
Από τις θεωρίες στη Θεωρία; Η ουτοπία της κυριολεξίας.
(Εννέα, προς το παρόν, θέσεις)
Στην Άννα Κατσιγιάννη
1. Από την παρακαταθήκη των ευσεβών μας πόθων να ορίσουμε την αλήθεια του όντος και βεβαίως την αλήθεια του λογοτεχνικού γράμματος διαλέγω μια μισοξεχασμένη έκφραση του 19ου αιώνα, η οποία προφανώς δεν θέλει να αποκρύψει, μεταξύ άλλων, ούτε την εγγενή, ακραία μάλιστα γνωστική της ποιότητα. Οι αποστροφές που παραθέτω ανήκουν σε ένα εκρηκτικό, εμφανώς χαρισματικό τέκνο εκείνης της εποχής, εννοώ τον Gustave Flaubert, ο οποίος βρισκόταν διαρκώς μπροστά από όλους εν γένει τους συναδέλφους του στο χώρο της τέχνης του λόγου. Η διορατικότητά του δεν είναι η συνήθης. Κατά λέξη: «Όσο θα έχουμε διαπραγματευτεί σε κάποιο χρονικό πλαίσιο την ανθρώπινη ψυχή με την αμεροληψία εκείνη, την οποία επιστρατεύουμε στις φυσικές επιστήμες για να σπουδάσουμε την ύλη, θα έχουμε διανύσει ένα τεράστιο βήμα. Είναι το μόνο μέσον στη διάθεση της ανθρωπότητας, προκειμένου να τοποθετηθεί περί του εαυτού της. Τότε μόνον θα καθρεφτιστεί με ειλικρίνεια, χωρίς στρεβλώσεις, στο κάτοπτρο των έργων της. Θα καταστεί κάτι σαν θεός, θα κρίνει τον εαυτό της άνωθεν. Ναι, φρονώ λοιπόν πως αυτό μπορεί να συμβεί. Όπως ακριβώς παρατηρείται και στην επιστήμη των μαθηματικών, το θέμα απλούστατα είναι να βρούμε τη μέθοδο.»
Το χρονικό διάστημα, το οποίο έχει διανυθεί από τότε έως σήμερα είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας της συνολικής προόδου, η οποία έχει σημειωθεί στον τομέα που μας αφορά. Οι θεωρίες περί τη λογοτεχνία γεννήθηκαν, ήκμασαν και παρήκμασαν με χαρακτηριστική ευκολία, χωρίς να παγιώσουν τον πολυπόθητο χρυσό κανόνα.
*
2. Στο βαθμό που «η σχέση μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας είναι πάντα μια ιστορική σχέση και σαν τέτοια καθορίζεται από μεταβολές της κοινωνίας.», όπως συνόψισε προσφυώς ο Herbert Marcuse στο πέμπτο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ το 1962 (ιδέτε περιοδικό «Δευκαλίων», τεύχος 19, Σεπτέμβριος 1977, σελ. 325), τότε και η θεωρία της λογοτεχνίας συμπαρασύρεται άμεσα από το κοινωνικό παίγνιο και ό, τι αυτό ενδεχομένως μπορεί εκασταχού εκάστοτε να σημαίνει. Εξ ου και ο εμφανής συμβατικός χαρακτήρας της.
*
3. Η ανασφάλεια της ζωής, ο τρόμος της ύπαρξης μπροστά στο χάος του κόσμου, η εντροπία του πολέμου και της ειρήνης των Εθνών, ανυποχώρητος μανιχαϊσμός των ιδεολογιών, ό, τι δηλαδή παράγει πρωτογενώς τη Λογοτεχνία των ορίων, αντικατοπτρίζεται κατʼ ανάγκην στις φοβίες, στις προκαταλήψεις, στα λογικά σφάλματα, στις απολυτοποιήσεις, στα παντοειδή πυροτεχνήματα μιας περιδεούς συνήθως θεωρίας. Η σχετικότητα της πρώτης είναι η αχίλλεια πτέρνα της άλλης. Ηλίου φαεινότερον: τα στεγανά είναι ανύπαρκτα. Οι επαφές και οι οσμώσεις των θεωρητικών κειμένων με εκείνα της ως εκ των πραγμάτων ρευστής γραφής είναι επόμενο να συμπαρασύρουν και τα πρώτα στον ίλιγγο του επαρκούς δήθεν υποκειμένου. Πίσω από την εικονική αυτοπεποίθησή της, τον αέρα μιας λίγο πολύ επιστημονικής αρτιότητας και επαγγελματικής συνέπειας, η θεωρία πάσχει από ψεύδος, συγγνωστό ή μη. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να μιλήσουμε για τη μετάδοση ενός πανίσχυρου ιού από τη Λογοτεχνία στο θεωρητικό κείμενο.
*
4. Η ενίοτε άκρατη σχετικότητα της θεωρητικής πρότασης υπονομεύει την ερμηνεία ως κριτική δεοντολογία. Ο σχεδόν εκκωφαντικός αφορισμός του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν «Δεν διερμηνεύω, διότι αισθάνομαι μέσα στην παρούσα εικόνα σαν να είμαι στον οίκο μου» πιστοποιεί τη μόνη ίσως δυνατή αλήθεια: η σπουδή των θεωρητικών να υποτάξουν τον από τη φύση του ανυπότακτο λόγο λογίζεται ως υψίστη ματαιότητα. Από την άποψη αυτή οι περιστασιακοί θρίαμβοι της θεωρίας υπήρξαν κατά βάση είτε ακούσια διαφήμιση είτε εκούσια δυσφήμηση της δημιουργικής γραφής.
