
«…Μένω στʼ αλήθεια έκπληκτος που μέσα σʼ αυτόν τον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων κανένας δεν θυμάται το Μοραβαζίν, πού ήδη εδώ και παραπάνω από μια δεκαετία, περιείχε τα ίδια θέματα με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας που σήμερα ξοδεύεται γιʼ αυτό τόσο μελάνι: ο πόλεμος, η έξαρση, η Αμερική, η ζωή ανάμεσα στους αγρίους, η τρέλα, ο ερωτισμός, ο μικροαστισμός, οι γιατροί, κ. ά.» Από γράμμα του Μπλεζ Σαντράρ στον φίλο του Ζακ Ανρί Λεβέσκ.
Αδικαιολόγητη η απογοήτευση του Σαντράρ; Το 1919 όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα αποσπάσματα αυτού του θρυλικού και τότε ανέκδοτου ακόμη βιβλίου στο περιοδικό Littérature, το κείμενο του Σαντράρ καθώς και τα ποιήματά του είχαν ήδη επιδράσει καθοριστικά στα ανερχόμενα πρωτοποριακά κινήματα. Το ότι ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν αποδεδειγμένα μέγιστος φωστήρας του ευρωπαϊκού μοντερνισμού είναι πλέον διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο.
Ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν εκείνος που στην κυριολεξία οδήγησε στην εμφάνιση γνωστών λογοτεχνικών ρευμάτων, «ποιητικός κυβισμός», «υπερρεαλισμός», και καθόρισε σε απόλυτο βαθμό την κατεύθυνση της λεγόμενης «μεταμοντέρνας ποιητικής πρόζας» που χρησιμοποιήθηκε από αμέτρητους σύγχρονούς του γάλλους ποιητές και κατόπιν κατά κόρον από τους αμερικανούς Μπιτ και πολλούς ακόμη σύγχρονους ποιητές. Ο ίδιος σοφά δεν ανέχθηκε κανέναν περιοριστικό λογοτεχνικό χαρακτηρισμό παραμένοντας έως το τέλος της ζωής του ένας πρωτοπόρος δημιουργός.



Το περίφημο Μοραβαζίν (και κατά την γνώμη μου ένα από τα κορυφαία κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στα οποία συγκαταλέγεται και άλλο ένα πεζό του Σαντράρ, το Bourlinger), δεν μπόρεσε να γνωρίσει τόση δημοσιότητα, σαν εκείνη του Ταξιδιού, γιατί ο Σαντράρ εξ αρχής έγραφε με μία εντελώς απροσδόκητη γλώσσα, ήταν ένας master της ποιητικής πρόζας πριν ακόμη τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ο Μοραβαζίν κατʼ οιονδήποτε τρόπο popular. Ουδέποτε εξάλλου αυτός ο απίστευτος συγγραφέας δεν αναζήτησε την ευρεία αποδοχή και την εκτεταμένη δημοσιότητα.
Το Μοραβαζίν κυκλοφόρησε τελικά το 1926. Οι «ομοιότητές» του με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας του Σελίν είναι παραπάνω από σκανδαλώδεις. Και τα δύο βιβλία έχουν αφηγητές γιατρούς, ο Σελίν εξιστορεί μέσω Μπαρνταμού και ο Σαντράρ μέσω Ρεημόν. Και οι δύο γιατροί διαθέτουν δεύτερο παραλογικό εγώ που στην περίπτωση του Μπαρνταμού ενσαρκώνει ο Ρόμπινσον ο οποίος ζει σαν παράνομος και εισάγει τον Μπαρνταμού σε περιπέτειες: πόλεμος, Αφρική, Αμερική, και του οποίου ο θάνατος από μορφίνη δίνει τέλος στο βιβλίο. Ο Ρεημόν έχει τον Μοραβαζίν τον οποίο ελευθερώνει για να οδηγηθεί στην παρανομία, ο οποίος τον παρασύρει σε περιπέτειες στη Γερμανία, στη Ρωσία, στο Βόρειο και τη Νότιο Αμερική, και τον στοιχειώνει στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Όπως και ο Ρόμπινσον, ο Μοραβαζίν πεθαίνει στο τέλος από μορφίνη.
