Ένας μικρός γλυκός παλιός Σεπτέμβρης

Σμυρνεικα τραγούδια
Το καθρεφτάκι σου παλιό
και πίσω απ’ τη θαμπάδα
η Σμύρνη με το Κορδελιό
και η παλιά Ελλάδα
Μουτζουρωμένο το γυαλί
μα πίσω απ’ τους καπνούς του
βλέπει ο Θεός το Αϊβαλί
και σταματάει ο νους του
Τα σμυρνέικα τραγούδια
ποιος σου τα ‘μαθε
να τα λες και να δακρύζεις
της καρδιάς μου ανθέ
Το καθρεφτάκι σου παλιό
και το μυαλό χαμένο
σε ποιο τα ήπιες καπηλειό
και βγήκες μεθυσμένο
Μουτζουρωμένο το γυαλί
μα πίσω απ’ τους καπνούς του
βλέπει ο Θεός το Αϊβαλί
και σταματάει ο νους του
Τα σμυρνέικα τραγούδια
ποιος σου τα ‘μαθε
να τα λες και να δακρύζεις
της καρδιάς μου ανθέ
Αύγουστος είναι
Αύγουστος είναι το τραγούδι του Νικόλα
και κάποια νύχτα στη ζωή που τα’χεις όλα
μια αγκαλιά και φορητό ραδιοφωνάκι
να παίζει Μάλαμα, Περίδη και Λιδάκη
Αύγουστος είναι και του Ρίτσου η σονάτα
αλλά μπορεί κι ένα χωνάκι σοκολάτα
του σεληνόφωτος αυτή η πανδαισία
να ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία…
Αύγουστος είναι ο ρεμβασμός του Σκιαθίτη
κι οι αναμνήσεις απ’ το φως του Πανορμίτη
φλόγα κεριού σε ταπεινό προσκυνητάρι
με το σπαθί του Αρχαγγέλου στο θηκάρι.
Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι
προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει
πέντε-έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι
είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι.
Κράτα για το τέλος
Κράτα για το τέλος το πιο ψυχρό σου βλέμμα
εκείνο που αφήνει τον έρωτα μισό
μήπως και πονέσω κι έτσι να μπορέσω
να φύγω και να νιώθω βαθιά πως σε μισώ
Κράτα κι ένα ποτηράκι
για το πιο πικρό φαρμάκι
να το πιω κι απ την καρδιά μου
να σου ευχηθώ
Καλή τύχη γεια χαρά σου
μην πετάς τα όνειρά σου
μην τα βρω ποτέ στο δρόμο
και σε λυπηθώ
Κράτα για το τέλος το πιο μεγάλο μίσος
τότε μόνο ίσως μπορεί να σ’ αρνηθώ
να μπορώ να λέω κοίτα με δεν κλαίω
πως έμαθα να χάνω αλλά δε θα χαθώ
Κράτα κι ένα ποτηράκι
για το πιο πικρό φαρμάκι
να το πιω κι απ την καρδιά μου
να σου ευχηθώ
Καλή τύχη γεια χαρά σου
μην πετάς τα όνειρά σου
μην τα βρω ποτέ στο δρόμο
και σε λυπηθώ
Αγάπη Φόνισσα
Γύρισα πίσω να σε σώσω από την αντάρα,
κόκκινα ψάρια είχα δει στο όνειρο μου.
Σημαίνουν αίμα, της αγάπης και λαχτάρα,
και είπα μόνη να σηκώσω το σταυρό μου.
Και είπα μόνη, και είπα μόνη
και είπα μόνη θα σηκώσω το σταυρό μου.
Δεν είχε σβήσει η ανάσα μου από το σπίτι,
και εσύ ανάπνεες το άρωμα μίας ξένης.
Δεν ξέρω αν ήτανε Παρασκευή ή Τρίτη
και που ξημέρωνε, και που ξημέρωνε,
και που ξημέρωνε, το φως της οικουμένης.
Πετάς ανάσα στις φωτιές για να σε σώσω
μα εσύ καιγόσουνα από γυναίκα άλλη
και τότε είπα στο μαχαίρη να σε δώσω,
αγάπη φόνισσα και του μυαλού μου ζάλη.
Αγάπη φόνισσα, αγάπη φόνισσα,
αγάπη φόνισσα, και του μυαλού μου ζάλη.
Δεν είχε σβήσει η ανάσα μου από το σπίτι,
και εσύ ανάπνεες το άρωμα μίας ξένης.
Δεν ξέρω αν ήτανε Παρασκευή ή Τρίτη
και που ξημέρωνε, και που ξημέρωνε,
και που ξημέρωνε, το φως της οικουμένης.