*
5. Είναι συναφής η επισήμανση: «Το παράδοξο της υστερονεωτερικής κατάστασης είναι ότι, ενώ η νεωτερικότητα ξεκίνησε το 1500 ως «χειραφέτηση του ανθρώπου» από παραδοσιακά δεσμά – το οποίο πάντα ισχύει ως πρόταγμα- , εντούτοις η άλλη, η γνωστική όψη της, η τάση του ανθρώπου για παντοδυναμία και αυτοθέωση, οδήγησε τελικά στη μηδενιστική αυτοαναίρεση του υποκειμένου: ο γνωστικός «θάνατος του θεού» έχει ως συνέπεια τον υπαρξιστικό «θάνατο του ανθρώπου» στην εποχή της «ασημαντότητας» – ιδέτε εν προκειμένω την ακροτελεύτια συνεπαγωγή στο Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό του Θάνου Λίποβατς, εκδόσεις «Πόλις», 2006, σελ. 102.
*
6. «Δεν γράφουμε αυτό το οποίο θέλουμε» διατείνεται ο Gustave Flaubert . Πόσο μάλλον γράφει και τεκμαίρει με ασφάλεια και συνέπεια η θεωρία εκείνο ακριβώς το οποίο πράγματι επιδιώκει να θεμελιώσει. Γιʼ αυτό ακριβώς η αρχιτεκτονική της ορισμένες φορές συνέχεται από όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία συγκροτούν ένα κομψότατο σόφισμα.
*
7. H εμβληματική εμμονή του Gustave Flaubert είναι τελικά η εμμονή της ορθής γραμμής: «Στον κόσμο, καθόσον με αφορά, υπάρχουν μονάχα οι ωραίοι στίχοι, οι καλά ζυγισμένες, αρμονικές, τραγουδιστές που άδουν, τα ωραία ηλιοβασιλέματα, το σεληνόφως, οι πίνακες με τα πολλά χρώματα, τα αρχαία μάρμαρα της αρχαιότητας και τα πρόσωπα με τα έντονα χαρακτηριστικά. Τίποτε άλλο εκτός από αυτά. Θα προτιμούσα βεβαίως να είμαι ο Ταλμά παρά ο Μιραμπό, διότι ο πρώτος έζησε σε μια σφαίρα στιλπνότερης ωραιότητος. Τα πουλιά στα κλουβιά μού προκαλούν τόσο οίκτο όσο και οι λαοί, οι οποίοι ζούνε σκλαβωμένοι. Αν λάβουμε υπόψη όλη την πολιτική, υπάρχει μόνο ένα πράγμα το οποίο αντιλαμβάνομαι κι αυτό είναι η επανάσταση. Μοιρολάτρης ως Τούρκος, φρονώ πως όλα όσα είμαστε σε θέση να πράξουμε για την ανθρώπινη πρόοδο ή το μηδέν είναι το ίδιο και το αυτό πράγμα.»(Ιδέτε την επιστολή του προς τη Louise Colet, στις 6-7 Αυγούστου 1846.)
*
8. Είναι σχεδόν αυτονόητο: η Λογοτεχνία είναι πάντα de facto ένα βήμα (τουλάχιστον) μπροστά από τη θεωρία. Το κενό δεν γίνεται να καλυφθεί: η διαφορά αυτής της φάσης προκαλεί το περιώνυμο άγχος της θεωρίας.
*
9. «Και εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα και του ζην εξαίφνης οίον από πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως εν τη ψυχή γενόμενον αυτό εαυτό ήδη τρέφει», ή σε μετάφραση του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου «και από την πολλή επικοινωνία με το ίδιο πράγμα και από τη συνάφεια μαζί του, έξαφνα, σαν από μια σπίθα, που ανασπίθισε, γεννιέται μέσα στην ψυχή ένα φως, που μόνο του πια τρέφει τον εαυτό του.»: η πλατωνική προοπτική του τοκετού του απώτερου νοήματος ή της διεξοδικής θεωρίας μέσα από την επίμονα στοχαστική πρόσληψη του αντικειμένου είναι δυνατή στο βαθμό που θα ανακαλυφθεί ο άλλος, ο ενδεχόμενος λόγος.










Eξαίρετο κείμενο , πυκνό και ουσιαστικό
Μια παρατήρηση :
Από το τέλος του 18ου αιώνα και υπό το φώς της Γαλλικής Επανάστασης ( Υπέρτατο Όν , Καθαρός Λόγος κτλ ) εκκινεί μια προσπάθεια εφαρμογής των μεθόδων των φυσικών επιστημών , που τότε βρίσκονται σε πρωτοφανή άνθηση , στις λεγόμενες ανθρωπιστικές σπουδές , στη φιλοσοφία και τη Λογοτεχνία. Επειδή οι εφαρμογές των φυσικών επιστημών δημιούργησαν ένα έδαφος όπου ευδοκίμησε ο θαυμασμός , η αισιοδοξία και οι προσδοκίες για μια ορθολογική και επαληθεύσιμη διαδικασία δημιουργίας και κατάθεσης της θεωρητικής σκέψης , υπήρχε διάχυτη τότε η εντύπωση ότι η εφαρμογή της πειραματικής μεθόδου , της επιστημονικής μεθοδολογίας των θετικών πεδίων θα μπορούσε να εξασφαλίσει μη διαψεύσιμες , έγκυρες από κάθε άποψη προσεγγίσεις στη Λογοτεχνία , τη Ψυχολογία κτλ. Αυτήν ακριβώς την αισιοδοξία εκφράζει ο Flaubert στο σχετικό απόσπασμα.
Όμως η υποκειμενική προσέγγιση της φύσης δια του πειραματικού ερωτήματος διαψεύδεται ή επιβεβαιώνεται τοις πράγμασι από το αντικείμενο
( φύση ) , ενώ αντίθετα οι αντίστοιχες προσεγγίσεις στις πνευματικές δραστηριότητες , τις ψυχικές περιπέτειες , τη καλλιτεχνική πράξη αποκτούν εγκυρότητα δια του ιδίου του υποκειμένου ( και όλων των σχετικών περιπλοκών ) .
