
Το ζήτημα είναι τι θέλουμε να αποδείξουμε κάθε φορά.
Γνωστός λογοτέχνης, ιδιοκτήτης περιοδικού, αντιμέτωπος με την ισολογία του διαδικτύου καταφεύγει στην πολιτική της ανταλλαγής εξωδίκων. Δεν είναι της ώρας να αναφερθούμε στις αστήρικτες και πέραν πάσης λογικής αιτιάσεις του. Ούτε λίγο ούτε πολύ κάποιος αδυνατεί να δεχτεί να μην μας αρέσουν τα γραφόμενά του, ακόμη και ο τρόπος που πολιτεύεται. Με λογική παιδιού θέλει να εξαφανίσει κάθε μη αρεστό λόγο για το βίο και την πολιτεία του.
Το αξιοπαρατήρητο είναι το γεγονός πως άνθρωποι με πολύχρονη πείρα στη αγορά, που διαχειρίστηκαν εξουσίες της δημοσιότητας μέσα από τα έντυπά τους εμφανίζουν υπερβολικά χαμηλή ανοχή στην αρνητική κριτική. Και φαίνεται πως αυτή η χαμηλή ανοχή στην κριτική υπήρξε ο οίακας του βίου τους.
Και φαίνεται ακόμη πως αυτοί, περισσότερο κι από τους δημοσιογράφους, μοιάζουν να απειλούνται από το διαδίκτυο. Μαθημένοι χρόνια σε απυρόβλητα έχασαν τη μεγαλύτερη ίσως δυνατότητα της επωνυμότητας για διαπαιδαγώγηση. Και αυτό συνίσταται στην με σθένος αποδοχή της αρνητικής κριτικής. Προκαλεί έκπληξη και τελικά θλίψη η παντελής έλλειψη ψυχραιμίας. Αν μη τι άλλο δείχνει χαμηλή εκτίμηση στο έργο τους.
Έτσι γυρίζουμε παραλλάσσοντας εκείνη τη φράση του Γέρου της Δημοκρατίας πως εδοξάσθησαν κρυπτόμενοι, αλλά φαίνεται να εντροπιάζονται εμφανιζόμενοι στο διαδίκτυο.
Για το γεγονός ότι κάποιος ιδιοκτήτης περιοδικού μας ζήτησε ποιήματα μόνο και μόνο για να βάλει χέρι στα χειρόγραφά μας είναι αρκετή ανταπόδοση τα όσα για την προσωπικότητά του μας αποκάλυψε το ελαφρό «κατενάτσιο» που τον παίξαμε.
Δεν μας αρέσετε κύριε, ούτε η γραφή σας με τα ψίχουλα από τα δείπνα του Εμπειρίκου, ούτε η σκέψη σας, ως θεωρητικού του «εκσυγχρονισμού», και κωμωδίας του ανθελληνισμού του Ροΐδη. Δεν μας αρέσετε γιατί αποτελείτε έκφραση επαρχιωτισμού με αλλαγμένο πρόσιμο, όπως δεν μας αρέσει το Μετρό των Αθηνών και η Γέφυρα του Ρίου. Κατανοούμε και δεχόμαστε τα κίνητρά σας αλλά θα σας αντιπαρατεθούμε σημείο προς σημείο όποτε κρίνουμε σκόπιμο. Θα διακινδυνεύουμε σταθερά την άποψη ότι είστε υπερεκτιμημένος, όπως έλεγε ο Ηλίας Πετρόπουλος για το Γκάτσο και θα απαιτούμε από σας, υπερασπίζοντας στην πράξη τα ήθη του ποθητού σας χώρου της Ευρώπης, να έχετε το σθένος των προτύπων σας και να το δέχεστε. Ο τόπος της νοσταλγίας σας είναι προϊόν διαχρονικής κριτικής και όχι ελέγχου και μανιπουλαρίσματος από «ελληναράδες».
Μπορούμε να εξαφανίσουμε κάθε αναφορά σε γραπτό σας ή μπορούμε να σας ξετινάζουμε κατά βούλησιν έχοντας το βάρος των αποδείξεων σε μια πλησία ανάγνωση. Κι αυτό κατά την όρεξή μας και κατά τα ειωθότα του δημόσιου βίου μας.
