proliptiki2-20022.jpg

Γʼ Αναγγελία:

Η δημιουργία μίας ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη. Όποιος ποιητής ή ποιήτρια θα ήθελε να συμπεριληφθεί σε αυτή την ανθολογία, μπορεί να αποστείλει μία ή και παραπάνω ποιητικές συλλογές με την προϋπόθεση να έχουν κυκλοφορήσει από το 1990 και ύστερα. Την τελική ευθύνη της επιλογής των ποιημάτων έχει μία πενταμελής επιτροπή η οποία θα εξετάσει κάθε ποιητική συλλογή που θα έχει σταλεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2008.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστείλουν ταχυδρομικά τα έργα τους στον ποιητή Γιάννη Λειβαδά, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία αυτής της ανθολογίας, στην διεύθυνση: Αναπαύσεως 16, Μετς 116 36, Αθήνα. Στον φάκελο να αναγράφεται υποχρεωτικά η ένδειξη: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» και ανάμεσα στα στοιχεία του αποστολέα να συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά ένα τηλέφωνο επικοινωνίας. Τα ονομάτων των ποιητών που θα επιλεχθούν θα δημοσιοποιηθούν στο «Ποιείν» τον Ιανουάριο του 2009.

Γιώργος Μπλάνας: ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (από σχόλιό του στο “ποιείν”)

Επιτέλους! Η σακαράκα που έφτιαξαν οι μεροκαματιαρήδες δάσκαλοι -για να ξεπεράσουν την αίσθηση ανεπάρκειας που ένοιωθαν απέναντι στους πραγματικούς δασκάλους- κλατάρησε στα χέρια των μηχανικών. Λογικό, αφού δεν ήταν παρά μια μηχανή, η οποία πάσχιζε να κάνει αυτό που τα άλογα κάνουν από τους πρώτους μήνες της ζωής τους: τον καλπασμό. Όταν ισχυρίζεσαι πως το ποίημα φτιάχνεται με λέξεις, ισχυρίζεσαι πως το άλογο είναι φτιαγμένο από ζωικούς ιστούς και το παραδίδεις στους μηχανικούς των έμβιων όντων. Θα σου πουν λιγότερα από τα μισά που ήδη γνωρίζουν οι ζωικοί ιστοί του αλόγου. Θα χάσεις την αθωότητά σου. Το άλογο; Στο εξής θα πρέπει να υποκρίνεσαι τον αθώο, για να δεις στο άλογο ένα άλογο και στο ποίημα ένα ποίημα. Αλλά, δες, η αθωότητα δεν είναι παρά ένας τρόπος να μην χρεώνεσαι τις συνέπειες των σκέψεων και των συναισθημάτων σου: μια πονηριά που καμώνεται την ευθύτητα. Λοιπόν; Όταν χάνεις την αθωότητά σου -μπροστά στη διαπίστωση πως ο λόγος δεν μπορεί ποτέ να είναι ευθύς- χάνεις την ικανότητά σου να παριστάνεις τον αθώο. Τι είναι, τότε, αυτή η εμμονή με την αθωότητα. Πώς μπορεί κάποιος να υποκρίνεται τον αθώο, όταν έχει χάσει κάθε ικανότητα να παριστάνει τον αθώο; Τι παριστάνει αυτός που παριστάνει τον αθώο, ενώ δεν μπορεί να παραστήσει τον αθώο; Παριστάνει τον υποψιασμένο! Γνωρίζω, σαν να λέει, πως δεν μπορώ να παραστήσω πια τον αθώο, αλλά η αθωότητα είναι η φυσική μου τάξη και πρέπει να την τιμώ, ώσπου να υποχωρήσει η ιστορική τάξη της υποψίας. Φυσικά, σαν να λέει, αν εγκαταλείψω εντελώς την ιστορική τάξη της εποχής μου, δεν θα επιστρέψω στην φυσική μου τάξη, αλλά απλά θα υποβιβαστώ στην τάξη της σιωπής! Το απόλυτο χάος! Βέβαια, αφού η αθωότητα του λυρισμού δεν είναι παρά ένας ύπουλο ρητορικό τέχνασμα: η μορφή (το αποτέλεσμα της πονηρής διαχείρισης των λέξεων) υψώνεται σαν αλεξικέραυνο που θα μαζέψει τους κεραυνούς μιας ψυχικής καταιγίδας. Στο μεταξύ, ο ποιητής, αυτός που προκάλεσε την καταιγίδα, μπορεί να καμωθεί ακίνδυνα τον περιπλανώμενο τροβαδούρο• όλο και κάποια διψασμένη παρθένα θα βρεθεί να τον φιλέψει όλες τις παρθενιές της, χάριν του μεγαλείου της τέχνης. Η ποίηση δεν γεννήθηκε αθώα -όπως και οι άνθρωποι- αλλά πανέτοιμη να κατασπαράξει τον κόσμο μέσα στην επιθυμία της. Κάποτε δεν χρειαζόταν να παραστήσει την αθώα, γιατί δεν περνούσε από το μυαλό του ποιητή να αποποιηθεί τις συνέπειες των ποιημάτων του. Η λυρική ποίηση φανερώνει μιαν εκπληκτική αυτογνωσία.

