handwriting-full001.jpg

Από τις θεωρίες στη Θεωρία; Η ουτοπία της κυριολεξίας.
(Εννέα, προς το παρόν, θέσεις)

Στην Άννα Κατσιγιάννη

1. Από την παρακαταθήκη των ευσεβών μας πόθων να ορίσουμε την αλήθεια του όντος και βεβαίως την αλήθεια του λογοτεχνικού γράμματος διαλέγω μια μισοξεχασμένη έκφραση του 19ου αιώνα, η οποία προφανώς δεν θέλει να αποκρύψει, μεταξύ άλλων, ούτε την εγγενή, ακραία μάλιστα γνωστική της ποιότητα. Οι αποστροφές που παραθέτω ανήκουν σε ένα εκρηκτικό, εμφανώς χαρισματικό τέκνο εκείνης της εποχής, εννοώ τον Gustave Flaubert, ο οποίος βρισκόταν διαρκώς μπροστά από όλους εν γένει τους συναδέλφους του στο χώρο της τέχνης του λόγου. Η διορατικότητά του δεν είναι η συνήθης. Κατά λέξη: «Όσο θα έχουμε διαπραγματευτεί σε κάποιο χρονικό πλαίσιο την ανθρώπινη ψυχή με την αμεροληψία εκείνη, την οποία επιστρατεύουμε στις φυσικές επιστήμες για να σπουδάσουμε την ύλη, θα έχουμε διανύσει ένα τεράστιο βήμα. Είναι το μόνο μέσον στη διάθεση της ανθρωπότητας, προκειμένου να τοποθετηθεί περί του εαυτού της. Τότε μόνον θα καθρεφτιστεί με ειλικρίνεια, χωρίς στρεβλώσεις, στο κάτοπτρο των έργων της. Θα καταστεί κάτι σαν θεός, θα κρίνει τον εαυτό της άνωθεν. Ναι, φρονώ λοιπόν πως αυτό μπορεί να συμβεί. Όπως ακριβώς παρατηρείται και στην επιστήμη των μαθηματικών, το θέμα απλούστατα είναι να βρούμε τη μέθοδο.»
Το χρονικό διάστημα, το οποίο έχει διανυθεί από τότε έως σήμερα είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας της συνολικής προόδου, η οποία έχει σημειωθεί στον τομέα που μας αφορά. Οι θεωρίες περί τη λογοτεχνία γεννήθηκαν, ήκμασαν και παρήκμασαν με χαρακτηριστική ευκολία, χωρίς να παγιώσουν τον πολυπόθητο χρυσό κανόνα.
*
2. Στο βαθμό που «η σχέση μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας είναι πάντα μια ιστορική σχέση και σαν τέτοια καθορίζεται από μεταβολές της κοινωνίας.», όπως συνόψισε προσφυώς ο Herbert Marcuse στο πέμπτο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ το 1962 (ιδέτε περιοδικό «Δευκαλίων», τεύχος 19, Σεπτέμβριος 1977, σελ. 325), τότε και η θεωρία της λογοτεχνίας συμπαρασύρεται άμεσα από το κοινωνικό παίγνιο και ό, τι αυτό ενδεχομένως μπορεί εκασταχού εκάστοτε να σημαίνει. Εξ ου και ο εμφανής συμβατικός χαρακτήρας της.

*
3. Η ανασφάλεια της ζωής, ο τρόμος της ύπαρξης μπροστά στο χάος του κόσμου, η εντροπία του πολέμου και της ειρήνης των Εθνών, ανυποχώρητος μανιχαϊσμός των ιδεολογιών, ό, τι δηλαδή παράγει πρωτογενώς τη Λογοτεχνία των ορίων, αντικατοπτρίζεται κατʼ ανάγκην στις φοβίες, στις προκαταλήψεις, στα λογικά σφάλματα, στις απολυτοποιήσεις, στα παντοειδή πυροτεχνήματα μιας περιδεούς συνήθως θεωρίας. Η σχετικότητα της πρώτης είναι η αχίλλεια πτέρνα της άλλης. Ηλίου φαεινότερον: τα στεγανά είναι ανύπαρκτα. Οι επαφές και οι οσμώσεις των θεωρητικών κειμένων με εκείνα της ως εκ των πραγμάτων ρευστής γραφής είναι επόμενο να συμπαρασύρουν και τα πρώτα στον ίλιγγο του επαρκούς δήθεν υποκειμένου. Πίσω από την εικονική αυτοπεποίθησή της, τον αέρα μιας λίγο πολύ επιστημονικής αρτιότητας και επαγγελματικής συνέπειας, η θεωρία πάσχει από ψεύδος, συγγνωστό ή μη. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να μιλήσουμε για τη μετάδοση ενός πανίσχυρου ιού από τη Λογοτεχνία στο θεωρητικό κείμενο.

