sergey-bubka.jpg

Aν παρουσιαζόταν ένας αθλητής με το ύφος επιταχύνσεως του Michael Johnson ή τη χορευτική σάρωση του Muhammad Ali, ουδείς θα ενδιαφερόταν για τη σύμπτωση των τρόπων, όσο, τουλάχιστον, θα ενδιαφερόταν για τη θέση του στην κατάταξη. Αν τα χρυσά μετάλλια και οι παγκόσμιες επιδόσεις επιτυγχάνονταν, ο διάδοχος θα διεκδικούσε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των σπουδαίων αθλητών, κι ας θύμιζε άλλες, περασμένες δόξες. Όμως στα ποιητικά δε συγχωρούνται οι ομοιότητες.

Βρισκόμαστε στα 2144. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας (το Κέντρο, η Έλξη κ.λ.π.) φιλοξενούν απαξάπαντα το ποίημα και την είδηση: βρέθηκε νέο χειρόγραφο ποίημα της Κικής Δημουλά. Γόνος φιλικής οικογένειας της μεγάλης ποιήτριας ανακάλυψε σε μια λησμονημένη οικογενειακή κασέλα μια κιτρινισμένη από την πολυκαιρία σελίδα, και προς έκπληξή της διαπίστωσε ότι περιέχει (από το ίδιο το χέρι της ποιήτριας) ένα άγνωστο ως τώρα ποίημα.

Εδώ. Πάνω στο τζάμι του χνώτου σου
περιφέρω με στʼ αρχικά της ανάμνησης
πώς κοίταξα αγχωμένη στον καθρέφτη
αν ήμουν χτενισμένη όταν με πρόσεξες
ή αν δαγκώνεται η μάνα μου ντροπή.

Εδώ. Κι αν είναι προϋπόθεση
να κοιμηθώ μια μονιμότητα του ύπνου
για να ξυπνήσεις
βαλʼ το καλά στην απουσία σου:
εμένα θάνατος
δε με ξαναπαντρεύει.

Εδώ. Ρούπι δεν το κουνάω
απ’ το παράθυρο.
Δεν αστειεύομαι. Θα ʼρθεις.

Oι κριτικοί της εποχής λιβανίζουν με τη ζέση των εγκωμιαστικών τους σχολίων το γραφτό. Και τότε, η ανακαλύψασα Κική Ηδμουλά, αποκαλύπτει τη σκηνοθεσία της: το γραφτό είναι δικό της. Προμηθεύτηκε χαρτί του εικοστού πρώτου αιώνα (αναμφισβήτητο το μύρο του ορυκτέλαιου εντός της κυτταρίνης) και έστρωσε πλαστό ονοματοσέντονο, ίνα αποδείξει πως κακώς ηγνοήθη προκλητικώς επί έτη και έτη από την επίσημη κριτική, καθότι και η ίδια (ως η πλάνη και η βρώση των κριτικών απέδειξε) τυγχάνει ποιήτρια ολκής. Μόλις οι κριτικοί μαθαίνουν την αλήθεια, απαξιώνουν την Ηδμουλά βαναύσως, καίνε τα περιοδικά στο Σύνταγμα και αστεΐζονται σε βάρος της μετά ευφάνταστων μιγμάτων δηλητηρίων.

Η παραπάνω ιστοριούλα, οφείλω να ομολογήσω, δεν είναι δική μου (μόνο το ποίημα είναι δικό μου, το οποίο συναρμολόγησα αφενός για τις ανάγκες του άρθρου, αφετέρου για πλάκα). Ευρίσκεται ελαφρώς παραλλαγμένη στο δοκίμιο Ποίηση και Παραποίηση του Ευάγγελου Παπανούτσου: Η Κική Ηδμουλά είναι ο John Shmarb, το χειρόγραφο δεν περιέχει ποίημα αλλά μια άγνωστη συμφωνία του Brahms- κατά τα λοιπά, ψιλοταΐδια. Ας δούμε, τώρα, πώς αποτιμάται η κατάσταση από τον Παπανούτσο: Το λάθος του [του Shmarb], βαρύ και ανεπανόρθωτο, είναι ότι αντί να αφήσει ελεύθερη την προσωπικότητά του (το αίσθημα, τη φαντασία, το νου του) να εκφραστεί μουσικά με το δικό της τρόπο, και με τη δική της καλλιτεχνική ευθύνη, ο ίδιος την υποδούλωσε στο πνεύμα και στην τεχνική, στην προσωπικότητα ενός άλλου. Και έτσι ακρωτηρίασε το τάλαντό του που, αν το εκτιμούσε και το σεβότανε πραγματικά, αυτό θα τον οδηγούσε όχι στην παραποίηση, αλλά στην αυθεντική, στη γνήσια δημιουργία.

