
Στη Μαρία μου…
Συμπληρώνονται σήμερα τρία χρόνια από το θάνατο του ποιητή Μ. Αναγνωστάκη (1925- 2005). Παρόλο που για πάνω από πενήντα χρόνια η παρουσία του στην πνευματική ζωή της χώρας υπήρξε σταθερή, ως ποιητής ήταν ολιγογράφος, ενώ χαρακτηρίστηκε –ίσως επιπόλαια- ποιητής της σιωπής και ποιητής της ήττας. Εντούτοις, κατέχει περίοπτη θέση στα γράμματα και τις καρδιές μας, αν αναλογιστούμε ότι πρόλαβε να δει πλήθος εκδηλώσεων να διοργανώνονται προς τιμήν του από διάφορους φορείς, ότι ποιήματά του διδάσκονται στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια και, επιπροσθέτως, ότι στίχοι του μελοποιήθηκαν και τραγουδιούνται ακόμη.
Γραμματολογικά, εντάσσεται στη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά. Έχει ειπωθεί ότι διαβάζοντας τα ποιήματά του («χρονικό» χαρακτήρισε την ποίησή του ο Παν. Μουλλάς) μπορούμε να εντοπίσουμε ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής ιστορίας του 20ου αιώνα σε άμεση αναφορά με την αυτοβιογραφία του (1). Ποιητής κατεξοχήν πολιτικός, κινούμενος ανάμεσα στη συλλογική και την προσωπική του ιστορία διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά του ποιητικού του ύφους, τη θεματολογία και τα μοτίβα του στα χρόνια πριν το Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την καρδιά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ο χώρος, ο χρόνος, η μελαγχολία, η διάψευση, η ήττα, κι ακόμα η ελλειπτικότητα, ο υπαινιγμός, η ειρωνεία είναι ορισμένα από τα γνωρίσματα που συγκροτούν την ποιητική έκφραση του Αναγνωστάκη.
Πλάι σε όλα αυτά η γυναίκα, η γυναικεία παρουσία, διακριτική αλλά υπαρκτή, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως επιτελεί λειτουργία διττή. Άλλοτε ενισχύει τα γνώριμα στοιχεία της ποίησής του (τα οποία εδώ προσεγγίζουμε αναγκαστικά από πολύ συγκεκριμένη, περιορισμένη οπτική) κι άλλοτε αναδεικνύει πτυχές της μοναδικές, με την έννοια ότι εμφανίζονται σπάνια. Σε μιαν απόπειρα να διευρύνουμε τα όρια της πρόσληψης του ποιητικού του έργου εντοπίζουμε –και δεν ερμηνεύουμε- την παρουσία της γυναίκας στο ποιητικό έργο του Αναγνωστάκη, στο πλαίσιο που προδιαγράψαμε πιο πάνω. Για τη διερεύνησή μας χρησιμοποιήσαμε τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (Μανόλης Αναγνωστάκης, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941- 1971, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2000).
Μια πρώτη παρατήρηση αναφορικά με το θέμα μας αφορά τη συχνότητα της γυναικείας παρουσίας στο έργο του. Η γυναίκα εμφανίζεται κυρίως στις πρώτες ποιητικές συλλογές, τις Εποχές (1941- 1944) και τις Εποχές 2 (1946- 1948), καθόλου στις Παρενθέσεις (γράφτηκαν στα 1948- 1949 και τυπώθηκαν το 1956), πολύ λιγότερο στις Εποχές 3 ( 1949- 1950), τη Συνέχεια (1953- 1954), τη Συνέχεια 2 (1955) και τη Συνέχεια 3 (1962), και, τέλος, ελάχιστα στο Στόχο (1970). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι αν και δε φαίνεται να αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό συστατικό της ποίησής του (κι ας έχει χαρακτηριστεί ερωτικός), η γυναίκα εμφανίζεται σχεδόν στο σύνολο του έργου του, και μάλιστα με διάφορες μορφές: η γυναίκα –ερωμένη, η γυναίκα- σύζυγος, η γυναίκα- μάνα, η γυναίκα- κορίτσι στο δρόμο.
Ειδικότερα η μάνα (συχνά μαζί με το παιδί της) ή το κορίτσι στο δρόμο αποδίδει παραστατικά και, ίσως, βιωματικά, το χώρο. Επισημαίνουμε ότι ο χώρος στην ποίηση του Αναγνωστάκη είναι η πόλη («κυριαρχεί η αστική τοπογραφία») (2) και γενικότερα η πολιτεία, με τις σημάνσεις και τις συνδηλώσεις της. (3) Έτσι η μάνα ή το κορίτσι στο δρόμο υπογραμμίζει την εικόνα της παρακμής, της μιζέριας, της μελαγχολίας ενίοτε δε και του φόβου που κυριαρχεί στη μετακατοχική Ελλάδα, ίσως και στην ψυχή του ποιητή. Άλλωστε κι ο ίδιος επισημαίνει:
Μιλῶ…
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
(Μιλῶ, Ἡ Συνέχεια 2)
Χαρακτηριστικά αναφέρει:
Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τὰ κορίτσια
κοκαλιασμένα περιμένανε ἀπʼ ὥρα τὸν Ἰσπανό μὲ τὰ τσιγαρόχαρτα.
