auden460.jpg

Ω, ΕΡΩΤΙΑΡΗ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΕ
(O LURCHER-LOVING COLLIER)

Ώ ερωτιάρη ανθρακωρύχε, μαύρε, μαύρε σαν τη νύχτα,
Ακολούθα το αίσθημά σου πάνω στους καθάριους λόφους.
Το φανάρι σου έχει σβήσει, οι σήραγγες βουβές είναι όλες.
Βάλε την καρδιά της στόχο και καθόλου μην λαθεύεις,
Γιατί η Κυριακή όπου νά ΄ναι πάει κι εσύ, Κέιτ, έτσι γρήγορα μη φεύγεις,
Γιατί η Δευτέρα φθάνει, όταν πια κανείς δεν θα μπορέσει
να φιλήσει:
Γίνε μάρμαρο στην κάπνα του, και στο μαύρο του εσύ γίνε άσπρο.

Μ Α Ι Ο Σ ( Μ Α Υ )

Μάης με το φως του να χορεύει
Ζωντανεύει αγγείο, μάτι, μέλος,
Ο μοναχικός και ο θλιμμένος
Να επανακάμψει θέλει,
Και σε κάθε ποταμάκι που χαρά για κύκνους είναι
Τα πικ-νίκ δίνουν και παίρνουν δίχως φρόντιση καμμιά
Σε άσπρα και κόκκινα έντονα πανιά.

Οι νεκροί μας μακρυνοί, κουκουλωμένοι
Αναπαύονται σε τρύπες, εμείς όμως
Έχουμε ξεφύγει απ’ τα αόριστά τους βέλη,
Δασάκια τα παιδιά όπου συναντιούνται
Και τα πάλλευκα αγγελούδια-βαμπιράκια πεταρίζουν,
Στέκονται τώρα με το μάτι σκιασμένο,
Το επικίνδυνο εκείνο μήλο είναι παρμένο τώρα πια.

Ο πραγματικός κόσμος απλώνεται μπροστά μας,
Θαρραλέες κινήσεις της νεολαίας,
Άφθονη επιθυμία θανάτου,
Οι ευχαριστούντες, ευχαριστημένοι, στοιχειωμένοι:
Ένας Δάσκαλος που αργοπεθαίνει βυθίζεται βασανισμένος
Στον κύκλο αυτό των θαυμαστών του,
Οι άδικοι κατακτούν την γη.

Και η αγάπη που κάνει ν’ ανυπομονεί
Χελώνα και ζαρκάδι, που αποθέτει
Τον ξανθό δίπλα στον μελαχροινό,
Συνιστά επιμόνως στο αίμα μας,
Πριν απ’ τα κακά και τα καλά
Πόσο ανεπαρκή είναι
Το άγγιγμα, το χάδι, η ματιά.

Δ Υ Ο Α Ν Α Ρ Ρ Ι Χ Η Σ Ε Ι Σ
( T W O C L I M B S)

Αποφεύγοντας τρελλαμένους υπαλλήλους με κοντό μαλλάκι,
Πρόσωπα θλιβερά και άχρηστα τριγύρω από το σπιτικό μου,
Στα όρη του φόβου μου αναρριχώμαι:
Ψηλά, ένας βράχος κάθετος και καφτερός. Σπηλιές καθόλου,
Μήτε και διάσελο, ούτε νερό. Με αφορμή επινοημένη,
Σύντομα πέφτω πάνω σε χαμηλότερη κορυφή λαχανιασμένος,
Φρεσκάροντας την κούρασή μου με λάθη που επιδεικνύουν
Μία ζωή που έχουν κλέψει κι έχουνε τελειοποιήσει.

Να αναρριχηθώ μαζί σου ήταν εύκολο σαν τάμα.
Φθάσαμε στην κορυφή δίχως να πεινάσουμε καθόλου,
Όμως ήταν τα μάτια που ατενίζαμε, όχι η θέα,
Τίποτα άλλο δεν βλέπαμε από εμάς τους ίδιους, ζαβούς, χαμένους,
Επανελθόντες στην ακτή, το πλούσιο εσωτερικό ακόμη
Άγνωστο: ο έρως έδωσε την δύναμη, μα έκλεψε την επιθυμιά.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Ο βρετανός ποιητής Wystan Hugh Auden γεννήθηκε στο Γιορκ της Αγγλίας, το 1907.
Έκανε τις σπουδές του στο περίφημο Christ Church της Οξφόρδης, όπου είχε την τύχη να συμπέσει με συγγραφείς και ποιητές όπως οι Stephen Spender, Louis MacNeice ή ο Christopher Isherwood.
Το 1930, το βιβλίο του Poems έθεσε τις βάσεις της αναγνωρίσεώς του ως μιας από τις νέες φωνές τις περισσότερα υποσχόμενες εκείνης της στιγμής, όπου όλα φάνταζαν λαμπερά κι ελπιδοφόρα.
Τα χρόνια του 30 έζησε στην Γερμανία, την Ισλανδία, την Κίνα και την Ισπανία, όπου υπήρξε αψευδής μάρτυρας του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, εμπειρία που περιέγραψε στο πολυσυζητημένο και αμφιλεγόμενο ποίημα του ¨Ισπανία¨, του 1937, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Γιώργο Σεφέρη.

Το 1939 εγκατέλειψε την Ευρώπη κι εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
έγινε αμερικανός πολίτης και γνώρισε τον Chester Kallman, μόνιμο σύντροφό του πλέον εφ’ όρου ζωής. Μαζί του άλλαξε και ιδεολογία:από τον σοσιαλισμό και την ψυχανάλυση επέστρεψε σε αναζητήσεις περισσότερο χριστιανικές και, εν γένει, θεολογικές. Χριστό αντί Φρόυντ, δηλαδή.
Το 1970 επέστρεψε στην Οξφόρδη, προκειμένου να καταλάβει την έδρα της ποιήσεως στο παλιό του κολλέγιο, το Christ Church. Πέθανε στη Βιέννη, το 1973.