Δεν ξέρουμε και δεν μας ενδιαφέρει ακριβώς πως μέχρι τώρα ελέγχατε τη δημοσιότητα που σας αφορά. Αν κρίνουμε από τις ως τώρα κινήσεις σας μπορούμε να μαντέψουμε. Αλλά κάποτε θα πρέπει να συνηθίσετε στο γεγονός ότι η προστιθέμενη εξουσία λόγω της θέσεώς σας στο μηχανισμό δημοσιότητας εδώ «τσαλακώνεται». .
Και μας αρκεί η αίσθηση για την αξιολύπητη θέση που πιθανόν βρίσκονται άνθρωποι που για κάποιο λόγο έχασαν το μονόδρομο του λόγου της εξουσίας τους.
Απολαύσαμε αρκετά την αποκάλυψη των τακτικών σας όταν βρίσκεστε υπό πίεση. Μονάχα αναρωτιόμαστε για την ανθεκτικότητα σας. Και μας προκαλείτε μια ιδιότυπη θλίψη καθώς ανακαλύπτουμε όσα ανακαλύπτουμε.
Όσα θέλαμε να αποδείξουμε τα αποδείξαμε.
Δεν μας ενδιαφέρει τόσο αυτό που θα πει ο χρόνος για το έργο σας, αλλά το να καταγραφούμε ότι εμείς δεν «τσιμπούσαμε» σε γυμνούς βασιλιάδες.
Και αυτό μας αρκεί.










Από την Παλατινή
Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, ΧΙ 330
Πολλὰ λαλεῖς, ἄνθρωπε, χαμαὶ δὲ τιθῇ μετὰ μικρόν.
σίγα, καὶ μελέτα ζῶν ἔτι τὸν θάνατον.
Λες, άνθρωπε, πολλά, μα στο ‘πα
πως σύντομα θα μπεις στο χώμα.
Μελέτα όσο ζεις ακόμα
το θάνατό σου- γι’ αυτό σώπα.
Που είναι η μανδάμ Ignis;
Η γραφή της λείπει…
Αγαπητοί φίλοι, παρακολουθώντας τακτικά την σχολιογραφία του ΠΟΙΕΙΝ, ομολογώ πως με εξερέθισε ο σύντομος διάλογος περί της φύσης και της θέσης ανωνύμων, ψευδωνύμων και επωνύμων. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και μία πρόταση.
Γιατί κάποιος προτιμά να κρύβει το όνομά του σε μια διαδικασία επικοινωνίας; Διότι, γνωστός ων, δεν θέλει να δεχθεί τις υποτιθέμενες συνέπειες των απόψεών του. Γεγονός το οποίο δηλώνει ούτε λίγο ούτε πολύ πως ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ θα μπορούσε να ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ενδεχομένως ΔΥΣΒΑΣΤΑΧΤΕΣ για έναν -όποιον- Έλληνα συγγραφέα ή τέλος πάντων ασχολούμενο περί τα συγγραφικά ΣΗΜΕΡΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές οι συνέπειες; Ασφαλώς, η αποπομπή του από την ομάδα αναφοράς στην οποία ανήκει ο θιγόμενος -ή οι θιγόμενοι- από τα λόγια του. Προτιμά, νομίζω, να είναι ο εαυτός του, αρνούμενος την ταυτότητά του. Σαν να λέμε πως δεν είναι ο εαυτός του! Τι είναι λοιπόν; Τι είναι αυτός που παραμένει ο εαυτός του μόνον όταν δεν είναι ο εαυτός του; Τίποτα, θα μπορούσε ν’ απαντήσει κάποιος. Αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός πως ο άνθρωπος αυτός υφίσταται στο πλαίσιο μιας επικοινωνιακής διαδικασίας, στην οποία εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, των οποίων τα πρόσημα οφείλουμε να εξετάσουμε επίσης. Και το οφείλουμε αυτό, διότι ενδέχεται ο κώδικας επικοινωνίας, το μέσο επικοινωνίας, καθώς και οι δέκτες να μην είναι επίσης καθόλου ο εαυτός τους, παρά την επωνυμία τους. Θέλω να πω πως το Διαδίκτυο -λόγου χάρη- θεωρείται a priori ένα μέσο ελεύθερης έκφρασης κάθε γνώμης, ενώ οι μη ψηφιακές κοινωνικές σχέσεις όχι μόνο δεν