Ακόμη και το όνομα του γιατρού του Σελίν, Παραπίν (Parapine), που παραπέμπει στο «σηκώνω το πέος», φανερώνει άμεση συγγένεια, σημειολογική αντιστοιχία με το όνομα του Μοραβαζίν (Moravagine) που υποδηλώνει «θάνατος στη μήτρα». Ο Παραπίν του Σελίν παραμονεύει μικρά κορίτσια και καταλήγει στο άσυλο, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ ξεκινά έγκλειστος σε άσυλο και αμέσως ξεκινά να δολοφονεί μικρά κορίτσια. Τι άλλο χρειάζεται να παραθέσει κανείς; Προφανώς το «παράπονο» του Μπλεζ Σαντράρ ήταν παραπάνω από δικαιολογημένο.
Τόσο ο Μοραβαζίν, όσο το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας είχε σαν πυρήνα του τον πόλεμο. Τον παγκόσμιο πόλεμο όπου και οι δύο συγγραφείς συμμετείχαν. Και οι δύο αφηγητές βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης λόγω του μακελειού, της παράνοιας, της ανθρώπινης ανοησίας. Στον Μοραβαζίν όμως ο πόλεμος επινοείται και λαμβάνει χώρα πριν πραγματοποιηθεί στην πραγματικότητα.
Στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας, η γλώσσα μοιάζει να ισοφαρίζει, ίσως ακόμη και να διαφεύγει της καταστροφής του πολέμου, να αποτελεί μία «νίκη», γιατί η Σελινική γλώσσα απέκτησε φωνή μέσω του πολέμου. Γιʼ αυτόν τον λόγο το Ταξίδι του Σελίν είναι, πάντοτε σε σχέση με το έργο του Σαντράρ, αρκετά «φιλολογικό» ώστε να βρίσκει κανείς πιο εύκολα τρόπο να το εκτιμήσει. Αποτελεί μία από τις κορωνίδες της λογοτεχνίας που γράφτηκε στην απλή, καθημερινή γλώσσα. Αυτό είναι ένα επίτευγμα. Στο Ταξίδι όμως συμβαίνει και κάτι άλλο ακόμη: έχει εξαφανιστεί σχεδόν κάθε ψήγμα εσωτερικότητας, δημιουργικού διαλογισμού πάνω στα γεγονότα. Ο Σελίν πιο πολύ απέκτησε ένα εργαλείο αντίδρασης, (βλ. τι σημαίνει αυτό, ακόμη και στις μέρες μας), ενώ ο Σαντράρ παρότι ιδιαίτερα εύγλωττος και πληθωρικός, καταβρόχθισε τη γλώσσα, ή βγήκε από τη γλώσσα λόγω του ανθρώπινου ολέθρου.
Ο Μοραβαζίν αποτέλεσε μία εκπληκτική ακολουθία ταυτοτήτων και ανατροπών. Ο Μοραβαζίν κήρυξε τον πόλεμο στην ανθρωπότητα πριν ακόμη ξεσπάσει ο πραγματικός. Στον συγγραφέα Σαντράρ παρέδωσε την απόλυτη λέξη, τη λέξη που εμπεριέχει τα πάντα, μα ήταν στην Αρειανή γλώσσα!
Και στα δύο βιβλία οι βασικοί ήρωες καταδιώκουν αυτό που πιστεύουν πως αποτελεί Αρχή, εστία των πραγμάτων, και προσπαθούν με ποικίλους τρόπους να την ακυρώσουν. Κατάληξη είναι η τελεσίδικη αδυναμία να ξεπεραστεί η ανθρώπινη τραγωδία, οι Άλλοι, το Άλλο. Στην περίπτωση όμως του Σαντράρ ο συγγραφέας αποδεικνύεται ικανός να σιωπήσει και να καταστήσει το έργο του φανέρωση μιας υπαρξιακής επαν-ανακάλυψης. Ακόμη κι αν υφίσταται τη μέγιστη τυραννία στο να το πράξει. Όλα αυτά όμως με την αδιάκοπη δράση, όπως και ο Σελίν, ο οποίος όμως καταλήγει στη επιθεώρηση ενός κλειστού, «ασφαλούς» πεδίου, όπου τρέφεται από τον κόσμο της αυταπάτης. Αντίθετα, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ δεν αρέσκεται καν στις πρακτικές του αλλά είναι ο ίδιος η προσωποποίηση της επιθυμίας να υπάρξουν νέες μεταρρυθμίσεις. Ο Μοραβαζίν δεν είναι προσωπικότητα (η διαφυγή), όπως ο ήρωας του Σελίν, είναι η ίδια η ενέργεια, η δράση δίχως συνείδηση.