Flaubert αλλά συγχρόνως Baudelaire
O Galois χάνεται σε μονομαχία ( ευτυχώς επέζησε το τεφτέρι του )
Αυτήν ακριβώς την αντινομία εκφράζει ο κος Βέης στις θέσεις του.
Προς επόρρωσιν παραθέτω:
Δευκαλίων τ. 12 Edmund Husserl Η φιλοσοφία ως αυστηρή επιστήμη
( όπου το ζήτημα αναλύεται εξουθενωτικά … το δυσκολώτερο κείμενο που διάβασα στη ζωή μου )
Επίρρωσιν ( βεβαίως .. βεβαίως )
Συμφωνώ κι ευχαριστώ για την άμεση,Voas, συναντίληψη.
Αν ορίσουμε ένα ποίημα ως ένα σύστημα μικροδομών,και αυτές σάν τίς εκφραστικές δομικές του μονάδες,δηλ.λέξεις,φράσεις,έννοιες και μικρές ενότητες,τότε είναι πολύ πιθανό να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τήν δυναμική του με φυσικούς εντροπικούς όρους αφού το σύνολο αυτών τών μικροδομών στοιχειοθετείται από αντικειμενικά γνωρίσματα τα οποία σκιαγραφούνται”.
Οι λέξεις,τα νοητικά σύμβολα,οι εικόνες σύμβολα ώς αρχέτυπα τών λέξεων,και η συναρμογή τους ,αρθρώνουν με τήν επιστημονική θεωρία έναν φασικό χώρο πού έχουν άμεση σχέση με τήν χωρομετρία και τήν χρονομετρία του δημιουργού.Η χρονομετρία ή αν θέλετε,ο εσωτερικός χρόνος της σύνθεσης καθορίζει το ύψος,το βάθος και το πλάτος δηλαδή τήν γεωμετρία αυτής της συναρμογής σημαινόντωνκαι σημαινομένων.Ακόμη και άν η πολυπλοκότητα όλων αυτών τών φασικών χώρων μπορούσε να αποκωδικοποιηθεί, ποτέ δέν θα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε με ακρίβεια τήν σχέση ποιήματος και αναγνώσεως αυτού ,αφού η σχέση αυτή διακρίνεται από μιά χαοτική υφή.
Η αλληλεπίδραση αυτή όσο και άν μοντελοποιηθεί είναι δύσκολο να υπακούσει σε συγκεκριμένες επιστημονικά μετρήσιμες μεταβλητές.,τουλάχιστον σήμερα .
Οσο φυσικά εξελίσσεται η προσέγγιση τών νευρωνικών δικτυωμάτων του εγκεφάλου οι πιθανότητες αυξάνονται
.Ο φυσικός παρατηρητής διαθέτοντας περισσότερα εργαλεία πιό εύκολα θα μπορεί να αναλύσει τήν μετάβαση τού φυσικού συστήματος από τήν τυχαία αρχική κατάσταση σε μία αυτο οργανούμενη συμμετρία ή και ασσυμετρία εκτιμώντας πιθανοκρατικά τίς επίκτητες ή κληρονομικά αντιγραμμένες καταγραφές.
θα δούμε….!
Κυρία Καλογεροπούλου,
ζητώ συγνώμη κατ’ αρχάς, γιατί θα σας μεταφέρω κάτι που θυμήθηκα διαβάζοντας το ανωτέρω σχόλιό σας : Το διηγείται ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό του (άν και δεν το έγραψε τελείως μόνος του – μάλλον το υπαγόρευσε) ” Η Τελευταία Πνοή” (γύρω στο ’85, σε μια υπέροχη έκδοση του “Οδυσσέα”). Εκεί αναφέρει, περίπου, γιατί δυστυχώς δεν έχω μαζί μου το βιβλίο, ότι κάποτε τον πλησίασε ένας γάλλος θαυμαστής του και τού είπε ότι διδάσκει κινηματογράφο. ” Ά, ναι ;”, ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον ο Μπουνιουέλ. ” Και τί διδάσκετε, ακριβώς ;” “- Θεωρία της κλωνικής εικόνος “, ήταν η απάντηση που πήρε.
“Μου ήρθε να τον πνίξω”, συμπληρώνει ο Μπουνιουέλ…
κύριε Λυκοτραφίτη
γιατί αισθανθήκατε τήν ανάγκη να μου ζητήσετε προκαταβολικά συγνώμη?
ολες οι αντιδράσεις θεμιτές! και ιδιαίτερα από μεγάλους δημιουργούς όπως είναι ο Μπουνιουέλ τού οποίου αντιλαμβάνομαι πλήρως τήν αντίδραση,ιδιαίτερα άν ο εν λόγω κριτικός κινηματογράφου ήταν εξυπνακίστικα προκλητικός ,αμαθής και ουδεμία σχέση είχε ώς θεωρητικός με τήν ποίηση της κινηματογραφικής εικόνας.
Εκατοντάδες κριτικοί λογοτεχνίας ,κινηματογράφου ,ποίησης λειτουργούν ερήμην τής καλλιτεχνικής δημιουργίας προσπαθώντας να τήν αντιληφθούν και να τήν εξηγήσουν όχι συνεισφέροντας πάντα σε μιά δημιουργική ανάγνωση αλλά συσκοτίζοντας την.Ισως τα κινητρά τους να μήν είναι ανιδιοτελή.Δέν ξέρω άν γνωρίζετε Φυσική.
Εγώ σαν Φυσικός θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τήν προσέγγιση ενός λογοτεχνικού έργου και με το βλέμμα της Φυσικής όπου ο χρόνος της ποίησης και ο χρόνος της Φυσικής έτσι όπως συνομιλούν μέσα στόν εσωτερικό ποιητικό ρυθμό ενός ποιηματος να αποκαλύπτουν και μία άλλη όχι τόσο “φιλολογίζουσα” οπτική .
