
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΟʼΝΗΛ
Δεσπόζων δραματουργός, που υπερέχει όλων των Αμερικανών θεατρικών συγγραφέων που προηγήθηκαν και όλων αυτών που τον διαδέχτηκαν, ο Ευγένιος ΟʼΝηλ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, γιος του πασίγνωστου ρομαντικού ηθοποιού Τζέιμς ΟʼΝηλ, διάσημος στον ρόλο του Κόμη του Μόντε Κρίστο. Η μητέρα του ΟʼΝηλ ήταν τοξικομανής και ο αδελφός του αλκοολικός. Ο ίδιος ο ΟʼΝηλ δεν ήταν μόνο φιλάσθενος σχεδόν όλη του τη ζωή, αλλά και μια βασανισμένη ψυχή. Έγραψε πετυχημένα θεατρικά έργα με δυο τρόπους: τον ρεαλιστικό και τον εξπρεσιονιστικό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έκανε δυο σταδιοδρομίες στο θέατρο, μιας και έμεινε σιωπηλός για τα δώδεκα χρόνια, από το 1934 μέχρι το 1946. Το 1936 του απενεμήθη το Βραβείο Νόμπελ.
Ο ΟʼΝηλ είχε το θέατρο στο αίμα του, μα πριν επιδοθεί σʼαυτό φοίτησε ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο του Πρίνσετον, έγραψε ποιήματα, ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία, έκανε εξορύξεις, κρυφό γάμο που διαλύθηκε, ταξίδια στην Νότια Αμερική, Νότια Αφρική και Αγγλία, πέρασε αρρώστιες και κόλλησε φυματίωση. Το 1915 πήγε στο Πρόβινσταουν, και η παράσταση του μονόπρακτου έργου του Προς ανατολάς για το Κάρντιφ (Bound East for Cardiff) από τον τοπικό θίασο (Provincetown Players) πάνω σε μια πρόχειρα στημένη σκηνή στην καλύβα ενός ψαρά, στην άκρη μιας προβλήτας, σήμανε την πραγματική γέννηση του Αμερικανικού θεάτρου. Ήταν επίσης η πρώτη εμφάνιση ενός δραματουργού που κανένας στον αιώνα του δεν θα υπερτερούσε. Τα μέλη του θιάσου ήταν ενήμεροι για το τι γινόταν στην Ευρώπη: για τον Αντρέ Αντουάν (1858-1943) στη Γαλλία, τον Μαξ Ράινχαρντ (1873-1943) στη Γερμανία, τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ (1849-1912) στη Σουηδία, τον Στανισλάβσκι στη Ρωσία… Το Αμερικανικό θέατρο ενηλικιώθηκε, και ο κύριος δραματουργός του είχε την απαραίτητη μεγαλοφυία και τόλμη.
Ο ΟʼΝηλ είχε πάθος, ψυχοπόνια και έναν άκαμπτο ρεαλισμό. Αν και αγωνιώδης χαρακτήρας, μια δυστυχισμένη ύπαρξη και ασθενικός, παρʼ όλα αυτά μπόρεσε να επιτύχει μια συμβιβαστική ψυχική κατάσταση. Το κλειδί της επιτυχίας του το δήλωσε ο ίδιος σʼένα γράμμα που έγραψε σχετικά με το έργο Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (Mourning Becomes Electra):
Χρειάζοταν μείζων γλώσσα… Κι εγώ δεν την έχω. Και σαν παρηγοριά θα έλεγα πως από τις αποδείξεις των όσων γράφονται σήμερα, μείζων γλώσσα είναι ανέφικτη για κάποιον που ζει στο διιστάμενο, διαλυμένο δόλιο ρυθμό των ημερών μας. Το καλύτερο είναι να είσαι παθητικά εύγλωτος με τις συγκινητικές, δραματικές σου ασυναρτησίες.
Δίκιο είχε ο ΟʼΝηλ. Κανένας δραματουργός του 19ου και 20ου αιώνα δεν μπόρεσε να πλησιάσει αυτό που ονόμασε «μείζων γλώσσα», και που μόνο γιʼαυτόν ήταν το ποθούμενο. Ο Μπρεχτ πέτυχε μείζων γλώσσα, αλλά στην λυρική του ποίηση. Μόνο ο ΟʼΝηλ μπόρεσε να δημιουργήσει ένα δραματικό πλαίσιο, οι σχισμές του οποίου περιβάλλουν ποιητικές σιωπές, και οι «ασυναρτησίες» είναι πράγματι «παθητικές». Τον αποδοκίμασαν επειδή δεν δημιούργησε «ήρωες με ανάστημα», μα κι αυτό είναι ένας λόγος που είναι πράγματι μοντέρνος.