Ούτε η Σαπφώ ούτε ο Αρχίλοχος ούτε ο Αλκαίος «διακόσμησαν» τα πάθη τους• τα ισχυρίστηκαν διαυγέστατα. Γιατί; Γιατί δεν υπήρχε ένας κόσμος που τον σέβονταν και ένας κόσμος στον οποίον ζούσαν. Υπήρχε μόνο ένας κόσμος φτιαγμένος από πράγματα και καταστάσεις, από τα οποία άλλα περνούσαν από το χέρι τους και άλλα όχι. Μετά την κατάρρευση αυτού του κόσμου, θα έπρεπε να μάθουμε να ζούμε με έναν χαμένο παράδεισο, ο οποίος προσδιόριζε καθετί πνευματικό, και με μια επίγεια κόλαση, η οποία προσδιόριζε καθετί πραγματικό, απτό, ενθάδε. Η ποίηση δεν μπορούσε να υφίσταται χωρίς να αναφέρεται στον κόσμο που σεβόμαστε: αθωότητα, ευδαιμονία, λεπτότητα αισθημάτων, αποχή από καθετί βέβηλο εγκόσμιο). Η μηχανή αυτή δεν λειτουργεί πια. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να κάνει ποίηση κανείς: όπως κάνει πολιτική, έρωτα, όπως φτιάνει ένα σπίτι, όπως, κάνει παιδιά, όπως χαϊδεύεται ή γρονθοκοπιέται. Φυσικά, θα πρέπει να καταβάλει τεράστιο κόπο, προκειμένου να μάθει να διαχειρίζεται τις λέξεις. Κι αυτό, γιατί τα ποιήματα δεν φτιάχνονται με λέξεις, αλλά φτιάχνουν λέξεις. Λέξη δεν είναι μονάχα ο ήχος μιας λέξης. Λέξη είναι αυτό που νιώθουμε κάθε φορά που ακούμε μια λέξη. Η λέξη νύχτα είναι διαφορετική στον Κάλβο, στον Σολωμό, στον Σικελιανό, στον Παλαμά. Η διαφορετικότητα αυτή δεν είναι ζήτημα ρητορικής, αλλά ζήτημα καταστρατήγησης της ρητορικής. Δεν μπορούμε να καταστρατηγήσουμε αυτό που δεν παίζουμε στα δάχτυλα. Δεν υπάρχει κανένας Θεός που θα μπορούσε να μας εμπνεύσει. Ούτε κανένα ασυνείδητο που θα μπορούσε να μας ωθήσει προς το ποίημα. Ο Θεός και το ασυνείδητο είναι ποιητικές κατασκευές. Ποιος τις κατασκεύασε; Μόνο το άλογο που καλπάζει γνωρίζει. Εμείς; Ποιος λέει πως δεν είμαστε άλογα που καλπάζουν; Όχι σαν άλογα που καλπάζουν, αλλά άλογα που καλπάζουν.