Η εναπόθεση της κριτικής στα χέρια φιλολόγων έχει περιορίσει τίς πολλαπλές αναγνώσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν σε όφελος πάντα αναγνωστών και δημιουργών.
Ας μήν υπερασπιζόμαστε στεγανά .
η Φυσική σκέψη έχει πιθανώς περισσότερα να προσφέρει σε αυτό τόν τομέα από τήν ήδη όπως λέει και ο Γ.Μίχος παρηκμασμένη σε κάποιες περιπτώσεις λογοτεχνική κριτική πού ανακυκλώνει τίς εμμονές της.
Θα ήμουν υποχρεωμένος στη κα Καλογεροπούλου αν διέθετε το χρόνο να επεκταθεί λίγο στην ιδέα της πρώτης παραγράφου του αρχικού της σχολίου.
Η προσέγγιση των μικροδομών του ποιήματος με θερμοδυναμικούς όρους με εξέπληξε
@voas
Αν έχετε γνώσεις Φυσικής θα ηταν πολύ χρήσιμο να διαβάσετε τήν εργασία ενός εξαίρετου Φυσικού πού έφυγε από κοντά μας δυστυχώς νωρίς,του Κων/νου Μανωλόπουλου.
Με αναφορές στήν ποιητική του Σεφέρη.εκδόσεις Κώδικας 2003.
Εκεί θα δείτε μία άλλη ανάγνωση ,εξίσου χρήσιμη,αν δέν σας δυσκολέψουν κάποιοι επιστημονικοί όροι.
Η εργασία του Κ.Μανωλόπουλου θα σας δώσει όλες τίς απαντήσεις πού χρειάζεστε ,πολύ περισσότερες από αυτές πού θα σας έδινα εγώ στον περιορισμένο έτσι κι αλλιώς χώρο.
δεν τα καταφέρνω πάντα να τα διαβάσω όλα, αλλά κάτι σχετικά με τον έλληνα αναγνώστη, ή μάλλον με τον έλληνα θεωρητικό, μου έδωσε ο μίχος το έναυσμα να νομίζω ότι μπορώ να το πω εδώ:
βρίσκω τον έλληνα θεωρητικό, όπως και τον αναγνώστη, πολλές φορές απαγορευτικό. δλδ επιμένοντα σε μια μονότροπη και σχεδόν μισαλλόδοξη αντίληψη περί του κειμένου, όποιο κι αν είναι αυτό. λες και είναι αδύνατον η κάθε λέξη, και προπαντός η άρθρωσή της στη διάρθρωση ενός κείμαι-νου να κουβαλάει ένα δικο της ‘πραγματικό’ που θα είναι πάντα, φυσικά, και σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής και της άλγεβρας, πέρα απ’αυτήν την ίδια.
καϋμός μου είναι ο κατατεμαχισμός μέχρι έχθρας των επιστημονικών μεθόδων, η δήθεν προσκόλληση σ’αυτές, η δημιουργία κλειστών ομάδων ημιθέων γύρω από έναν θεό, ο οποίος, φυσικά (και πάλι), εφόσον αποδέχεται μειδιώντας το ρόλο του, όσο εικονικός κι αν είναι αυτός ο ρόλος, όσο εικονικός κι ανύπαρκτος να μπορεί να είναι ο ίδιος ο μικρός θεός, άλλο τόσο οδηγεί στην α-πορία. στη μη-ερώτηση, άρα και στην αλαζονεία.
συγχωρέστε με για το σχόλιο.
το κείμενο του κυρίου βέη με γοήτευσε για την φυσικότητά του. μπόρεσα περίπου να το παρακολουθήσω ακόμη κι εγώ. βοήθησε βέβαια ο φλομπέρ, ο οποίος νομίζω πρέπει να ήταν ‘θείος’ και ‘ανηψιός’ του γιάκομπσον:)
θέλω να πω ότι αυτό που έλεγε θεωρητικά ο τόσο γλυκύς γιάκομπσον (τονίζοντας την έννοια της δομής), ο γλυκύτατος φλομπέρ το είχε ως συναγή στην κουζίνα του, όταν έφτιαχνε εκείνα τα φοβερά μυθιστορήματά του, όπου, πάντα μπορούσες να βρεις ένα δομικό στοιχείο να εξελίσσεται από το άλφα στο ωμέγα της εξέλιξης του έργου του.
τέτοιαν ακρίβεια, μαθηματική, που την πρωτοείδα στη μαντάμ μποβαρύ, την ξαναβρίσκω και στα μυθιστορήματα και διηγήματα του ναγκίμπ μαχφούζ, παραδείγματος χάρη.
συγγνώμη για τη φλυαρία και τις πιθανότατες ασχετοσύνες, την καλημέρα μου!
!
@ κυρία Καλογεροπούλου,
όχι, δεν έχω καθόλου γνώσεις φυσικής – και ίσως αυτό υπήρξε η αιτία της ενδεχόμενης αποκκλίσεώς μου. Πάντως, υποκλίνομαι στη θετικότητα της απαντήσεώς σας, πράγμα που συνιστά το πρώτο βήμα ενός ειλικρινώς φιλικού διαλόγου.
(Και, στο περιθώριο της συζητήσεως, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι η τόσο συχνή παρουσία τόνων επί μονοσυλλάβων σας υποδηλώνει μία γνήσια “πολυτονική” προσωπικότητα – γεγονός που, από μόνο του, θα ήταν ήδη αρκετό για να σας αγαπήσω!).
@ κύριε Μίχο,
“Ελεύθερη Γενιά” ήταν, και διήρκεσε από το 1976 έως το 1981 (τα χρόνια της δευτεροβαθμίου μου) – άς μην ξεχνιούνται οι φωτισμένες στιγμές της “πεφωτισμένης δεξιάς” ! Μετά ήρθε η σοσιαλιστική επανάσταση.