είναι έτοιμες να υποστηρίξουν μια τέτοιου είδους λειτουργία, αλλά βρίσκουν μιαν ακόμα ευκαιρία για να ασκήσουν το παραδοσιακό προνόμιο της τιμωρίας του «απείθαρχου». Στην προκειμένη περίπτωση το μέσο δεν είναι καθόλου ο εαυτός του όταν ακριβώς ισχυρίζεται πως είναι ο εαυτός του. Έχει διαρκώς αρνητικό πρόσημο και, συνεπώς, εισάγει τον χρήστη σε μιαν αρνητική διαδικασία, στην οποία το γεγονός πως αρνείται τον εαυτό του δεν σημαίνει καθόλου πως δεν είναι ο εαυτός του. Νομίζω, λοιπόν, πως έκαστος ανώνυμος είναι πραγματικά ανώνυμος, δεν έχει όνομα, διότι είναι δημιούργημα του μέσου, το οποίο μόνο ως μέσον ανωνύμων επικοινωνιακών υποστάσεων μπορεί να είναι ο εαυτός του, να καλύπτει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις του ως μέσον. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να είμαστε άδικοι με τους ανώνυμους, συγκαταβατικοί με τους ψευδώνυμους και καλοί με τους επώνυμους. Είναι προφανές -χωρίς να προτίθεμαι να αμφισβητήσω τη γενναιότητα, την ευθύτητα ή την φερεγγυότητα οποιουδήποτε- πως οι επώνυμοι (εμού συμπεριλαμβανομένου) δεν είναι απόλυτα βέβαιο πως ταυτίζονται απόλυτα με τον εαυτό τους. Ασφαλώς χρησιμοποιούν τον επικοινωνιακό κώδικα με τρόπους που αμβλύνουν τα αρνητικά πρόσημά του, οξύνοντας ωστόσο την αρνητικότητα του επικοινωνούντος. Θα πρότεινα, λοιπόν, να σχολιάζουν άπαντες ως ανώνυμοι, περιορίζοντας τα αρνητικά μεγέθη της ψηφιακής επικοινωνίας και καθιστώντας τή μη ψηφιακή επικοινωνία ανίκανη να ασκήσει την παραδοσιακή της εξουσία ως ρυθμιστής των σχέσεων μεταξύ πομπού και δέκτη.
@Ερωτιδεύς…
(αν και το “μανδάμ” με χάλασε κάπως!!)
Κι επειδή κοιτώ, παρατηρώ αλλά δεν μιλώ (ει λέγε τι σιγής κρείττον ή σιγήν έχε)
Κι επειδή ανάψαν τα αίματα και η πυρόσβεση κατά πώς φαίνεται δεν επαρκεί (μια ψυχρολουσία μήπως;) και επειδή αυτός ο ιστοχώρος δεν θα έπρεπε να είναι για τέτοια…
είπα να φέρω ποίηση (όχι καλέ, δεν με ενδιαφέρει το 3.000ο σχόλιο (!) ούτε να με φωνάζετε στην πίστα για την επιθεώρηση, δεν πάω Δελφινάριο, μήτε και με ..δελφίνους τα πάω καλά, άσε που αν καθίσω εδώ μπορεί να φάω και καμιά αδέσποτη με τόσα που πέφτουν και να πάω κατά Επέκεινα του διαδικτύου μεριά)..αλλά μια και δεν μπορώ να γράψω μόνη μου κάτι καλό, είπα να φέρω κάτι έξοχο…
(η ψυχρολουσία που έλεγα)
Από το Έως του Βύρωνα Λεοντάρη, το πρώτο ποίημα…
Που αιχμαλωτίζει να το διαβάζεις ξανά και ξανά και ξανά…αδυνατώντας να προχωρήσεις παρακάτω τις σελίδες, αν δεν απορροφήσεις στάλα στάλα την δακρυρροώσα ατέρμονη θλίψη της χαμένης ζωής, (της ζωής που ένα άδικο Εγέρθητι σε φωνάζει πάλι πίσω… προς τι το πίσω άραγε;;; Για ποιους –ξανά- χαμένους ορίζοντες;;; Για ποια ζωή που πάλι δεν θα ζήσεις; ) …μια και είναι από τα ποιήματα που μένουν, που καρφώνονται στο νου, διότι αυτό είναι κύριοι η Ποίηση, ένα άστρο που τους ανθρώπους φωτίζει, που τους κάνει καλύτερους όταν την νοιώθουν, όχι μόνον όσους την γράφουν, αλλά και όσους έχουμε την ευλογία να την διαβάζουμε.
