Δημήτρης Κοσμόπουλος: Λατομείο, Εκδόσεις Κέδρος 2002, σελ.103
Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, κατά την άποψή μου, αποτελεί το επιφανέστερο παράδειγμα ενός τρόπου με τον οποίο οι νεώτεροι μπαίνουν εκδοτικά στην ποίηση. (Προσθέτοντας και το γεγονός του μη συγχρονισμού του με την τοποθέτηση των γενιών και ενός συνακόλουθου άγχους δημοσιότητας που τον συνοδεύει ως την έκδοση του πρώτου βιβλίου του…)
Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος με το «λατομείο» καταφέρνει μιαν επαρκέστατη ανταπόκριση στον ορίζοντα αναμονής της «αγοράς». Σε όλα τα ζητούμενα. Σε όλη την κλίμακα που αρχίζει από τον ισόμετρο στίχο και φτάνει στις πεζολογικές μορφές. Με επαρκέστατες καταθέσεις αναγνωστικής παιδείας που φτάνουν ως την γνώση των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Και με επαρκέστατες αναφορές στον περίγυρο στις αφιερώσεις σαν ανταπόδοση «τροφείων».
Τα ποιήματά του είναι αψεγάδιαστα ως προς την εφαρμογή των κανόνων που αξιώνουν οι φόρμες που επέλεξε.
Κι όμως παρʼ όλα αυτά τα έλκει μια βαθύτατη αποτυχία άλλης τάξεως. Και η αποτυχία συνίσταται στο γεγονός ότι τα ποιήματα καταλήγουν εκεί από όπου θα έπρεπε να αρχίζουν. Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο το συνέχει η υποδόρια αναζήτηση αποδοχής, από το γεγονός και μόνο ότι κάποιος «μπορεί να γράψει όπως εσείς», με παρόμοια πάνω κάτω αποτελέσματα. Αυτό οδηγεί κάθε ποιητική προσπάθεια να επιδιώξει να καταλήξει στην «ασφάλεια» μιας λύσης αποδεκτής και κεκυρωμένης.
Τα ποιήματα ένα προς ένα θα μπορούσαν να προσαρτηθούν στις «πηγές» της συνομιλίας τους χωρίς κανέναν κραδασμό, αφήνοντας πίσω οποιαδήποτε επιδίωξη μιας προσωπικής φωνής του δημιουργού τους.
Με το δεδομένο ότι πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση ενός ποιητή, η ύπαρξη μιας εσωτερικής λογοκρισίας είναι συγγνωστή, ωστόσο η συγκλίνουσα κατεύθυνση προς τον ορίζοντα αναμονής του ποιήματος εξαφανίζει, κατά τη γνώμη μου, την οποιαδήποτε αποκλίνουσα διάσταση που θα μας επέτρεπε να εικάσουμε τα πρώτα ψήγματα μιας φωνής προσωπικής του ποιητή.
Η φιλολογική σκευή που πια χαρακτηρίζει τα βιογραφικά όχι μόνο του Κοσμόπουλου, αλλά και αρκετών άλλων από τους νεότερους, φαίνεται να έχει αρχίσει να παράγει τα αρνητικά της αποτελέσματα, καθώς υποψιασμένοι προσπαθούν να ανταποκριθούν στα ζητούμενα της λογοτεχνικής διαμεσολάβησης.
Μικρά ρυάκια που εκβάλλουν στο ποτάμι του φιλολογικού θορύβου και αυξάνουν την εντροπία του.
Το πόνημα του Κοσμόπουλου με τις φιλολογικές αρετές του και την ανταπόκριση στην επιφάνεια της αγοράς βάζει υποθήκες και για την ίδια την ποίηση.
Αν η δουλειά του κριτικού είναι να συμπορεύεται με τον ποιητή ως «επαρκής;» αναγνώστης, ας μας επιτραπεί αυτή η συμβουλή σʼ ένα ποιητή.
Γιατί απέναντι στην απολλώνια και λειασμένη πραγματικότητα που παράγει προϊόντα ευπειθούς μαθητείας, λείπει το διονυσιακό στοιχείο, ο στοιχειώδης κόρδακας με την εμφάνιση των πρώτων ρήξεων που μας υποψιάζουν ότι πίσω από την εκπαιδευτικού τύπου ανταπόκριση στα κελεύσματα των δασκάλων υποβόσκουν τα ρήγματα μιας αρχομένης ιδιοφωνίας.
