nikos-karouzos.jpg

(ακούστε τον Νίκο Καρούζο να διαβάζει έξι ποιήματα) 

Ποιητής-ρυτίδα στο προσωπείο του σύμπαντος. Ο Νίκος Καρούζος. Ίσως ο πιο γλωσσοκεντρικός ποιητής που είχαμε ποτέ σʼ αυτή τη χώρα. Τόσο εντός της γλώσσας, ο Καρούζος, που άνοιξε τρύπα και βγήκε έξω απʼ αυτήν, σε μία άλλη πλευρά. Όχι πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος, μα η περίπτωση του Νίκου Καρούζου είναι μάλλον μοναδική για την ελληνική ποίηση που γράφτηκε μέσα στον εικοστό αιώνα. Η άποψη του Καρούζου ήταν πως ο ποιητής ασχολείται με τις λέξεις και όχι με τον «λόγο», υπό την έννοια πως οι λέξεις είναι το όργανο της δημιουργίας και ο λόγος ένα περιττό σχόλιο, κουτσομπολιό της πραγματικότητας.

Ο Καρούζος αντλούσε μορφές, σχήματα, διαφόρων υπο-οντολογιών. Το κυρίαρχο Μηδέν που βρισκόταν στο κέντρο του δημιουργικού χάρτη του ποιητή, μεταβαλλόταν ως παρέκκλιση και παιχνιώδης βία από τον ίδιο, μετασχηματιζόταν προσωρινά σε δυνατότητα χλεύης ή εμμονής σε διάφορες εκφραστικές πτυχές του ιδίου Πράγματος. Ακόμη και το φυσικό σώμα του ποιητή αποτελούσε για τον ίδιο τον χειρότερο εχθρό του Μηδενός, ο ποιητής ακόμη και ως ύπαρξη δεν ήταν παρά ένα προπέτασμα του Αστοιχείωτου που οι άνθρωποι εμμένουν να θεωρούν Γνωστικό Πεδίο. Κι όμως, για τον Καρούζο ο άνθρωπος εχθρός του Μηδενός, η ίδια του η ύπαρξη, ήταν επίσης το πολυτιμότερο κοίτασμα μέσα στο Όλον, ακριβώς γιατί η μανία του να επιβληθεί ως ανώτερο νόημα μέσα στη ζωή τού έδινε παράλληλα και μία πιθανότητα, εάν η μανία του παρέκκλινε ποιητικά, να ατενίσει ένα μέρος της Αλήθειας.

Το Καρουζικό πρόταγμα «εγκαταλείψτε τη βεβαιότητα» απήχηση δεν βρήκε. Ετούτη η διατύπωση, ήδη γνωστή εδώ και πολλές δεκαετίες στο εξωτερικό, χάθηκε λες στο ελληνικό τοπίο. Ο Καρούζος στάθηκε ικανός να υιοθετήσει αυτήν την άποψη γιατί είχε πάψει από νωρίς να νιώθει «ελληνικός», Έλλην βεβαίως ήταν και με το παραπάνω, μα κατάφερε να υψωθεί τόσο σαν ποιητής ακριβώς γιατί πάταξε μέσα του κάθε επιπόλαιη υποδήλωση της εθνικής και της ποιητικής καταγωγής.

Οι άκρως αντι-ορθολογικές δοκιμασίες του Νίκου Καρούζου επαναφόρτισαν τη γλώσσα και οριοθέτησαν ένα καινούργιο πεδίο εκφραστικής μνήμης, μία εγκυκλοπαίδεια μεταμορφώσεων.

«Το να προεκτείνει κάποιος όλη αυτή την δαιδαλώδη στρατηγική είναι παραπάνω από επικίνδυνο δίχως την επάρκεια μίας λογικής πολύ μεγάλου σχήματος» μου έγραψε ένας φίλος ποιητής, και έρχομαι να συμφωνήσω απολύτως. Πράγματι, ο κληρονόμος ποιητής θα αποβιώσει αμέσως. Τέτοιες λογικές εμφανίζονται κάπως σπάνια. Τι κι αν αναριγούμε στο άκουσμα του ονόματος του Ηράκλειτου, του Παρμενίδη, τι κι αν συμμετέχουν σε «τελετές» εις μνήμην του Σολωμού.

Ο ποιητής ξεστρώνει, ανακατεύει το κρεβάτι της ραστώνης, το κομματιάζει. Υποβάλλει εαυτόν σε μόνιμη αγρύπνια. Ως εκ τούτου και μόνον, μία τέτοια ποιητική έρχεται πιο μπροστά από τη σαστισμένη ενατένιση από τους κάβους της σιγουριάς προς την αχανή θάλασσα. Αντίκειται στην ποίηση των διασφαλισμένων πεποιθήσεων και των συμπερασμάτων. Η ποίηση του Νίκου Καρούζου δεν ήταν ποίηση-καταφύγιο, ήταν ποίηση που γραφόταν από το ποιητικό καταφύγιο, ποίηση της γνώσης πως η εκτεταμένη εξιστόρηση είχε χάσει πια το νόημά της. Η έντασή του, που πολλές φορές άγγιζε τα όρια της επίθεσης, τόσο στη ζωή όσο και στα γραφτά του, καθήλωσε για χρόνια το ποιητικό περιβάλλον, ειδικά αυτό της Αθήνας, στη σκιά της εξοντωτικής του παρουσίας.

Ο Καρούζος παραμένει ανεκμετάλλευτος. Θα μπορούσε να ήταν ο βασικός ποιητικός εκπρόσωπος της χώρας μας στο εξωτερικό. Μα δεν είναι. Τα μυστικά οράματα της γλώσσας δεν κερδίζουν πια τους ποιητές. Ας ακουστεί για μία ακόμη φορά: «Μέσα στο γνόφο της Μικρογένεσης που διασπαθίζει πιθανότητες»…