Η Ποίηση έχει, ΠΡΕΠΕΙ να έχει την δύναμη να εξευγενίζει τον Λόγο κι όχι να τον κυλά στην λάσπη.
Γιατί με φώναξες και γύρισα
Καλά έφευγα και καλά με ξεπροβόδιζαν χωρίς να μου
κρατούν κακία τα εγκόσμια
όλα όσα δε θέλησα να πράξω κι έπραξα
όλα όσα δε θέλησα να γίνω κι έγινα
Να’χουν αποσπασθεί τ’αγγίγματά μου απ’ό,τι άγγιξα
και να με συνοδεύουν
Γιατί με φώναξες και γύρισα
σα δάκρυ που μετάνιωσε και δεν εκύλησε
Γιατί να πρέπει τώρα να διανύω προς τα πίσω όλη
αυτή την εγκατάλειψη
γέρος ποιητής διωγμένος απ’τους στίχους μου
κι άγνωστος πλέον στο παρελθόν μου να συνάπτω πάλι
σχέσεις με όσα μου συμβήκαν
Να συνδεθώ με τι; Αναζητώντας τι;
Ποιο αθέατο βάθος
ποια μυθική νεότητα;
Μετά από ένα τετελεσμένο πεπρωμένο κι άλλο πεπρωμένο
μετά το πλήρωμα του χρόνου κι άλλος χρόνος;
Αυτό δεν είναι πια διασάλευση του πνεύματος
Η υλικότητά μου διεσαλεύθη
και δε θα βρει ανάπαυση στον αιώνα
άσχετο μα σχετικό:
Συγχαρητήρια κ. Μπλάνα (ψευδωνύμως μα ουχί ανωνύμως!!!) για την μετάφραση και τα όσα γράψατε στο βιβλίο που -ατυχώς μόλις τώρα, 6 χρόνια αργότερα από την κυκλοφορία του- διάβασα (με ιδανική μουσική υπόκρουση: φλοίσβο το χάραμα) “Μόνο τα όνειρα μου συνεχίζουν”, τα 59 χαϊκού του Ματσούο Μπασό
Εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτε με ψευδώνυμα επώνυμα αλλώνυμα και ετερώνυμα..
Ο λόγος μας μάς χαρακτηρίζει και αυτόν διαβάζουμε, ούτε το επώνυμο, ούτε άλλο τι. Και σημειώστε ότι δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω πολλά, μια και καινούρια στον χώρο αδυνατώ ακόμα να κάνω συσχετισμούς και ομαδοποιήσεις, να εξερευνήσω (ίσως και γιατί δεν θέλω) ειρωνείες, μπηχτές και λοιπές ανακαλύψεις του τι λέγεται και για ποιόν (αν και γυναίκα, αυτού του είδους το κουτσομπολιό το προσπερνώ)…μόνον οι ύβρεις με ενοχλούν.
Μου χαλούν το τοπίο… είναι σαν βάζο με πλαστικά φριχτά λουλούδια, κακομούτσουνα και ακαλαίσθητα
Διότι, ναι, πιστεύω ότι υπάρχουν χυδαίες λέξεις. Και διότι, ναι, μπορούμε να πούμε όλα τα πράγματα (ακόμα και τα πιο τολμηρά) και να τα αναγάγουμε σε υψηλές ακόμα σφαίρες, αν μεταχειριστούμε τις πιο ωραίες λέξεις του λεξιλογίου μας. Έχουμε άφθονες και μελωδικότατες στον ήχο, στην πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Προσοχή, ο Χάιντεγκερ πρότεινε την παρακάτω ιδέα: όταν ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του αφέντη της γλώσσας και όχι την γλώσσα αφέντρα του ανθρώπου, καταφεύγει σε απίστευτα τεχνάσματα. Τα κουτσομπολιά και οι ύβρεις δεν είναι παρά λοστοί και σφυριά. Η πρόθεση είναι να ξεβιδώσεις την μπαταρία ενός ρολογιού χειρός με λοστούς και σφυριά. Ακόμα και αν τα καταφέρεις, δεν ξέρεις τίποτα για τον χρόνο.
Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι στη σκόνη αυτός ο μοναχός!
Μα ούτε και το ίδιο το ρολόι ξέρει τίποτε για τον χρόνο. Χτυπά ρυθμικά απλώς.
Είναι ο Χρόνος επειδή το εξουσιοδότησε ο αφέντης του να παίζει αυτόν τον ρόλο.
Οι ρόλοι που έχουν δοθεί σε όλους μας. Άλλοι επιτυχημένοι, κι άλλοι όχι.
Για να κινείται ο τροχός του κόσμου.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν ικανά σφυριά για να σταματήσουμε για πάντα τον χρόνο (την φθορά) Δεν μπορείς να νικήσεις κάτι που δεν μοιάζει να υπάρχει…κάτι που δεν μπορεί να ορισθεί
ΥΓ.
εγώ θα έβαζα αυτό:
Καθώς περνούν τα χρόνια,
ο πίθηκος φοράει μάσκα πιθήκου
@ Ignis,
Εγώ εξεφράσθην καλώς εξαιτίας μιας παρατεταμένης σας σιγής.
Κι εσείς μόνο που δεν με κατασπαράξατε.
:”(
@Ερωτιδεύς
Ξέρω να κατασπαράζω απείρως καλύτερα, πιστέψτε με. Είμαι αρπακτικόν σε λανθάνουσα μορφή…
>:))
Μην θεωρήσετε ότι είπα κάτι εναντίον σας, τουναντίον.
Στα άλλα αναφέρθηκα. Απλώς εκείνο το “μανδάμ” με χάλασε κάπως. Ήταν σαν να καθόμουν με βεντάλια στην άκρη ενός παραθύρου στην ασφυκτική ζέστη μιας σκονισμένης Αθήνας πριν 100-130 έτη…τόσον παρωχημένη…και η εποχή, μα και το άτομο, η εικόνα…
(γυναίκα “σκονισμένη” σε υπαινικτική ή μη αβροφροσύνη…)
Τώρα μάλιστα που διαβάζω για τον βίον της Σοφίας Εγκαστρωμένου- Καστριώτη-Σλήμαν, ήρθε και έδεσε…. (την κακομοίρα… πώς έζησε…)
ωπααα…και μετατρέπεται πάααααλι το Ποιείν σε αρένα… χάρμα….παίρνω τα πατατάκια μου και κάθομαι στην γωνίτσα μου να χαζεύω πότε πότε… αφήνω την πίστα σε όσους έχετε χαλύβδινα νεύρα, αντοχές και ακαταπόνητη διάθεση για αίματα.
Υπολειτουργώ αυτόν τον καιρό, συγχωρήστε με.
Σε διακοπές είμαι. Και “διακοπές”.
Να είστε καλά
Απαξάπαντες
Μέσα έξω
κάνω μια πρόταση ανάλογη του δικού μου και μόνο φόβου.
ΜΗΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ, ΕΠΩΝΥΜΟΙ, ΑΝΩΝΥΜΟΙ, ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΙ, έξυπνοι, χαζοί, αδαείς, πεπειραμένοι και όλα τα επίπεδα;
ειπώθηκαν ωραία πράματα από όλους. αν έγραφα εδώ, θα υπέγραφα το του μπλάνα.
εγώ είμαι φοβιτσιάρα κότα και δε γράφω.
πάντως το ποιείν ιστότοπος δημιουργίας είναι, κι όχι μαλλιοτραβηχτήριο.
άσχημη και πολύ κολλητική η αρρώστια της επιθετικότητας!
έλεος!
μπήκα για να ζητήσω συγγνώμη που έγραψα, και σε βρήκα, γιώργο μίχο.
μερικοί από μας χτυπάμε ένα σκυλί όταν το νιώθουμε αρκετά αδύναμο ώστε να ψοφήσει. αυτό το έχω φοβηθεί παρα πολύ.
γενικά, ο φόβος είναι κυρίαρχος.
δεν υπονοώ ότι είναι ή δεν είναι σε σένα. για μένα μιλάω, και κακώς, ο ναρκισισμός μου με δέρνει και δε λέει να σταματήσει.
αααχχχ! και σε παρακαλώ μη μου απαντήσεις εδώ!
φιλάκια σε όλους, αστεία, μπεμπεκίστικα,
και πολύ σοβαρά
συγγνώμη.