Για τον Μπλεζ Σαντράρ ο πόλεμος αποτέλεσε «επανάσταση του παραλόγου», όπως έγραψε κάποτε ένας σημαντικός σχολιαστής, ενώ για τον Σελίν ο πόλεμος ήταν κορυφαία επικύρωση.

Οι επιδόσεις και των δύο συγγραφέων είναι αναμφισβήτητες. Μα και τα στοιχεία που παρατέθηκαν πιο πάνω είναι αναμφισβήτητα εξίσου. Ο καθένας μπορεί να επιλέξει τον αγαπημένο του συγγραφέα και ώρα του καλή, υπάρχει όμως κάτι ακόμη που δεν μπορώ να μην αναφέρω: στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας η συμφορά οδηγεί σε συγγραφική έξαρση, ο συγγραφέας αρέσκεται στην περιγραφή, γνωρίζοντας όμως πως ένας άνανδρος θα είναι πάντοτε άνανδρος: ένας ημι-άνθρωπος που επιλέγει να κατοικήσει στη «δική του» φυσαλίδα και να αναπαράγει το έπος της αναπαράστασης μίας επίγνωσης που δεν καταφέρνει να φτάσει στην «άκρη της νύχτας», όσο κι αν θέλει να το πιστεύει. Απόδειξη αυτού, το γεγονός πως ο Σελίν υπέκυψε όχι μόνο στον ιδεολογικό ολοκληρωτισμό, μα και στον εκφραστικό ολοκληρωτισμό ο οποίος, όσο τον οδήγησε στη χρήση «μαλλιαρής» γλώσσας, άλλο τόσο τον κατέστησε και δημοσιογραφικό εκφραστή της ανθρώπινης τραγωδίας. Προσωπικά δεν θα διαφωνήσω με την δήλωση του ιδίου πως δεν διέθεται «τίποτα άλλο από ύφος», αυτό εξάλλου υποδηλώνει αυτομάτως και τεράστια περιεκτικότητα νοήματος. Ο Σαντράρ όμως φαίνεται να κατείχε κάτι ακόμη, το ύφος ενός νοήματος, καθώς και το αντίστροφο. Αυτό τον κατέστησε κορυφαίο. Ο Σελίν μπορεί να σηκώσει προς αυτόν τη ματιά του.
Ο Μοραβαζίν μοιάζει ώρες-ώρες ασυνάρτητος και πάσχει από κενά, είναι ένας εξωγήινος που παριστάνει τον άνθρωπο, ή το ανάποδο… παίρνει ακόμα και την θέση του Σαντράρ και γράφει το βιβλίο. Ακόμη και η εκδήλωση του πιο μυστικού και αβάσταχτου πόνου του εκφράζεται μέσω μίας σιωπηλής δράσης, τα οφέλη της οποίας η ανθρωπότητα εξακολουθεί, όμοια με τον Μπαρνταμού να μην έχει κατανοήσει. Το μαρμάρωμα του εγκεφάλου που τρέφει την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένας κόσμος, μονάχα για τον εαυτό του. Το βασικό αίτιο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του δευτέρου, και όλων όσων σήμερα σε πάσης φύσεως επίπεδα συμβαίνουν.
Ο Σαντράρ γράφει προς το τέλος του Μοραβαζίν: «Νεαρέ, στοχάσου την ανία αυτών των τραγικών, ευτράπελων σελίδων. Μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει ποτέ πρόοδος όταν η καρδιά πετρώνει… Το πρόσωπό σου με συγκινεί αλλιώτικα, μούσκεμα στα δάκρυα κι όμως έτοιμο να ξεσπάσει στα γέλια».