@ κυρία Κονδύλη,
“Τον Γκαίτε με τα δύο έψιλα και τον Φλωμπέρ με όμικρο ή τον Σαίξπηρ μ’ έψιλον και γιώτα τούς κανονίσαν οι Γραμματικοί μας με τη φούσκα της ορθογραφικής -λέει- απλοποίησης… Κι έρμαιο εμείνανε στα νύχια τους.”
(τάδε έτερος Γιώργος έφη
και με άνεση και κέφι…)
αγαπητή έφη
η προσέγγιση μικροδομών σε συνδυασμό με νευρώνες και δεν ξέρω τι και πώς…και μένα με εξέπληξε και ομολογώ την βρεφική μου άγνοια και αδυναμία κατανόησης έφη μου. Πρόλα αυτά μάλλον και εξ όσων κατενόησα διαφωνώ…Και ερωτώ τι κράμα δομοφυσικής ποιητικής είναι αυτό;
καλή μου κα Καλογεροπούλου
Θα το ψάξω το προτεινόμενο βιβλίο και ευελπιστώ ότι δεν θα έχω προβλήματα όρων ή κατανόησης.
Όμως ήρθατε και σχολιάσατε το άρθρο του κου Βέη με όρους μανιφέστου ( αν μου επιτρέπετε ) , όπου προτείνετε αν κατάλαβα καλά τη με θερμοδυναμικούς όρους προσέγγιση της ποιητικής δημιουργίας και συνάμα τη σχέση δημιουργήματος και αποδέκτη ( αναγνώστη ) , όπου η αλληλεπίδραση έχει χαοτικά ( μη προβλέψιμα ή ολοκληρώσιμα χαρακτηριστικά ).
Στη τελευταία αυτή διαπίστωση συμφωνούμε , ενώ στη προσέγγιση της ποιητικής δημιουργίας έχω τις αμφιβολίες μου.
Δεν μπορώ να φανταστώ χαμιλτόνεια συνάρτηση ποιητού ή ποιήματος που θα ερμηνεύει την ενέργεια και τη δυναμική του αν δεν οριστεί πρώτα ο χώρος αλληλεπιδράσεων που μπορεί να είναι από το υπόγειο του άγνωστου γραφιά μέχρι το οργανωμένο quasi ντετερμινιστικό σύστημα των ευπωλήτων.
κύριε γιώργο λυκοτροφίτη,
τα έψιλα και τα όμικρα δεν είν σχεδόν τίποτις.
το πολύ πολύ να είναι λάθη, σιγά τ’αυγά.
η εγγραφή σε ομάδες αλαζονείας είναι σίγουρα ακόμη χειρότερα…
εκτός κι αν γράφατε το φλομπέρ flober. ε, του κερατά, τότε θα συμφωνούσα μαζί σας με χίλια! 🙂
@voas
Αφού αναφέρεστε σε χαμιλτόνεια συνάρτηση σίγουρα δέν θα έχετε κανένα πρόβλημα αποκωδικοποίησης της εν λόγω μελέτης.
Αν προσέξατε ,θα είδατε ότι και εγώ (όπως άλλωστε και ο Κ.Μανωλόπουλος στήν μελέτη του) τήν ίδια επιφύλαξη εκφράζουμε,λέγοντας ότι το ποίημα με τήν έννοια του συστήματος δέν είναι μάλλον μη γραμμικό δυναμικό σύστημα.
Ομως επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι καθόλου με μορφή μανιφέστου δέν σχολίασα τό πολύ ενδιαφέρον άρθρο του κ.Βέη,αλλά μπήκα στόν πειρασμό να “ανοίξω “τήν κουβέντα και μπρός μία άλλη κατεύθυνση πού κρίνω ότι θα είχε γιά όλους μας εξαιρετικό ενδιαφέρον ,χωρίς δογματισμούς και απολυτότητες.
Γιά όλους μας η πρόκληση θα ηταν μεγάλη αφού μόνο κέρδος θα μπορούσε να προκύψει από τήν “φυσική “αποτίμηση ενός συστήματος (ποιήματος) σε συνεργασία με όλες τίς υπόλοιπες λογοτεχνικές αναγνώσεις.Καί αυτό γιατί περισσότερο από ποτέ σήμερα η επιστήμη μετωπικά θα έλεγε κανείς προσπαθεί να μελετήσει τούς μηχανισμούς τής νοημοσύνης και της ζωής και να ερμηνεύσει τα νευρωνικά μικροκυκλώματα είτε αυτά έχουν αλγοριθμική βάση υπολογισμών,είτε αναλογική.
Μέσα στήν θαυμαστή απειρότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου κρύβονται όλα τα “κλειδιά “τής ανθρώπινης δημιουργικότητας …
ο ακριβής τίτλος του βιβλίου αν το αναζητήσετε είναι: “ο χρόνος της φυσικής και ο χρόνος τής ποίησης,το παράδειγμα του Γ.Σεφέρη”.Κώδικας,Αθήνα 2003
@
br
Ξ¨ερω ότι είναι δύσκολη η ανάγνωση για κάποιον πού έχει εντρυφήσει αποκλειστικά σε θεωρητικές σπουδές ,αλλά δέν πρόκειται ακριβώς για δομοφυσική ποιητική .
είναι εξίσου συναρπαστική και γοητευτική η αναζήτηση αυτή, με εκείνη πού μπορεί να προσφέρει η θεωρία τής λογοτεχνίας…όμως αυτά θα τα κουβεντιάσουμε και δια ζώσης ,ευκαιρίας δοθείσης…
@
Γ. Λυκοτραφίτης
συγκρατώ το “πολυτονική”,και σάς ευχαριστώ!!
Κυρία Κονδύλη, παρακαλώ, καταλάβετέ με:
α). Εάν μόνον ήταν αυγά, σιγά τα λάθη.