Επί του ζητήματος αυτού, διακατέχομαι εκ νέου από μια σκέψη και μιαν έξαψη, να διατυπώσω ορισμένες αγνοημένες, κατά την άποψή μου, συνιστώσες.

Πόσο εύκολο είναι να μιμηθεί κανείς τα εκφραστικά μέσα των αναγνωρισμένων δημιουργών, παράγοντας έργο που οι επαΐοντες-κριτικοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν είναι το τέκνο της ποίησης (και άρα των αναγνωρισμένων δημιουργών) αλλά το τέκνο της παραποίησης (των τυχάρπαστων Shmarbs και Ηδμουλάδων);

Αν στο άνω ερώτημα η απάντηση κείται εγγύτερα στο εύκολο, τότε μήπως η αξία της ποιητικής της Δημουλά, π.χ., δεν έγκειται στο νόημα του ποιήματος (τα γνωστά: η αγωνία του θανάτου, το σχιζοειδές του έρωτος, το σηψαιμικόν του διλήμματος, η ανία της επαναλήψεως, το σφυροκόπημα της απουσίας), αλλά στην ευρεσιτεχνία μιας μανιέρας (επιτυχής αναμόχλευση της σωματοποίησης εννοιών, της αναρχικής χρήσης των μερών του λόγου και της «μικτής» γλώσσας, καθώς λεν οι φιλόλογοι, δηλαδή της χρήσης εκφράσεων της «χυδαιότερης» γλωσσικά καθημερινότητας) που διασφαλίζει τη συγκίνηση του αναγνώστη;

Πώς είναι δυνατόν η αποτίμηση ενός έργου από μέρους του κριτικού (ή και του οιουδήποτε for that matter) να σχετίζεται στο ελάχιστο με τη γνώση του ονόματος του δημιουργού; Είναι δυνατόν ένα έργο να είναι μεγαλειώδες αν και μόνο αν αποδίδεται σε συγκεκριμένο δημιουργό; Είναι δυνατόν η προκαλούμενη ψυχική ανάταση από το ποίημα ή τη μελωδική γραμμή να διαφοροποιείται εκ της γνώσεως του ονόματος του δημιουργού;
Αν η αξία του μεγαλόσχημου ονόματος κείται πολύ πέρα μιας ήσσονος σημασίας μανιέρας (αν δεχθούμε ότι το προβάδισμα της γνήσιας Ποιήσεως δίδει η κατάθεση ψυχής και όχι τα, απαραίτητα μεν, αλλά δευτερευούσης σημασίας ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα, τα οποία καθίστανται, ενδεχομένως, ευκόλως αντικείμενα μιμήσεως), τότε δε θα αναμέναμε και την εύκολη αναγνώριση, από μέρους του επαΐοντος, του προϊόντος της Ποιήσεως από το προϊόν της παραποίησης;

Γνωρίζει κανείς το ακριβές γεωγραφικό μήκος και πλάτος της περιοχής όπου συναντώνται (αλλά δεν επιπροβάλλονται) τα στρατόπεδα της φθηνής απομίμησης και της υγιούς επιρροής;

Ποία η αμαρτία όποιου τέρπεται αδιαφορώντας για την ακολουθηθείσα συνταγή;

Εγώ το παραδέχομαι. Διαβάζω Αλλού αλλού να κοιτάζω και κατάματα να σε βρω και σκέφτομαι «Ελύτης». Όμως δεν είναι δικό του. Είναι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Και δε μου καίγεται καρφί. Την υπόκλιση, βέβαια, τη φυλάγω για τον ίδιο. Γιατί; Όχι γιατί η λατρεία της φύσης και η ελληνοπρέπεια (ούτε καν η μεταφυσική του φωτός) συνιστούν «νέα νοήματα»-αλλά γιατί τη ρημάδα τη μανιέρα, όπως και να το κάνουμε, είναι τραγικά δυσκολότερο να την επινοήσεις από το να την ακολουθήσεις.