Γιάννη έχεις δίκιο για τον Σαντράρ και το πόσο έχεις αγνοηθεί. Πρόσφατα διάβαζα κείμενά του στα γαλλικά και τον θαύμασα ακόμη μια φορά. Είναι κρίμα τίποτα να μην έχει επαρκώς μελετηθεί στην Ελλάδα.
Μπορούν να γίνουν όντως παραλληλισμοί μεταξύ του”Μοραβαζίν” του Σαντράρ και του σελινικού “Ταξιδιού”, μια και τα δύο μοιράζονται τη θεματική και τα μοτίβα του πικαρέσκου, όπως άλλωστε με τον “Καντίντ” του Βολταίρου, του γκροτέσκου επίσης, όπως με τον “Ουμπού Βασιλιά” του Ζαρρύ. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αφηγητές και των δύο είναι γιατροί, όπως σε πλείστα άλλα μυθιστορήματα εκείνης της θετικιστικής ιατρομανούς εποχής. Ξέρουμε τέλος πως ο Σαντράρ είχε παραπονεθεί στον Jacques-Henri Lévesque για τις “ομοιότητες” των δύο μυθιστορημάτων, υπονοώντας ούτε λίγο ούτε πολύ λογοκλοπή (διαβάσαμε κι εμείς το κείμενο του Jay Bochner). Δεν θα υπεισέλθω εδώ σε αυτή τη μακριά συζήτηση, θα πω μόνον ότι ακόμα και μια πρόχειρη ανάγνωση αρκεί για να υποδείξει ότι οι συγγένειες είναι επιφανειακές, καθότι οι χαρακτήρες, οι τρόποι χειρισμού και προπάντων η γλώσσα απέχουν τα μάλα. “Πρόχειρη ανάγνωση”, λέω, αλλά, μολαταύτα, ανάγνωση. Μια κάποια ανάγνωση, τέλος πάντων! Παρεμπιπτόντως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω κάποιες απορίες. Πρώτον: πού ακριβώς ΔΙΑΒΑΣΕ ο κύριος Γιάννης Λειβαδάς ότι ο Ροβινσώνας [Robinson, με τον τόνο στη λήγουσα, και όχι βέβαια “Ρόμπινσον” επί το αγγλικότερον!) -alter ego του ήρωα του “Ταξιδιού” Μπαρνταμού- “πεθαίνει στο τέλος από μορφίνη”;;;; Δεύτερον: από πού συνάγει ο ίδιος κύριος Λειβαδάς τη χαριτωμένη παρετυμολογία του ονόματος “Παραπίν” [Parapine], ενός εκ των (πολλών) γιατρών του “Ταξιδιού”, που κατ’ εκείνον “παραπέμπει στο ‘σηκώνω το πέος’ “; Το Parapine θα μπορούσε να σημαίνει κάτι σαν “αλεξίπεος” (κατά τα parapluie = αλεξιβρόχιον και paratonnerre = αλεξικέραυνο), αλλά “πεο-σηκωτής”; Ας μου επιτρέψει να αμφιβάλω. Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν βλέπω τη συνάφεια με την προταθείσα ετυμολόγηση “θάνατος στη μήτρα” του Moravagine. Τρίτον: ο Παραπίν δεν “καταλήγει σε άσυλο”, αλλά εργάζεται ως φρενολόγος γιατρός σε άσυλο, πράγμα που διαφέρει κάπως, θαρρώ! Τέταρτον: αδυνατώ να εντοπίσω το σημείο όπου, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του κυρίου Λειβαδά, ο Μπαρνταμού “καταδιώκ[ει] αυτό που πιστεύ[ει] πως αποτελεί Αρχή, εστία των πραγμάτων”! Αλλά, αυτά είναι ψιλά γράμματα, που μάλλον δεν τα πιάνω λόγω εγγενούς… αγραμματοσύνης. Είναι, ωστόσο, τόσα πολλά που δεν πιάνω στη βαθυνούστατη ανάλυσή του κυρίου Λειβαδά! Οφείλω να ομολογήσω ταπεινά πως η σκέψη του εν γένει μου… διαφεύγει!
