητικής επεξεργασίας του προϊόντος του δημιουργικού λόγου, όσο και την πλήρη αξιοποίηση, από καθαρά σημασιοσυντακτική άποψη, της ροής του ενδότερου, του συνειδησιακού δηλαδή υλικού. Παραθέτω ενδεικτικά: «Στο μαύρο βύθος του πηγαδιού / κοιμάται / ο βουλιαγμένος καθρέφτης του νερού / εκεί ενίοτε / αναπαύεται η Σελήνη / το ελάχιστο τριζόνι ακούγοντας / συλλαβή προς συλλαβή / νʼ απαγγέλλει τον τρόμο του / μες στην κατάκοιτη βάρκα / που άταφη λιώνει / και υποκύπτει / στο χερσαίο της θάνατο / ταπεινωμένη / παγιδευμένη σε λιθάρια φονικά / αλλά / παρʼ όλες τις βροχές ρουφήχτρες / και τα σκυλόδοντα του Ανέμου / στο άθλιο σανίδι επάνω / κάπως / αντέχει ακόμα και διακρίνεται / Πελαγία / της βάρκας το όνομα » (ιδέτε, ο. π. σελ. 9). Οι ευδιάκριτοι απόηχοι από τον Σολωμό, τον Σικελιανό και τον Ελύτη συνδράμουν επαρκώς: η σκηνοθεσία του ήχου παραμένει υποβλητική. Δεν υπάρχουν εδώ, θέλω να πω, κάποια ελάσσονα ποιήματα, αλλά μόνον κενοτάφια. Το όποιο μπαρόκ στοιχείο της αφετηριακής πρόθεσης αναβαθμίζεται προοδευτικά σε ισχυρή συγκινησιακή λάμψη. Η ανάπτυξη των αυτοελεγχόμενων λυρικών τρόπων οδηγεί εκ του ασφαλούς στην ολοκληρωμένη καταγραφή οριακών ένδον ανακατατάξεων.
Η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου οφείλει να εκληφθεί ως αποτέλεσμα της αποδεδειγμένης αδυναμίας του να συμφιλιωθεί με τα συγκεκριμένα δεδομένα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Η Αντιόπη, η Λευκοθέα, η Πλατυτέρα, η Πελαγία, ο Ιούδας, ο Ύπνος, ο Φόβος, που επιμένουν να στοιχειώνουν πολλούς στίχους, δεν συνιστούν τα τυποποιημένα προσωπεία και τις εμβληματικές μορφές ενός απολιθωμένου συστήματος ζωής, αλλά απεικάσματα όντων, εμπύρετες υποστάσεις, οι οποίες αναζητούν (πιθανότατα ματαίως) έναν επαρκή χώρο γαλήνης, μιαν εστία οικουμενικής συναντίληψης, προκειμένου επί τέλους να ανανήψουν. Στην κατ΄ εξοχήν παράδοξη απόφανση του Ζήνωνα του Ελεάτη «αν υπάρχει ο τόπος, θα είναι μέσα σε κάτι• γιατί κάθε ον είναι μέσα σε κάτι• και το να είναι μέσα σε κάτι, είναι να είναι και μέσα σε τόπο. Άρα και ο τόπος θα είναι μέσα σε τόπο, και τούτο επʼ άπειρον• άρα δεν υπάρχει ο τόπος» (ίδετε Προσωκρατικοί, επιλεγμένα αποσπάσματα-μετάφραση-εισαγωγικό σημείωμα: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, Κατάλογος 22, εκδόσεις «στιγμή», 2000) υπολανθάνει αυτή ακριβώς η αδιέξοδη κατάσταση, η αδυναμία δηλαδή εξεύρεσης οριστικού Οίκου, την οποία μελετά, μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Ι. Σουρβίνος.