β). Πού, στο καλό, είδατε καλοκαιριάτικα τις “ομάδες αλαζονείας”; Και (last but not least)
γ). εάν με “το φλομπέρ” προσλαμβάνετε γάλλο συγγραφέα, θαυμάζω την δημιουργική σας φαντασία!
Δε νομίζω ότι η λογοτεχνία είναι ένα ένα βήμα μπροστά από τη θεωρία. Για να ίσχυε η συνθήκη, θα έπρεπε η θεωρία να είναι και αυτή λογοτεχνία.
Συχνά, βέβαια, η θεωρία, προσπαθώντας, να είναι θεωρία, γίνεται λογοτεχνία. Είναι, δύσκολο, όμως, να πειστεί ο θεωρητικός για τη μετακίνησή του-και αυτό, δεν είναι πρόβλημα ούτε της θεωρίας ούτε της λογοτεχνίας.
Κα Καλογεροπούλου
Νομίζω συνεννοηθήκαμε με το τελευταίο σας σχόλιο.
Πάντως να επισημάνω ότι ακόμα και οι οπαδοί της soft AI δεν θα έπρεπε να έχουν πολλές ελπίδες ότι οι προσομειώσεις δια νευρωνικών δικτύων θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν επαρκώς τη ποιητική δημιουργία , την ανθρώπινη συνείδηση κτλ. Ο Roger Penrose έχει αναφερθεί στο ζήτημα αυτό εκτενώς. ( The Emperor’s New Mind )
Κάθε “δημιουργία” , αν παρακάμψουμε το πρώτο νόμο της θερμοδυναμικής , προκύπτει αν δοθεί το βέλος του χρόνου ( και άρα η μη αντιστρεπτότητα των διαδικασιών ) καθώς και μια ανισορροπία στο χώρο των φάσεων . Με αυτή ίσως την υπόμνηση νομίζω θα συμφωνούσατε και εσείς . Ευτυχώς τέτοια γεγονότα επιδέχονται μόνο στοχαστικές ( πιθανοτικές ) προσεγγίσεις , εξ ού και η ουτοπία της κυριολεξίας κατά τον κο Βέη. Είμαι βέβαιος ότι και εσείς δεν θα το θέλατε να λειτουργεί στα πλαίσια ενός Χαμιλτόνειου ντετερμινισμού. ( πόσο μάλλον Νευτώνειου ).
Να σας ευχαριστήσω για την ουσιαστική συζήτηση.
Κα Κονδύλη
Με τα φλομπεράκια βάζανε σημάδι σπουργίτες
Την αγάπη μου.
αγαπητέ κύριε γιώργο λυκοτραφίτη
ευχαριστώ που θαυμάζετε τη δημιουργική φαντασία!
θα ήταν υπέροχο αν είχα.
ομάδες αλαζονείας γνωρίζω και χειμώνα και καλοκαίρι. εννοώ τα γκρουπάκια που, με τη δημιουργική μου φαντασία, έχω ονομάσει ‘διάσημοι μεταξύ μας’.
μη μου πείτε ότι δεν καταλαβαίνετε! 🙂
τώρα, σχετικά με τα αυγά και τα λάθη,
το θέμα είναι πολύπλοκο,
κρατώ μικρό καλάθι…
όπως βλέπετε είμαι και ποιήτρια.
όσο γι’αυτόν
το(ν) φλομπέρ, τι να σας πω, μπορεί και να μην είναι γάλλος! με τέτοιο όνομα, δίκιο έχετε. ο δικός μου φλομπέρ μπορεί να είναι άλλος.
μάλλον η αλαζονεία με τσίμπησε και μένα και σας απαντάω.
τουλάχιστον έτσι καταλαβαίνετε τι είναι. καλό απόγευμα!
βόας,
🙂
αυτό δεν το ήξερα! τα φλιπεράκια ήξερα μόνο!
τελικά η μαντάμ μποβαρύ κάνει θαύματα…
για φαντάσου ότι ο φλομπέρ σημάδευε πουλιά…
την αγάπη μου επίσης!
Nα συμπληρώσω πως τα τεκταινόμενα της ποίησης περιλαμβάνουν μια σειρά (και όχι ακολουθία) μεγεθών.
Ο ποιητής (αυτός που γράφει κάτι, αποκαλώντας το ποίημα) είναι ένα θεμελιώδες μέγεθος. Ο αναγνώστης του ποιήματος είναι, επίσης, ένα μέγεθος θεμελιώδες. Το ποίημα είναι ένα μέγεθος παράγωγο: υφίσταται (μέσα στην ιστορία, μέσα στην ανθολογία, μέσα σε ένα στήθος κάποιο βροχερό απόγευμα) ως συνάρτηση θεμελιωδών μεγεθών.
Το neurotransmitter monitoring είναι φτωχό εργαλείο για τη διαλεύκανση των τεκταινομένων της ποίησης. Ένα παράγωγο μέγεθος μπορεί να προκύπτει από τα θεμελιώδη (μέσα στην ιστορία, μέσα στην ανθολογία, μέσα σε ένα στήθος κάποιο βροχερό απόγευμα) με απειράριθμους τρόπους: ευρισκόμενο σε μια σχέση βιωματική, σε μια σχέση συναλλαγής, σε μια σχέση ένδειας παραστάσεων, σε μια σχέση ιστορικής επιβολής ή ιστορικού ετεροχρονισμού (σχέσεις που ουδέποτε εκφράζουν την πραγματικότητα, απλώς επιτυγχάνουν μια διδακτική κατάτμησή της). Δεν μπορείς καν, λοιπόν, να πεις «όταν οι νευροδιαβιβαστές κινούνται, το παράγωγο μέγεθος λειτουργεί ως ερέθισμα ποίησης» (πράγμα που πολύ σε ενδιαφέρει να πεις, γιατί στο βάθος δεν ξέρεις τι είναι η ποίηση).