Ευχαριστώ,
ΣΙΜ
ΥΓ. Το “άλλο ένα πεζό του Σαντράρ, το Bourlinger” [Μπουρλενζέ] μήπως τυχόν είναι η μαρτυρία του τελευταίου αυτού, υπό τον τίτλο “Bourlinguer” [Μπουρλενγκέ], που σημαίνει ‘αλωνίζω’ / ‘αλωνίζειν’;
Πρώτοι και στη φιλοπατρία:
1) Είναι Αλεξίκαυλος, και μας ενδιαφέρουν τα περί στύσεως εφόσον έχει μελετηθεί από τον ίδιο τον συγγραφέα να επέλθει θάνατος κατά την χ ζωική διείσδυση (βλέπε τη δανεική ιδέα απ’ τον Μοραβαζίν). Αφήστε κι εκείνο το γαλλικό στρατιωτικό καλαμπούρι της πρωτάρας, τότε, αεροπορίας, με το «Παραπίν» και την ανύψωση των αεροπλάνων… Ταράζεστε με την λογοτεχνία. Μάλλον περιμένατε σχόλιο αδαούς αρθρογραφίας.
2) Ντουζίνες τα ερωτηματικά αλλά και τα ερωτήματα που τίθενται από Ερωτήματα – Αμφότεροι οι τύποι δέχονται δόση μορφίνης και αναχωρούν προς τον Κύριο. Κοιτάξτε μέσα στα κείμενα παρακαλώ. Μου ρίξατε και τόσα ερωτηματικά… Αλίμονό σας.
3) Για τον καουμπόυ Ρόμπινσον, όμως, έχετε δίκιο, μου ξέφυγε γιατί βρισκόμουν πάνω από άλλο αγγλικό κείμενο. Μα απλώς τόνισα λάθος. Βρήκατε ζήτημα. Παρακαλώ.
Όσο για την τσόντα του κυρίου ανωνύμου: Αύριο καραγκιόζης φούρναρης και μεθαύριο παπάς στο δικό σου χωριό. Γέλασε λίγο, αγαπητέ, να ξεσφίξει ο πονεμένος σου δακτύλιος. Με παίρνεις πολύ στα σοβαρά παρότι αρνείσαι να διαβάσεις την ποίησή μου. Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό.
Μάγκα, δύο τινά:
α) μυρωδιά δεν πήρες απ΄ το Σελίν – έχει ο θεός.
β)το μένος και η κακεντρέχεια σου για την εξαίρετη μεταφράστια του, σε ωθούν στην υποβάθμιση του έργου του – δεν έχει ο θεός.
Όπως και να ‘χει: μικρότητες.
Ξαναρωτώ για έσχατη φορά, Κύριε Λειβαδά:
Πρώτον: ο Ροβινσώνας ή ΡομπΕνσόν (και ουχί Ρόμπινσον ΟΥΤΕ ΡομπΙνσόν!) “πεθαίνει”, όπως ισχυρίζεστε πιο πάνω, “ΑΠΟ μορφίνη”;
Δεύτερον: το Παραπίν, ερμηνευόμενο ως “Αλεξίπεος” ή, επί το λυρικότερον δικό σας, “Αλεξίκαυλος”, θα μπορούσε να σημαίνει, όπως επίσης ισχυρίζεστε πιο πάνω, “ΣΗΚΩΝΩ το πέος”;
Τρίτον: σας αρέσει ο Σελίν; Απολαύσατε το “Ταξίδι”;
Ρητορικές οι ερωτήσεις. Δεν θα επανέλθω.
Χαίρετε,
Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
Κυρία Μαργέλλου,
Το να σας συγχαρω για τη δουλεια σας στο “Ταξίδι” νομίζω είναι περιττό τη στιγμή που οποίσδήποτε ασχολείται, έστω και αμυδρά, με τη λογοτεχνία το έχει ήδη κάνει (δημόσια, ιδιωτικά ή “απο μέσα του”).