Πέρα από τον ορίζοντα (Beyond the Horizon, 1920), το πρώτο του ολοκληρωμένο έργο, είναι μια νατουραλιστική μελέτη δύο αδελφών που κάνουν κακές επιλογές στη ζωή τους, με αποτέλεσμα να υποστούν τις συνέπειες των λαθών που προκάλεσε η ερωτική επιθυμία. Ο αυτοκράτορας Τζόουνς (The Emperor Jones, 1921) έχει εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα και ο ΟʼΝηλ το έγραψε πριν ακόμα μάθει για τους Ευρωπαίους εξπρεσιονιστές: ένας νέγρος δικτάτορας στην Καραϊβική το σκάει από τα θύματά του υπό τον ήχο μιας ανελέητης τυμπανοκρουσίας. Ο μεγαλόσωμος τριχωτός άνδρας (The Hairy Ape, 1922), κι αυτό έργο εξπρεσιονιστικό, αφορά έναν σκληρόκαρδο θερμαστή που αναζητάει μια πιο ανθρώπινη εκπλήρωση. Προσπαθεί να βρεί καταφύγιο σʼ αυτό που νομίζει πως είναι, αγκαλιάζοντας ένα γορίλλα ο οποίος τον σκοτώνει.
Πόθος κάτω από τις λεύκες (Desire Under the Elms, 1925), που οφείλεται κατά μέγα μέρος στο ενδιαφέρον του ΟʼΝηλ για τον φροϊδισμό, είναι μια επιστροφή στον ρεαλισμό, και ένα από τα πιο δυνατά του έργα.
Ο μέγας θεός Μπράουν (The Great God Brown, 1926) ακολουθεί έναν πειραματισμό μάλλον ακατάλληλο για θεατρική παράσταση, πάντως διαβάζεται εύκολα και ευχάριστα. Σʼ αυτό το έργο ο ΟʼΝηλ χρησιμοποίησε μάσκες στην απόπειρα να προσδιορίσει τη διαφορά μεταξύ την αστική και την δημιουργική ιδιοσυγκρασία. Αλλά ο κεντρικός του ήρωας ο Ντιόν Άντονυ (Διόνυσος-΄Αγιος Αντώνιος) παραείναι συμβολικός, αν και η αγωνιώδης ταλάντευση μεταξύ ειδωλολατρικής δημιουργίας και χριστιανικής ηθικής είναι σε μερικά σημεία έντονα και συγκινητικά δοσμένη. Στο Μάρκος Εκατομμυριούχος (Μarco Millions, 1928) ο ΟʼΝηλ στράφηκε ανεπιτυχώς στην σάτιρα: η σκωπτικότητα για τον υλισμό είναι ευνόητη όσο και ανιαρή. Δεν υπάρχει ένταση. Δυναμό (Dynamo, 1929) είναι το χειρότερο και το πιο ιδεολογικά βαρυμμένο έργο του ΟʼΝηλ. Αντιλαμβανόμενος το πόσο τον βασάνιζε η απώλεια της πίστης του στον καθολικισμό της παιδικής του ηλικίας, δοκίμασε ένα πείραμα που ουσιαστικά δεν πίστευε, όπου παρουσιάζει μελοδραματικά το ανεπιτυχές αποτέλεσμα ενός νεαρού να αντικαταστήσει την πίστη σʼ ένα δυναμό για τον καλβινισμό της παιδικής του ηλικίας. Μέρες δίχως τέλος (Days without End, 1934) έχει δύο ηθοποιούς που παίζουν τον ίδιο άνθρωπο: ο ένας σκεπτικιστής, ο άλλος πιστός. Εδώ η αποτυχία του ΟʼΝηλ να ξαναβρεί τον καθολικισμό είναι ξεκάθαρη, αν και τότε πολλοί πίστευαν πως είχε επανέλθει.
Ανάμεσα σʼαυτές τις δυο ολέθριες απόπειρες, ο ΟʼΝηλ έγραψε το καλύτερο απʼ όλα του τα έργα της πρώτης περιόδου: την τριλογία Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (Mourning Becomes Electra) βασισμένη στου Αισχύλου την τριλογία για τον Ορέστη. Ο ΟʼΝηλ παρουσιάζει μια οικογένεια από τις βορειοανατολικές πολιτείες της Αμερικής μετά από τον Εμφύλιο Πόλεμο και έκανε παραλληλισμό με την αρχαία τραγωδία: ο Στρατηγός Έζρα Μάνον επιστρέφει από τον πόλεμο και σκοτώνεται από την γυναίκα του Χριστίνα, τον εραστή της οποίας — ο Αδάμ Μπραντ — σκοτώνει στην συνέχεια ο γιός τους Όριν, παρακινούμενος από την κόρη τους Λαβίνια. Η Χριστίνα δίνει τέλος στη ζωή της, ο ΄Οριν τρελαίνεται και αυτοκτονεί, οπότε η Λαβίνια, με ανελέητη ένοχη συνείδηση, αποσύρεται για πάντα στην οικογενειακή οικία. Το έργο παρουσιάστηκε με απηνή φροϊδική διάθεση, πράγμα που πολλοί κριτικοί το χαρακτήρισαν ιστορικό ασθενούς παρά τραγωδία. Ο ΟʼΝηλ δέχθηκε και επικρίσεις για πεζολογία σε στιγμές μεγάλης έντασης. Αλλά, εκ των υστέρων, δεν θάʼπρεπε ναʼμαστε ευγνώμονες γιʼ αυτήν την υποτιθέμενη «επιπέδωση»; Ο ΟʼΝηλ ήξερε πως δεν μπορούσε νʼαποκτήσει την πολυπόθητη μείζων γλώσσα. Κι έτσι, αντίθετα από πολλούς άλλους δραματουργούς ελάσσονος σημασίας, δεν το προσπάθησε.