Εισιτήριο στη τσέπη σου
Ήθελα να ‘μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου
ό,τι αγγίζεις να ‘χει κάτι κι από μένα
να ‘μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου
που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
Ήθελα να ‘μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου
η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου
να ‘μαι η πρώτη ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο σου
κι η τελευταία η γουλιά απ’ το ποτό σου
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
Θα ‘θελα να ‘μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου
πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου
να ‘μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου
για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
Καράβια χιώτικα
Σου πάει το φως του φεγγαριού
τις νύχτες του καλοκαιριού
απάνω σου όταν πέφτει
Σου πάει το φως και το πρωί
σαν κάνεις πρόβες τη ζωή
σε θάλασσα καθρέφτη
Στου κορμιού σου τ’ ακρογιάλια
θα με φέρουν μαϊστράλια
και καράβια χιώτικα
Και θα λάμπουνε για μένα
τα φεγγάρια τα κρυμμένα
και τ’ αλλιώτικα
Το στόμα σου μοσχοβολιά
από μαστίχα και φιλιά
τα μάτια σου ταξίδια
Για της αγάπης τους τρελούς
ωραίους και αμαρτωλούς
για ναυαγούς σανίδια
Στου κορμιού σου τ’ ακρογιάλια
θα με φέρουν μαϊστράλια
και καράβια χιώτικα
Και θα λάμπουνε για μένα
τα φεγγάρια τα κρυμμένα
και τ’ αλλιώτικα










Καλή αντάμωση κύριε Ηλία…
Τον θαύμαζα όχι μόνο για τον καίριο στίχο του μα και για το ήθος του.
Οι στίχοι του στο δίσκο του Ν. Μαυρουδή “cart postale”, μια θαυμάσια δουλειά που δυστυχώς δεν έγινε ευρύτερα γνωστή,με συγκίνησαν όσο τίποτε άλλο…
Θα θελα να του πω το “αντίο” αφιερώνοντάς του το παρακάτω επίγραμμα απ΄την Παλατινή.
Μελέαγρος, VII 461
Παμμῆτορ γῆ, χαῖρε.σῦ τὸν πάρος οὑ βαρὺν εἰς σὲ
Αἰσιγένην καύτῃ νῦν ἐπέχοις ἀβαρής.
Μητέρα Γη, σε χαιρετώ-όσο ζούσε ο Αισιγένης
βάρος δε σου ‘δινε. Γι’ αυτόν, κι εσύ ελαφριά να γένης.
¨Και θα λάμπουνε για μένα
τα φεγγάρια τα κρυμμένα
και τ΄αλλιώτικα¨…
όπως λάμπει η ουσία των ανθρώπων και των πραγμάτων, όταν αυτοί κι αυτά έχουν οριστικά και αμετάκλητα χαθεί!
Νομίζω ότι το είπε και μόνος του: Τώρα ξαγρυπνάει (μέσα από τους στίχους του) παρόλο που κοιμάται…Καλή αντάμωση κι από μένα.
Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι
προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει
πέντε-έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι
είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι.
Πάντως, με την δυστυχή, πραγματικά, ευκαιρία του θανάτου του Κατσούλη (δυσκαιρία;), επιτρέψτε μου να θυμηθώ ότι σαν μεθαύριο, ξημερώματα, μας αποχαιρέτισε καγχάζοντας πριν από είκοσι ολόκληρα χρόνια και ο Κώστας Ταχτσής. Έγραψε, βέβαια, λίγα ποιήματα όμως αυτά που εν γένει έγραψε του δίνουν, νομίζω, το δικαίωμα αυτού του μικρού μνημοσύνου από τις σελίδες του Ποιείν.
Και, Κώστα, να ξέρεις, (άν και είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνεις τον κόπο να επισκέπτεσαι αυτό τον ιστότοπο ή να μαθαίνεις τί γινόμαστε οι υπόλοιποι εδώ κάτω), ότι η χώρα αυτή, που τόσο κάποτε σε πλήγωσε, γι’ αυτό και την εκδικήθηκες και σ’ εκδικήθηκε, ΑΛΛΑΖΕΙ!!!