Αλλιώς το παιχνίδι δεν έχει νόημα.











Η 17η στήλη του “ποιείν” είναι γεγονός!
“Η κρίση της ποίησης” θα φιλοξενεί κριτική ποιητικών βιβλίων από τον Γιώργο Μίχο.
Καλό μήνα, πατριώτες!
Κύριε Μίχο
συμφωνώ απόλυτα με την κρίση σας. Θόρυβος -κν. ντόρος για να θυμηθούμε και τον Θ. Ντόρρο- έγινε σχτικός για την επιτυχημένη συλλογή του Κοσμόπουλου. Αυτό ακριβώς : επιτυχημένη όχι καλή. Δεν θα τον συμπεριλάμβανα σε καμιά ανθολογία μου, αν έκανα…Λυπάμαι, να το πω απλά, δεν μου αρέσει.
Η περίπτωση Κοσμόπουλου υπενθυμίζει την επικίνδυνη ύπαρξη του σκόρου μέσα στο συμπαγές ξύλο… Οχι πως οι ποιητάδες δεν έχουν εξοστρακίσει την ποίηση από τη θέση της, αλίμονο. Ας όψεται η στιγμή για τους πενήντα βάλε που διψούν για τη στιγμιαία οδύνη της δόξας. Μα, ως αντίποδας, ποιητές σαν τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο (παιδί από τη νέα γενιά) δημιουργούν προϋποθέσεις για αντίδοτα, χάρη στη σοβαρή και ουσιαστική συμβολή τους σε ό,τι αποκαλείται σύγχρονη ποιητική δημιουργία ή ενασχόληση με την ποίηση. Είναι βραβευμένος, βεβαίως, ο Δ.Κ. Γιατί όχι; Τόσοι άλλοι παίρνουν φαλκιδευμένα βραβεία παρόλο που έχουν γράψει το απόλυτο μηδέν, σαν τα κουλούρια με σουσάμι στο Σύνταγμα κάθε πρωί. Μα πού έβαλα την ψεκαστήρα μου;!…
Επειδή υπήρξε -επί τέλους!- αναφορά σε “κρίσεις ηθικής τάξεως”, θα χαιρόμουν, εγώ προσωπικώς και άνευ ετέρων φιλοδοξιών αναγνωρίσεως, τα εγκαίνια μιας νέας (17ης- δεν είναι έτσι, κύριε Παστάκα;) στήλης, αφορώσας μάλιστα την “κρίση της ποίησης” (είμαι αναγκασμένος να το θέσω σε εισαγωγικά, γιατί εγώ θα έγραφα “της ποιήσεως”), μετά την “κρίση του βιβλίου” ή “την κρίση του θεάτρου” ή “την κρίση των εικαστικών” της Λέξης, μιας νέας, λοιπόν, στήλης, πάντα καλοδεχούμενης βεβαίως, με μία, θα έλεγα, περισσότερο “θετική” κρίση… Άς μην ήταν, κατ΄ανάγκην το “Λατομείο”, ας ερχόταν αυτό μετά… αλλά ας αρχίζαμε, “για λόγους ηθικής τάξεως” πάντα, με κάτι που θα μας απογείωνε και θα μας χαροποιούσε, από το αντίθετο μας έχει, πλέον, κουράσει η καθημερινή ζωή κι αυτό, οπωσδήποτε, στην ώρα του θα έρθει… Και θα είναι ζοφερό, όπως θα πρέπει να είναι!