Μέχρι το 1934 ο ΟʼΝηλ έκανε άλλους δύο γάμους, ο τελευταίος των οποίων δεν ευδοκίμησε. Από τα μέσα της δεκαετίας του Τριάντα και μέχρι το τέλος του πολέμου βρισκόταν σε μια σχεδόν μόνιμη κατάθλιψη. Κατέστρεψε πολλά απʼαυτά που είχε γράψει αυτή την περίοδο, αλλά το 1946 μπόρεσε να παρουσιάσει το Ο παγοπώλης έρχεται (The Iceman Cometh), γραμμένο το 1939. Ο πειραματισμός ήταν κάτι αναγκαίο για τον ΟʼΝηλ, μα πάντα επέστρεφε στην ρεαλιστική μανιέρα. Το έργο, που διαδραματίζεται σʼένα κακόφημο μπαρ όπου συχνάζουν τα ναυάγια της ζωής και οι απόβλητοι της κοινωνίας, είναι αποκλειστικά ρεαλιστικό, τεχνάσματα δεν χρειάζονται. Ο Παγοπώλης του τίτλου είναι ο θάνατος, η μόνη λύτρωση του ανθρώπου από τις αυταπάτες που τον βασανίζουν. Ο πλασιέ Χίκυ λέει στους θαμώνες του μπαρ ότι θα είναι ευτυχείς μόνο αν απαρνηθούν την ελπίδα. Η ευδαιμονία της μέθης και η πλήρης ικανοποίηση από τον τρόπο που ζουν τους κάνουν να δυσπιστούν στα λόγια του Χίκυ, και ξεκινούν να του αποδείξουν πως κάνει λάθος. Όλοι τους όμως επιστρέφουν τσακισμένοι. Εν τω μεταξύ ο Χίκυ έχει σκοτώσει τη γυναίκα του. Όταν θα παραδοθεί στην αστυνομία, όλοι εκτός ενός θα επιστρέψουν στις παλιές τους συνήθειες. Σʼαυτό το έργο ο ΟʼΝηλ αποδίδει με ποιητικό και πλούσιο τρόπο το ψήγμα της ζωής. Και δεν είναι αναγκαίο να συμφωνείς ή όχι με την φιλοσοφία του. Το μούδιασμα που προκαλεί εξουδετερώνεται από τον λυρισμό της ελπίδας των περιθωριακών — και την απόγνωσή τους.
Ο ΟʼΝηλ έγραψε πολλά άλλα θεατρικά έργα, μα κανένα δεν παίχτηκε όσο ζούσε. Στο μονόπρακτο Χιούι (Hughie, 1959) και στο Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα (Long Dayʼs Journey into Night, 1956) ο ΟʼΝηλ έφτασε στο αποκορύφωμα της μεγαλουργίας του. Στο Χιούι χρησιμοποιεί ένα δύσκολο ιδίωμα: αυτό που μιλούσαν οι άθλιοι, καυχησιάρηδες περιπλανώμενοι της Νέας Υόρκης την δεκαετία του Είκοσι. Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα, ημιαυτοβιογραφικό οικογενειακό δράμα, είναι το πιο απλό του έργο. Εδώ ο ΟʼΝηλ αποδεικνύει την αναμφισβήτητη μεγαλοφυία του: δεν υπάρχει πλοκή ή τραγωδία, το έργο κρατάει πολλή ώρα αλλά δεν παύει να προκαλεί το ενδιαφέρον του αποδέκτη, ο οποίος μετά το τέλος της παράστασης αναχωρεί με περισσότερη ανεκτικότητα και κατανόηση.
Ουδείς θεατρικός συγγραφεύς της Γενιάς του ή όποιος εμφανίστηκε μετά απʼαυτόν τον φθάνει. Το Αμερικανικό θέατρο, όπως και το Βρετανικό, στερείτο ζωντάνια την δεκαετία του Τριάντα, και τούτο έγινε ολοφάνερο από το παράδειγμα του ΟʼΝηλ, που μπορεί μεν να τον κριτικάρουν για διάφορα ελαττώματα, αλλά ποτέ για έλλειψη ζωντάνιας ή επιθετικότητας.










” Life without tragedy is unworthy of a man “, είχε γράψει ο O’ Neill.
(Πού η τραγωδία, όμως, εν τω μέσω του ελληνικού καλοκαιριού…)
Gianni,salve optime amice! Panta xalkenteros,eythyvolos, otriros!