Από σχόλιο του Γιώργου Βέη στο “ποιείν”
Αγαπητέ κύριε Λειβαδά, ανοίγω και μιαν άλλη προοπτική, λαμβάνοντας υπόψη το καλοδεχούμενο έναυσμά σας. Αναφέρομαι δηλαδή στη δυνατότητα του απολύτως Ποιητικού, μεγα-Ενοποιητικού λόγου… Γνωρίζουμε από παλιά ότι όντως, παρόλο που η μορφή και οι τόνοι έκφρασης διαφέρουν, το πεζογραφικό μήνυμα και το ανάλογο ποιητικό παραμένει το ίδιο. Αξίζει να παραθέσω τι απήντησε στα ίδια ερωτήματα περί ποιήσεως του Γουάνγκ Τζιλίνγκ , ο Γου Κιάο, αρκετούς αιώνες πριν, στην Κίνα, στα χρόνια της δυναστείας Κινγκ. Απλώς για να υπογραμμιστεί η διαχρονικότητα του φαινομενικά βασανιστικού αυτού ψευδό-διχασμού, απομονώνω ενδεικτικά τα εξής, τονίζοντας τα κρίσιμα σημεία:
«Το μήνυμα είναι σαν το ρύζι. Γράφοντας πρόζα, μαγειρεύεις ρύζι. Γράφοντας ποίηση, μετατρέπεις το ρύζι σε ρυζόκρασο. Όταν μαγειρεύεις ρύζι, το σχήμα του ρυζιού δεν αλλάζει, όταν όμως μετατρέπεις το ρύζι σε κρασί, τότε αλλάζει τόσο το σχήμα όσο και η υφή του. Το μαγειρεμένο ρύζι σε χορταίνει για να μπορέσεις να ζήσεις- αυτή είναι η φυσιολογική πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων. Το κρασί, από την άλλη πλευρά, σε μεθάει- κάνει τη θλίψη χαρά και τη χαρά θλίψη. Η επίδραση του είναι πέρα από κάθε λογική εξήγηση.» Αυτά και άλλα αξιοσημείωτα αναπτύσσονται στη «Τέχνη της Συγγραφής – μαθήματα δημιουργικής γραφής από τους Κινέζους δασκάλους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του «Κέδρου», (2003)
Προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ απομονωμένος γράφοντας ποίηση- άλλωστε η γενιά μου διέθετε από την αρχή πολλούς , ικανούς και αναγκαίους τρόπους προβολής της δουλειάς της ,όχι μόνον στην ευρύτερη ελληνική σκηνή, αλλά πολλές φορές και στο εξωτερικό, ιδίως στην Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Θυμάμαι ότι, όταν υπηρετούσα ως Πρόξενος, για έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, από το 1983 έως το 1989, περιδιάβαζα συχνά αγγλόφωνες κυρίως εκδόσεις πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και άλλων ιδιωτικών, ή πολιτειακών φορέων, οι οποίες φιλοξενούσαν ποιήματα σε μετάφραση νεότερων και νεότατων δημιουργών μας , οι οποίοι τότε θα είχαν εκδώσει μετά βίας δύο – τρεις συλλογές. Εννοείται ότι τα έντυπα αυτά κυκλοφορούσαν σε χιλιάδες αντίτυπα, έφταναν ασφαλώς στις βιβλιοθήκες εκπαιδευτηρίων, κολλεγίων, κλπ. Ορισμένοι μάλιστα είχαν προσκληθεί να δώσουν διαλέξεις σε ακαδημαϊκούς χώρους γύρω από τη λογοτεχνία μας γενικότερα και την προσωπική εργασία τους ειδικότερα. Θέλω να πω ότι οι συγκυρίες δεν ήταν εναντιωματικές, κάθε άλλο. Βεβαίως, το κοινό της ποίησης ήταν πάντα εξ ορισμού περιορισμένο – αλλά αυτό δεν είναι κατ΄ ανάγκην αρνητικό. Η ποίηση δεν πουλάει, διότι είναι ακριβώς «ακριβή»! Από την άλλη πλευρά οι ποιητές δικαιώνονται πάντα, αφού είναι πεπεισμένοι ότι, αν θέλουν μπορούν να γράψουν καλλίτερη πρόζα από τους υπόλοιπους.
Συνοψίζω: ανήκω σε αυτούς που φρονούν ότι ο δημιουργικός λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ενιαίος. Οι δύο ταχύτητες δρουν συμπληρωματικά. Το όχημα της γραφής χρειάζεται και τις δυο. Εδώ θα μιλούσα για κειμενική τάξη, για κειμενική δικαιοσύνη. Η ποίηση δεν υπονομεύει, με άλλα λόγια, τις πεζογραφικές εφαρμογές μου. Το αντίθετο – τις ενισχύει από πλευράς ρυθμού και πύκνωσης των εκασταχού εκάστοτε καταγραφών. Το ένα βιβλίο μου προσβλέπει στο άλλο, το τελευταίο είναι ο επίλογος του προηγηθέντος και η εισαγωγή στο επόμενο. Πρόκειται για μια αρμονική διαχείριση των εκφραστικών μου μέσων, που θέλουν να θεωρούνται απολύτως ισότιμα. Και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν η κριτική, στο σύνολό της, μου το επισημαίνει.