Νομίζω πως κανείς καταπίνει ευκολότερα το ακατάληπτο τίποτα του χάους, συνειδητοποιώντας ότι τοιουτοτρόπως καθίσταται το κάτι που δεν ήταν ποτέ.
Οίκοθεν νοείται ότι Σας ευχαριστώ για τα σχόλιά Σας. Βεβαίως ΠΡΩΤΑ ο άνθρωπος έδρασε ποιητικά και ΜΕΤΑ αποφάσισε να θεωρητικοποιήσει το ίδιο το είναι και το γίγνεσθαι της ποίησής του. Πόσοι αίφνης αιώνες χωρίζουν την Σαπφώ από τον Αριστοτέλη; Ο Μπαχτίν θα διαβάζει πάντα περιδεής τον Ντοστογιέφσκι του…Σ΄αυτήν ακριβώς την προφανέστατη απόσταση χρονοχυμών αναφέρομαι. Κι αυτή η απόσταση φρονώ δεν γίνεται,ως εκ των πραγμάτων, να καλυφθεί ποτέ…Η θεωρία θα έπεται συνεπώς κατά μοιραία συνθήκη, κι αυτό δεν είναι προς ψόγο. Το πρωτότυπο, δημιουργικό όμως έργο θα προηγείται ποικιλοτρόπως. Κι αυτό λογω της υφής του.
Κα Κονδύλη
Το “φλομπεράκι” είναι όπλο quasi αεροβόλο που είχαν οι ματσωμένοι πιτσιρικάδες μιας εποχής , εσείς βεβαιώς αμφιβάλλω αν τότε είχατε γεννηθεί .
Με αυτά τα όπλα επιδίδονταν στο κυνήγι μικρών πτηνών , γαλών και κυνών στις τότε γειτονιές με εκείνο τον ιδιαίτερα ανάλγητο τρόπο που μόνο τα παιδιά μεταχειρίζονται .
Κε Βέη
Πράγματι το βέλος του χρόνου το καβαλλάει η δημιουργία ως Ροσινάντη, η θεωρία και η κριτική ( της ημετέρας συμπεριλαμβανομένης ) ακολουθεί ως κακέκτυπο του Σάντσο Πάντσα . Οι ανεμόμυλοι κρατούν το ρυθμό.
Πολύ ωραία κουβέντα από όλους σας…Διαβάζοντάς σας θυμήθηκα ένα παλιό μου άρθρο που γράφθηκε επί παραγγελία για το φεστιβάλ αποασυλοποίησης στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας το 1996 (αν θυμάμαι καλά…) με τίτλο “Τέχνη και Ψυχολογία”…
http://www.poiein.gr/poiein/letters/gamma.php
…Ήταν και η Μιμή τότε που είχε κάνει μια παρουσίαση για κάποιο γραμματόσημο με την Πάτμο κι η πρώτη φράση είναι δικιά της…
Συμφωνώ απόλυτα με τον κ. Βέη πως η θεωρία τρέχει να προλάβει τη Λογοτεχνία κι ασθμαίνει ακόμη περισσότερο για να πλησιάσει έστω την Ποίηση, η οποία έτσι κι αλλοιώς μας διαφεύγει πάντα.
Μια μοναδική εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα βρίσκω στην Θεωρία του Πάουντ που την ακολούθησαν πιστά ο Τζόυς και ο Έλιοτ, αλλά πόσες παρόμοιες περιπτώσεις γνωρίζετε εσείς κ. Μουζάκη; Μιας Θεωρίας δηλαδή που να δημιούργησε μεγάλα έργα;
Με τους “νευρώνες” παιδιά μην παίζετε…
Aγαπητέ μου κ. Παστάκα,
δεν έχω κανένα λόγο να υποθέσω (ως άνθρωπος που αναλογίζεται τα σημαινόμενα “τέχνη” και “επιστήμη” με αφετηριακό σημείο τα σχέδια σε σπηλιές των πρωτόγονων) ότι η ανθρώπινη διάνοια εκφράζεται μέσα σε χαρακώματα “θεωρίας” και “τέχνης”, και δη χαρακώματα που ο άνθρωπος μπορεί να οροθετήσει (ακόμα και στο απλούστερο των επιπέδων-αυτό των εγκεφαλικών περιοχών).
Μιας, όμως, και μου ζητάτε παράδειγμα, θα σας πω ότι στη δίνη του χάους, ουδείς μπορεί να υπολογίσει πόσον υπερρεαλισμό και κυβισμό δημιούργησε και ανατροφοδότησε ο φροϋδισμός και ο μαρξισμός ούτε πόσους Rintrah ανέστησε ο Χριστιανισμός ούτε πόσους Καζαντζάκηδες έμαθε ο Νίτσε να περπατάνε (για τη δαρβινική εξέλιξη δε θα πω τίποτα, μιας και της έχω αδυναμία).
(προτιμώ το…κωλόπαιδο 🙂 )
Σάμπως είστε όλοι ασυγχώρετοι, ή οι περισσότεροι λύκοι. Κάπως βρομούν ανάμεσα στα άπλυτα αχαμνά τα πλήθη.
@
voas
Σάς ευχαριστώ και εγώ!.Με ενδιαφέρον θα αναζητήσω το βιβλίο στο οποίο αναφέρεστε.
