yiannis-maravas.jpg

*
στον Ηρακλή Λογοθέτη

Ο πυρετός κι η νύστα
φέρνουν ένα βαπόρι
μέχρι το πορτατίφ.
Την επιστροφή σου στην πρωτεύουσα
θα συνοδεύσει
το επιπόλαιο κρυολόγημα
του Σεπτεμβρίου.

*
Των κουρασμένων βιολιστών
τα χέρια οδηγούνται
σε τεθλασμένες μουσικές
σκοπούς καμπύλους.
Σε τούτη την πανήγυρη που θάλλει
ένα μελαγχολικό, φθηνό
δειγματολόγιο φορεμάτων.

*
Μεγάλες σκιές ορέων που ερωτεύονται
ρόδινοι πεντάγραμμοι ορίζοντες.
Μια υδραντλία που σύλησε
τη γαλήνη του απογεύματος.

*
Προηγούνται στην υποδοχή του θέρους
με καραμούζες, λάβαρα
και σείστρα και ροκάνες
οι πωλητές των παγωτών.
Ο Συμεών ο Κεκαρμένος
ο αναχωρητής των λουτροπόλεων.

*
Κρυμμένα επιμελώς, στο βάθος
της ψάθινης τσάντας
με τʼ αντηλιακά και τα χαπάκια της ναυτίας
ένα δεύτερο εσώρουχο, ένα μικρό καθρεφτάκι
και τα κλειδιά.
Η τρυφερή εξάρτηση
για μια κρυφή
νυχτερινή έξοδο
με μοτοσυκλέτα.

*
Αυτές τις αποσκευές
τη χρωματιστή ομπρέλα, τα κιάλια του
για μια σύντομη μνηστεία κάποιος εγκατέλειψε
μα αναμφιβόλως.
Πίσω απʼ τις ψάθες εκεί του αναψυκτηρίου
ανάμεσα σε εναγκαλισμούς σφοδρούς
σε διαχύσεις
σε φιλιά
την έγνοιαν έχει των αποσκευών.

*
Ως και τώρα που σου τηλεφωνώ
ένας ήρως έρωτος εντός μου…

τώρα που δεν φοριούνται άλλο τα λινά
αυτούς τους έκπτωτους του θέρους
με τα μικρά ονόματά τους προσφώνει
λέγε με απλώς Ιωάννη.

*
Ο τελευταίος μήνας του θέρους
γίνεται πόνος βαθύς σωματικός.
Εδώ χαμηλά-αριστερά
λίγο πιο κάτω
από το πρατήριο των παγωτών.

*
Τα μάτια της, είναι δύο σαφή διαλυτικά
έτσι που με το «γιώτα» της μύτης
αναγράφεται ευκρινώς στο πρόσωπό της
η λέξις «ράϊσμα».
Είναι που έχει αναλάβει προσωπικά
την υπεράσπιση των τελευταίων ημερών
του θέρους.

*
Ο ύπνος τη φέρνει με ψαθάκι.
Λινά υποδήματα, λινή τσάντα.
Με μια ανεπαίσθητη δροσιά
απʼ των κομψών κινήσεών της
το αεράκι.

*
Συννεφιάζει κάτω από την ομπρέλα της
την αποσπά ένας άνεμος
είναι χρεωμένη της επιστροφής
να μπει πάλι στα τακούνια της
πίσω απʼ τον πάγκο.

*
Στη δίπλα κάμαρα κοιμούνται κορίτσια
ως το βάθος του ύπνου τους ανεβαίνει η θάλασσα.
Το πρωί τινάζουν το αλάτι από τα σεντόνια τους.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
“Ο Γιάννης Μαράβας γεννήθηκε «Βενιζελικός» το 1954 στην Αθήνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει μεταφραστεί στα Ρουμάνικα, στην Ανθολογία «42 Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές». Ζει στην Αθήνα και είναι ζωγράφος στο επάγγελμα.”

Ο πειρασμός μου να συμπληρώσω το βιογραφικό που μας παραδίδει ο Γιάννης Μαράβας στο πρώτο και μοναδικό προς το παρόν βιβλίο του (εκδόσεις Καρανάσης, Αθήνα, 1984, με διευθυντή της βραχύβιας σειράς ελληνικής ποίησης τον Δημήτρη Κανελλόπουλο), υπερνικήθηκε τελικώς από το αίσθημα της απόλυτης σταθερότητας αυτής της ποιητικής πλακέτας, κι αν τον πείραζα θα ήταν σαν να πείραζα κάτι από την αρτιότητα της ποιητικής σύλληψης.

Ένας “ήρως έρωτος του θέρους” ο Γιάννης Μαράβας, για όλους εσάς που αναχωρείτε σήμερα ή ετοιμάζεστε να επιστρέψετε από τις λουτροπόλεις με ένα ανεπαίσθητο “ράισμα” εντός σας…