Σας παρακαλώ μεταφραστε το “θανατος επι πιστωσει”. Θα μας δώσετε μεγάλη χαρά!
Οσο για τον φιλο μας, που κανει τους συσχετισμους και τις επικρισεις …. ούτε ο ιδιος ο Σαντραρ (εφάμιλλος του Σελιν κατα τη γνωμη μου)δεν θα εμπαινε σε αυτο τον κοπο! Χαρας την ορεξη σου ρε φιλε!
Με εκτίμηση
Γιώργος Αναστασιαδης
Μετά από τόσους μήνες, γιατί έχασα προφανώς την συνέχεια των σχολιασμών και έχοντας πάρει δημόσια θέση υπέρ της δυνατής μετάφρασης της κ. Μαργέλλου, σχολιάζοντας μόνο το εντελώς αποτυχημένο επίμετρο της έκδοσης:
Για την παρεμβολή της αγγλικής εκδοχής του ονόματος σας εξήγησα τον λόγο. Στο “πεθαίνει από μορφίνη” αποκτάτε δικαίωμα διτότι λείπει, η λέξη “μετά” από το κείμενο. Εκτός πια και αν υποννοείτε πως δεν έχω διαβάσει το βιβλίο.
Σχετικά με το “Αλεξίκαυλος”: (πέραν του στοιχείου που ανέφερα σχετικά στο 3#), γνωρίζεται κανένα αλεξικέραυνο πεσμένο;
Στο τρίτο απαντώ: εσάς σας αρέσει ο Σελίν;
“Κατέληξε στο άσυλο”: όπως καταλήγει κανείς να γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο – αν θέλετε να με εννοήσετε…
Τελευταίο και σημαντικότερο: (αφορά και τον μόρτη του σχολίου #4): αντιλαμβάνεστε κ. και κ. πως πρόκειται για ένα κείμενο που βασίζεται στο Μοραβαζίν και όχι στο Ταξίδι; Μιλήστε αν θέλετε για το δημοσίευμα και όχι για τα ‘ξώραφα.
Είναι να αναρωτιέται ποικιλοτρόπως κανείς 🙂
“Η τουφεκιά και η λάμψη” – επιβεβαιώνεται διαρκώς ο Σελίν.
Ο Σελίν σε καμμιά σκιά , ποιο είναι το μεγαλύτερο βουνό?μου θυμίζει το δημοτικό,και περί διατομής συγκρίσεων κανένα νόημα.
Ο Ζάννας από την φυλακή, η Μαρκέλλου έκτισε την δική της – απαραίτητη διά την απόδοση.Και ολίγον τυχερή ως Ελληνίδα γλώσσα.
Kι αυτό με τους συμβολισμούς!Ακούτε που και που όχι μόνο το δεξί, αλλά και το αριστερό χέρι, ενόσω ξετυλίγεται η φράση.
Σεσίλ ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μετάφραση.
Κι εγώ θα σας παρακαλούσα πολύ να μεταφράσετε στα ελληνικά το Θάνατος επί πιστώσει..
Σας ευχαριστώ πολύ!
Από τη στιγμή που οι αναγνώστες, οι οπαδοί οι θαυμαστές, οι “φαν της ποίησης”, όπως εδώ ο κ. Λειβαδας, αλλά και πόσοι άλλοι, μπήκαν στο χορό και θέλησαν να κάνουν αυτό που έκαναν τα είδωλά τους, θέλησαν να παρατείνουν την εφηβεία τους και την αλεξικαυλία τους, γιατί πάντα έχουμε να κάνουμε με αλεξίκαυλους εδώ, γεμίσαμε κουτσομπολίκι και κονάκια σα και τούτο, με κακόγραμμένες αράδες, μικροπρέπειες, ανούσιες συγκρίσεις, γενικευμένη άγνοια.
Ο καθένας με τα μισοαγγλικούλια του, με τα μισογαλλικούλια του, φτάνει να μεταφράζει ακόμη και γιαπωνέζους!!!
(και το Χειρότερο: γράφει και τα Δικά του)