Και κάτι άλλο, άν μου επιτρέπετε, κύριε Παστάκα -άν και ήσσονος σημασίας εμπρός στο πραγματικά δυσαναπλήρωτα μεγάλο γεγονός της αποδημίας:
Διαβάζω εδώ και δύο ημέρες στη δεξιά σας στήλη ¨Νέα και Ανακοινώσεις¨ ότι “έφυγαν ο Ηλίας Κατσούλης και ο Πάνος Θασίτης”. Γιατί φοβόμαστε να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους; Στη νεοελληνική το ρήμα “φεύγω” έχει την έννοια μίας οικεία βουλήσει πράξεως. Θα μπορούσα, έτσι, να το καταλάβω στην περίπτωση ενός αυτόχειρα. Στις περιπτώσεις, όμως, των Κατσούλη και Θασίτη, νομίζω ότι αμφότεροι απλώς επέθαναν. Ή, έστω, απεβίωσαν.
Το σίγουρο, πάντως, για εμάς είναι ότι δεν θα ξανάρθουν. Η “παρηγοριά στον άρρωστο” έχει κάποια σημασία (πολύ σχετική, φοβούμαι) στον άρρωστο. Στον νεκρό, όμως, είναι σίγουρα περιττή…
Το Ποιείν, με όλη την εκτίμηση που τού τρέφω, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μετέρχεται τρόπων και τόπων κοινών του περιοδικού και ημερησίου τύπου, που μόνο την υποκρισία μιας νεοπλουτίζουσας εφησυχασμένης κοινωνίας μπορούν να εκφράσουν.
Ο Παστάκας δεν ευθύνεται για την αλλαγή. Το ρήμα “πέθανε” είχε γράψει. Εγώ το άλλαξα σε “εφυγε”.
Μου φάνηκε, σε προσωπική στιγμή πένθους (για τον Κατσούλη) ως πιο οικείο για αποδοχή, ως “παρηγοριά σε αυτόν που μένει”.
Κανένας τρόπος και τόπος κοινός.
Και ως “έφυγε” θα παραμείνει.
Για μενα ο Δάσκαλός μου “έφυγε”… Δε πέθανε.. Κάτι πεθαίνει όταν πάψεις να το θυμάσαι.. κι αυτός ο άνθρωπος ζει μέσα μου..με καθοδηγεί.. όπως κάθε τί που στάθηκε έστω για λίγο δίπλα του στο πέρασμά του… Καλό ταξίδι Δάσκαλε θα τα λέμε στα όνειρα..
Είτε “έφυγε” πούμε είτε “πέθανε”,η πραγματικότητα δεν αλλάζει.
Η αποδοχή της επιβάλλει τη χρήση του δεύτερου ρήματος,η ψευδαίσθηση του πρώτου.
Νομίζω πως αυτό το “για μένα” που προτάσσει στο λόγο της η Ευδοκία δείχνει ξεκαθαρα την πεισματική αντιδιαστολή της υποκειμενικής βίωσης ενός γεγονότος με τις αντικειμενικές του διαστάσεις.
Αυτή η μαγγανεία των λέξεων,η παρηγορητική τους δύναμη,η θεοποιητική τους ισχύ που κάνει τους ποιητές να συλλαβίζουν τον ουρανό και να βάφουν μπλε τον ουρανίσκο τους…
Φίλε Kyriaz,
ο διαιτητικός σου ρόλος σ’ αυτό το γήπεδο έχει προσεχθεί και αξιολογηθεί και κατά το παρελθόν. Και τον χρειαζόμαστε, οπωσδήποτε, όλοι.
Ας θυμηθώ κι εγώ, λοιπόν, με την σειρά μου, προς τέρψιν και ικανο-ποίησιν της ομηγύρεως, ότι ο Μπόρχες συνήθιζε να λέει ότι ένας άνθρωπος πραγματικά πεθαίνει όταν πεθάνει κι ο τελευταίος που τον είδε ζωντανό.
Απλώς, αυτό που προσπάθησα εγώ να πώ είναι ότι: πρώτον, κανείς δεν φεύγει και δεύτερον, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τις λέξεις περισσότερο από τους συνανθρώπους…
Κύρε Λυκοτραφίτη,
(χωρίς καμία διάθεση διαπληκτισμού μαζί σας…)
Να με συμπαθά ο Μπόρχες μα αυτά είναι τρίχες.
Κανείς δεν μπορεί να μου δώσει πίσω τους νεκρούς μου-κι η μνήμη μου γι’ αυτούς είναι που περισσότερο κι από το θάνατο ακόμη μου τους αφαιρεί…
Έχοντας φοιτήσει στο σχολείο των απουσιών,μονάχα αυτό μπορώ να πω.
Και καταλήγοντας…ποτέ δε θα πω για κανέναν αγαπημένο νεκρό πως “έφυγε”.Σκόντο στον πόνο μου δεν καταδέχομαι να κάνω…
Καλό απόγευμα να έχετε.