Ίσως, όπως θα υποψιαστήκατε, δεν κάνω το συνήγορο του κυρίου Κοσμόπουλου (δεν τον χρειάζεται, άλλωστε, νομίζω), το βιβλίο του οποίου, σημειωτέον, δεν έχω ακόμη διαβάσει, ούτε, βεβαίως, τον κατήγορο του κυρίου Μίχου (τον οποίον, tampoco, νομίζω υπολογίζει ), -όμως για την “κρίση της ποίησης” μιλάμε, βρε παιδιά, και πώς να γίνει; , δεν είναι όλα παθολογία σε αυτή τη ζωή, υπάρχουν, ευτυχώς ακόμη, μερικοί που πηγαίνουν στο γιατρό, κι αυτός καλωσυνάτα τους λέει “δεν έχετε τίποτα. Μην ανησυχείτε. Μπορείτε να επιστρέψετε στο σπίτι σας”…
Και κάτι για ν΄αλλάξω κλίμα, “εκ του πονηρού”, βεβαίως:
Διαβάζω σε διπλανή στήλη ότι “ο Ντορίν Πόπα” είναι υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2008 και αναρωτιέμαι ποιός είναι αυτός ο άγνωστος σ’ εμένα ποιητής που έχει τόσες φιλοδοξίες και τολμά να ορθώνει τα μάτια του σ’ αυτό το τόσο περιώνυμο βραβείο. Μπαίνω, λοιπόν, στο διαδίκτυο κι από εκεί μεταφράζω πρόχειρα τρία μικρά του ποιήματα, που τα μοιράζομαι, επιτρέψτε μου, μαζί σας, αυτή την μέρα της κρίσεως:
Α Υ Τ Ο Π Ρ Ο Σ Ω Π Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
ό,τι θα μπορούσα να επιτύχω
και δεν το πετυχαίνω
ό,τι θα μπορούσα να καταλάβω
και δεν καταλαβαίνω
ό,τι θα μπορούσα να είμαι
και δεν είμαι
Σ Κ Ο Ν Η Κ Α Ι Σ Τ Α Χ Τ Η
“Υπάρχει ένα σκουλήκι που κρύβεται στον Κόσμο”
(C. Noica)
άν και τα πράγματα είναι λερωμένα
με έκπληξή μου βλέπω:
συνεχίζουν να ρυπαίνονται
κανείς δεν σταματάει,
δεν προχωράει κανένας.
κάποια φορά
από εκεί κοντά πέρασε
ένας καθάριος ήχος
αυτοί που τον ακούν ακόμη
βιάζονται να τον ξεχάσουν
Α Ν Ε Ρ Θ Ε Ι Ο Χ Ε Λ Ν Τ Ε Ρ Λ Ι Ν
κάποτε η μελαγχολία νικάει
κι ανάμεσα απ’ τα ουράνια όλα
απλώνεται καταστροφική η παιδική ηλικία
αν έρθει ο Χέλντερλιν
ο ουρανός θα εκπέμψει γλυκά άσματα
αναστάσιμα
και το μάτι της βελόνας θα κλειστεί
(το εμπορικό τραίνο πια δεν θα περάσει
απ’ το λαιμό μου)
αν έρθει ο Χέλντερλιν
μόνο αρπισμοί από μακρυά
θα ακουστούν
και παιδικές φωνές σε ένθερμη χορωδία.
ό,τι είναι αβέβαιο θα αποκαλύψει τη μορφή του,
κι ό,τι αγέννητο…
… θα γεννηθεί,
αν έρθει ο Χέλντερλιν
(Δεν πρόκειται να το πάρει, φυσικά, το βραβείο… )
Bravo! Αυτή είναι παρένθεση.
Κύριε Μουζάκη,
(αβέβαιη) φίλη εδώ, σχολιάζοντας την παρένθεση, στην οποία αναφέρεσθε, μου είπε ευθαρσώς “δεν ντρέπεσαι; το έχυσες, πάλι, το φαρμάκι σου!”
Έμπλεως ενοχών, οφείλω να εξηγηθώ: μού έχει περιέλθει εξωδίκως ότι εφέτος θα είναι “η σειρά της Αφρικής”…
Εκτός αυτού, πρέπει να αναγνωρίσω ότι αυτολογοκρίθηκα και τώρα το μετανιώνω (επανορθώνοντας;): αυτό που είχα αρχικώς την πρόθεση να γράψω ήταν “δεν πρόκειται να το πάρει, φυσικά, το βραβείο, ώστε να υπάρχει ουσιαστικός λόγος ανησυχίας των ελλήνων συνυποψηφίων του”…
Με πρόλαβε, όμως, όπως πάντα, ο κύριος Μίχος!
Αλήθεια, ποιον άλλον ποιητή έχει να επιδείξει η νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, που να περιέχει αφομοιωμένο το δημοτικό τραγούδι στο έργο του;
Όποτε διαβάζω στίχους του τρισευαίσθητου ωραίου αυτού Έλληνα (του Δημήτρη Κοσμόπουλου) νιώθω ένα λυγμό για την αβάσταχτη θλίψη και ομορφιά του κόσμου. Έρρωσο, αγαπημένε ποιητή.