Η φύση για τον ευαισθητοποιημένο αυτόν πομποδέκτη δεν είναι το συμβατικό, καταχρηστικά μονοσήμαντο θεματολογικό πλαίσιο, αλλά η αεικίνητη, ασίγαστη δύναμη, βεβαίως μυστηριακή, η οποία ορίζει το όλον, προοικονομεί το όλον και ανακυκλώνει το όλον. Ο ποιητής, σύμφωνα με την ευδιάκριτη νιτσεϊκή προοπτική, διαισθάνεται, διαλέγεται και εν τέλει γράφει όχι από το νοητό κέντρο του κόσμου, στο οποίο πίστευε κάποτε ακράδαντα ότι κατοικούσε, αλλά από έναν ελάχιστο, απροστάτευτο πλανήτη, από μια σαφώς απομονωμένη κουκίδα του απάνθρωπου μάλλον σύμπαντος. Η δική του μοναξιά είναι εν τέλει η τρομερή μοναξιά του παντός.
Εννοείται ότι η συνομιλία με τον έσω δαίμονα είναι αδιάπτωτη, αλλά και τυραννική ταυτοχρόνως. Ο ποιητικός λόγος αναζητεί την ιδιαίτερη εκείνη σχέση, η οποία ενδεχομένως να συνδέει παραγωγικά το καθημαγμένο εγώ με το αναπόφευκτο Άλλο. Το πολύπειρο εγώ, δηλώνει εμμέσως πλην σαφώς η προαναφερόμενη Τεφροδόχος, μπορεί τουλάχιστον να πράξει τούτο: να γυρίσει την πλάτη του στην ψευδεπίγραφη αγορά της κοινωνικής κυψέλης, στην οποία οι ματαιόσπουδοι κατά κανόνα προστρέχουν, και να συνεχίσει την αποδόμηση ή και την επινόηση ακόμη των (αποκλειστικά δικών του) ορατών και των (αποκλειστικά δικών του) αοράτων.
Στον βαθμό μάλιστα που ισχύει σε μεγάλο βαθμό η άποψη ότι «η μυστικιστική παράδοση, την οποία θα μπορούσα να αποκαλέσω το κομμάτι της Ασίας μέσα στον δυτικό άνθρωπο, από την αρχή του Ευαγγελίου ίσαμε τη σύγχρονη εποχή δεν έπαψε να επιμένει σε μια θέαση της αλήθειας πέρα από την ορθολογική κατανόηση, πέρα από τη λογική, πέρα από τον πειραματικό έλεγχο ή την αναίρεση. Υπάρχει, λένε, κάπου μια «αλήθεια υψηλότερη από την αλήθεια», προϊόν άμεσης μυστικιστικής αποκάλυψης» (ίδετε Τζωρτζ Στάινερ, Νοσταλγία του απολύτου, εκδόσεις «Άγρα», 2007, σελ. 96), η ποίηση, την οποία καλλιέργησε με συνετή εσωστρέφεια τα τελευταία χρόνια ο Δημήτρης Ι. Σουρβίνος συνιστά πρωτίστως μια καλά οργανωμένη δοκιμή της διάρρηξης ενός υπέρτατου Νοήματος, το οποίο αφορά άμεσα και στην ύπαρξή μας. Εξ ου και η έντονη αναστοχαστική υφή της γραφής του ποιητή από τους Παξούς.










Σημαντικότατος ποιητής. Μέλει να ανακαλυφθεί και από το αθηναϊκό “κέντρο”. Άμποτε.
Φίλτατε Γιώργο, οίκοθεν νοείται συμμερίζομαι απολύτως την επιθυμία σου.
Το αθηναϊκό κοινό εν πολλοίς ολιγωρεί ολιγωρίαν μεγίστην. Τυφλό τά ώτα τόν τε νουν τα τ΄ομματα. Αλλά ο Σουρβίνος για όσους άγγιξε με λόγο και αύρα σαν κύμα βαθύ ερχόταν αργά αργά και να! αφήνει την ατάκα, μεστή, αστραφτερή και πύρινη. Αγαπητε Γιώργη, αυτό δεν είναι πάντα ευχή! Το ελάχιστο τριζόνι … ποιος ακούει;