*
4. Η ενίοτε άκρατη σχετικότητα της θεωρητικής πρότασης υπονομεύει την ερμηνεία ως κριτική δεοντολογία. Ο σχεδόν εκκωφαντικός αφορισμός του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν «Δεν διερμηνεύω, διότι αισθάνομαι μέσα στην παρούσα εικόνα σαν να είμαι στον οίκο μου» πιστοποιεί τη μόνη ίσως δυνατή αλήθεια: η σπουδή των θεωρητικών να υποτάξουν τον από τη φύση του ανυπότακτο λόγο λογίζεται ως υψίστη ματαιότητα. Από την άποψη αυτή οι περιστασιακοί θρίαμβοι της θεωρίας υπήρξαν κατά βάση είτε ακούσια διαφήμιση είτε εκούσια δυσφήμηση της δημιουργικής γραφής.
*
5. Είναι συναφής η επισήμανση: «Το παράδοξο της υστερονεωτερικής κατάστασης είναι ότι, ενώ η νεωτερικότητα ξεκίνησε το 1500 ως «χειραφέτηση του ανθρώπου» από παραδοσιακά δεσμά – το οποίο πάντα ισχύει ως πρόταγμα- , εντούτοις η άλλη, η γνωστική όψη της, η τάση του ανθρώπου για παντοδυναμία και αυτοθέωση, οδήγησε τελικά στη μηδενιστική αυτοαναίρεση του υποκειμένου: ο γνωστικός «θάνατος του θεού» έχει ως συνέπεια τον υπαρξιστικό «θάνατο του ανθρώπου» στην εποχή της «ασημαντότητας» – ιδέτε εν προκειμένω την ακροτελεύτια συνεπαγωγή στο Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό του Θάνου Λίποβατς, εκδόσεις «Πόλις», 2006, σελ. 102.
*
6. «Δεν γράφουμε αυτό το οποίο θέλουμε» διατείνεται ο Gustave Flaubert . Πόσο μάλλον γράφει και τεκμαίρει με ασφάλεια και συνέπεια η θεωρία εκείνο ακριβώς το οποίο πράγματι επιδιώκει να θεμελιώσει. Γιʼ αυτό ακριβώς η αρχιτεκτονική της ορισμένες φορές συνέχεται από όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία συγκροτούν ένα κομψότατο σόφισμα.

*

7. H εμβληματική εμμονή του Gustave Flaubert είναι τελικά η εμμονή της ορθής γραμμής: «Στον κόσμο, καθόσον με αφορά, υπάρχουν μονάχα οι ωραίοι στίχοι, οι καλά ζυγισμένες, αρμονικές, τραγουδιστές που άδουν, τα ωραία ηλιοβασιλέματα, το σεληνόφως, οι πίνακες με τα πολλά χρώματα, τα αρχαία μάρμαρα της αρχαιότητας και τα πρόσωπα με τα έντονα χαρακτηριστικά. Τίποτε άλλο εκτός από αυτά. Θα προτιμούσα βεβαίως να είμαι ο Ταλμά παρά ο Μιραμπό, διότι ο πρώτος έζησε σε μια σφαίρα στιλπνότερης ωραιότητος. Τα πουλιά στα κλουβιά μού προκαλούν τόσο οίκτο όσο και οι λαοί, οι οποίοι ζούνε σκλαβωμένοι. Αν λάβουμε υπόψη όλη την πολιτική, υπάρχει μόνο ένα πράγμα το οποίο αντιλαμβάνομαι κι αυτό είναι η επανάσταση. Μοιρολάτρης ως Τούρκος, φρονώ πως όλα όσα είμαστε σε θέση να πράξουμε για την ανθρώπινη πρόοδο ή το μηδέν είναι το ίδιο και το αυτό πράγμα.»(Ιδέτε την επιστολή του προς τη Louise Colet, στις 6-7 Αυγούστου 1846.)
*
8. Είναι σχεδόν αυτονόητο: η Λογοτεχνία είναι πάντα de facto ένα βήμα (τουλάχιστον) μπροστά από τη θεωρία. Το κενό δεν γίνεται να καλυφθεί: η διαφορά αυτής της φάσης προκαλεί το περιώνυμο άγχος της θεωρίας.

*
9. «Και εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα και του ζην εξαίφνης οίον από πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως εν τη ψυχή γενόμενον αυτό εαυτό ήδη τρέφει», ή σε μετάφραση του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου «και από την πολλή επικοινωνία με το ίδιο πράγμα και από τη συνάφεια μαζί του, έξαφνα, σαν από μια σπίθα, που ανασπίθισε, γεννιέται μέσα στην ψυχή ένα φως, που μόνο του πια τρέφει τον εαυτό του.»: η πλατωνική προοπτική του τοκετού του απώτερου νοήματος ή της διεξοδικής θεωρίας μέσα από την επίμονα στοχαστική πρόσληψη του αντικειμένου είναι δυνατή στο βαθμό που θα ανακαλυφθεί ο άλλος, ο ενδεχόμενος λόγος.