Ο Γιώργος Βέης είναι, ως καταξιωμένος λογοτέχνης, ένας “επαρκής” κριτικός των λογοτεχνικών κειμένων. Με αυτό του το κείμενο έρχεται να μας εκπλήξει κρίνοντας ειρωνικά σχεδόν το φαινόμενο της θεωρητικοποίησης του λογοτεχνικού φαινομένου. Πιστεύω ότι να προσπαθείς να κάνεις ανατομία στο ζωντανό “σώμα” της λογοτεχνίας είναι χρήσιμο μόνον αν, ως θεωρητικός, επιτύχεις να φωτίσεις αλλιώτικα το λογοτεχνικό κείμενο και το συγγραφέα του και να εμπνεύσεις ίσως τη γέννηση άλλων σημαντικών λογοτεχνικών κειμένων. Πόσοι – και ποιοί; – θεωρητικοί της λογοτεχνίας κατάφεραν κάτι τέτοιο; Μήπως τις περισσότερες φορές λειτουργούν σαν τον νεκροτόμο σε λογοτεχνικά είδη και “σχολές” που έχουν προ πολλού πεθάνει; Μην ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης έγραψε την “Ποιητική” του πάνω στο πτώμα της αρχαίας τραγωδίας. Αυτό τα λέει, νομίζω, όλα. Κάθε θεωρία είναι χρήσιμη όταν προσπαθεί να ερμηνεύσει εκ των υστέρων ένα λογοτεχνικό επίτευγμα ή φαινόμενο. Όταν όμως ο θεωρητικός της λογοτεχνίας επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ρόλο του πανεπόπτη θεού, τότε…
Rocky 1.
O Μικ αντικαθιστά το σάκο με την πεθερά (πρωτοπορία). O Ρόκυς βαράει όπου βρει. Νομίζει πως θα ρίξει την πεθερά κάτω.
Αυτή η θεωρία δεν έχει τέλος.
Καθηλωμένο το ακροατήριο παρακολουθούσε ένα καθηγητή
να εξηγεί θριαμβικά τη θεωρία της ποίησης.
Ξαφνικά από το στόμα του ομιλητή ακατάσχετα ρέουν ροκανίδια και πριονίδια
Οι πιο θαρραλέοι τον αρπάζουν και τον διακομίζουν στα Επείγοντα
του Εφημερεύοντος Νοσοκομείου του Λόγου
Εκεί έκπληκτοι οι γιατροί διαπιστώνουν ότι η γλώσσα του
έχει μεταλλαχτεί σε ξύλινη.
Μάταια προσπαθούν με ράσπες και πλάνες να την λειάνουν
μήπως και έτσι περιοριστεί η έξοδος των ευγενών απορριμμάτων του ξύλου
Τότε ξαφνικά εμφανίζεται ο Dr Τζεπέτο και με ένα πριόνι κόβει τη γλώσσα στη μέση.
λέγοντας στο Θεωρητικό ότι όσο μιλάτε μ’ αυτό τον τρόπο
τόσο η γλώσσα σας θα μεγαλώνει.
Υ.Γ. Και εις άλλα με υγεία. Κάθε χρόνο που βρισκόμαστε, να μετριόμαστε
και να είμαστε πάντα οι ίδιοι.
Μονωδός
Άλλωστε, κύριε Μίχο, η ποιότητα των ηλεκτρονικών σελίδων του ιδιαζόντως φιλόξενου “ποιείν” επαφίεται αποκλειστικά στην αισθητική ετοιμότητα και ενάργεια όλων ανεξαιρέτως των χρηστών του…Για να μην πάει χαμένη η συμβουλή του παπούλη μας του Σωκράτη: “μουσικήν ποίει και εργάζου”…
Βάλλεται πολλαπλώς και σχεδόν πανταχόθεν η θεωρία ω ςπηγή όλων των δεινών ή μου φαίνεται; Αν ισχύει αυτό τότε η καημένη η θεωρία φταίει ή οι ασυγχώρητοι συχνά θεωρητικοί που τρέχουν μήπως και προηγηθούν της λογοτεχνίας; Χρονικώς και καταστατικώς έπεται η θεωρία και όχι μόνον ως “μέθοδος ερμηνείας” και παραγωγής νοημάτων…Άγχος θα έχει πάντοτε η θεωρία και ο θεωρητικός που δεν επιθυμεί να καλύψει την απόσταση “βολής” από τη λογοτεχνία, αλλά να προσεγγίσει το έργο με το ίδιο όργανο αυτού που έγραψε. Στην ουσία κοινή η αγωνία και δεν θάπρεπε να υπάρχει αυτό το είδος διαμάχης. Οι θεωρητικοί, άνθρωποι κι αυτοί, αναζητούν τις δάφνες ενίοτε…
Για το εξαίρετο έργο της Άννας Κατσιγιάννη σπεύδω, έστω και κάπως αργά, να προσθέσω ότι δεν έχει ως θέμα την έλευση του ελεύθερου στίχου, αλλά την πορεία ενός αναβαθμού του ελεύθερου στίχου. Πρόκειται για το πεζό ποίημα. Η ανέκδοτη έως τώρα μελέτη της που αναμένεται συντομότατα να κυκλοφορήσει, ξεκινά από την αντίστοιχη γαλλική ογκώδη εργασία και μελετά το πεζό ποίημα από τους Έλληνες ρομαντικούς έως και το τέλος της γενιάς του 80. Άρα ο ελεύθερος στίχος δεν ανήκει στο πλαίσιο της μελέτης του. (Αυτό το μελέτησα εγώ, άλλο άτομο προσέγγισε τη μπαλάντα και άλλο το verset, αλλά ας μένει το σχόλιο ας μην φιλολογούμε. Μήπως ισχύει το του Ιονέσκο La philologie mene au pire…).
Όχι δεν κατάλαβα το χαιρετιστήριο νεύμα σας…Σεις γνωρίζετε.
Όχι δεν είμαι η κ. Κατσιγιάννη και εξυπακούεται δεν μου χρωστάτε εξήγηση. Απάντησα βάσει των δεδομένων της συζήτησης. Αν έγινα αιτία παρανόησης, συγγνώμη.
Meletwntas xana kai xana,k. Mixo, ton Lorka, sevwmaste prwtistws emas tous idious, anavathmizomaste aisthitika,diladi…[Sygnwmi gia ta apaisia … fragoxiwtika mou,tha briskomai sto Bali gia 2 mines, peripou, kai den exw elliniki grammatoseira…exw omws esas,tou poiein.gr: eytyxestata!