(Ὁ Πόλεμος, Ἐποχές)
Αλλού:
Μιὰ πονεμένη κραυγή στὴν πρώτη γραμμὴ κάθε μάχης
Μιὰ μητέρα τὸ βρέφος στὴ γωνιά μὲ τὰ ἐρείπια
(Χρώματα περασμένου δειλινοῦ…Ἐποχές 3)
Χαρακτηριστικό δείγμα παρακμής και μιζέριας μέσω λεπτής ειρωνείας (άλλο γνώρισμά του) οι στίχοι:
Τὸ βράδυ ἔχει πάντα δροσιά. Γυναῖκες περιφράσσουν
τὴ δίοδο τῶν στενωπῶν
Σηκώνονται, πηγαίνουν μέσα, ἀνανεώνονται καὶ συνεχίζουν
Οἱ ἄνδρες ἐπιστρέφουν ἀργά, ἔχουν δειπνήσει ἤ ισχυρίζονται
Ὁ ρόγχος τῶν δωματίων εἶναι κενός, ὁ χρόνος ἐπισκέπτεται ἀναλλοίωτος
(VII, Ἐποχές 2)
Στην ίδια κατηγορία και το παρακάτω απόσπασμα:
Κι ἡ γυναίκα πέρασε στὸ δρόμο, κάποια γυναίκα τί σημασία,
Ἔβαψε, πόρνη, τὰ ράκη της στὸ χρῶμα τῆς ἐγκατάλειψης
Μέτρησε τὴ μνήμη της: «εἶναι καιρὸς» ἤ «τόσα χρόνια»
Περνώντας τοὺς διαβατικούς, ἐκλιπαροῦν, ξέρει τί θέλει
Τί νοιάζει, σανατόριο, σπίτι στʼ ἀκροθαλάσσι, συνοικία
Κορμὶ χωρὶς περίβλημα παρωχημένης πολυτέλειας
Αἰώρηση μοναχικῆς στιγμῆς στὸ πρὶν καὶ μετὰ τῆς θυσίας.
(VIII, Ἐποχές 2)
Για τα δύο προηγούμενα αποσπάσματα και το ρόλο της γυναίκας του πεζοδρομίου σε σχέση με τον τόπο προτείνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία η Μαίρη Μικέ. (4)
Τέλος, την έντονα μελαγχολική διάθεση υπογραμμίζει η παραλλαγή του ονόματος, που σηματοδοτεί την τυποποίηση, την πλήξη και την ανία.
Εἶναι ποὺ ὅλοι οἱ χειμῶνες περάσανε καὶ διαβαστῆκαν ὅλα τὰ βιβλία
Σὰν τὶς διαβατικὲς γυναῖκες ποὺ παραλλάζουνε τʼ ὄνομα.
(Σκυφτοὶ περάσανε…, Ἐποχές 3)
Άλλο γνώρισμα της ποίησης του Αναγνωστάκη είναι ο χρόνος. (5) Εδώ ενδιαφέρει η διάσταση του χρόνου όπως εμφανίζεται στο δίπολο παρελθόν- παρόν. Οι αναφορές στο παρελθόν –η δοκιμασία της μνήμης- έρχονται συχνά μέσα από μια κάπως εξομολογητική διάθεση με τη χρήση μονολόγου ή μέσα από τον κουβεντιαστό τόνο με τη χρήση του βʼ προσώπου. Επίσης χαρακτηριστικό, που συνδυάζεται με το χώρο και το χρόνο, στην ποίηση του Αναγνωστάκη είναι το μοτίβο της απώλειας, της διάψευσης αλλά συνάμα και της προσδοκίας ή της ελπίδας. Τούτα τα γνωρίσματα υποστηρίζει κυρίως η γυναίκα- σύζυγος ή η γυναίκα- ερωμένη, αφού συχνά βιώνει τη διάψευση από κοινού.
Θά ‘ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ‘χουμε πιά τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ σʼ τὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἤ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲ βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κὰν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς. [. . .]
(Θά ʽρθει μιὰ μέρα…, Ἐποχές)
Αλλού:
Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.
(13.12.43, Ἐποχές)
Όπως προκύπτει από την παράθεση των ποιητικών συλλογών του και το χρόνο έκδοσης καθεμιάς από αυτές, ο Αναγνωστάκης εμφανίζεται στα γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία. Εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή πριν συμπληρώσει τα είκοσί του χρόνια, που σημαίνει ότι τη γράφει στην εφηβεία. (Να πούμε, σε παρένθεση, ότι δημοσιεύει την τελευταία του ποιητική συλλογή σε ηλικία 46 ετών). Επίσης, προκύπτει ότι οι Εποχές (και οι τρεις) γράφονται στα χρόνια 1941- 1950, δηλαδή κατά τη διάρκεια του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου, της γερμανικής κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, όταν ο ποιητής βρίσκεται στην ηλικία των 16 έως 25 χρόνων του. Παράλληλα, ο Αναγνωστάκης αναπτύσσει πολιτική δραστηριότητα, στο χώρο της Αριστεράς, διαγράφεται από το Κόμμα και καταδικάζεται σε θάνατο, το 1949. Αφού έχει παραμείνει για περισσότερο από τρία χρόνια (1948- 1949) έγκλειστος στις φυλακές Επταπυργίου, αποφυλακίζεται το 1951.(6) Ίσως έτσι εξηγείται ότι, τουλάχιστον στα πρώτα ποιήματά του (αλλά και αργότερα, μέχρι και τη Συνέχεια 3), κυριαρχεί το μοτίβο της διάψευσης, του χαμένου ονείρου, της φυγής και του έρωτα πλάι στον πόλεμο (χωρίς ούτε μια λέξη να αναφέρεται ευθέως στα γεγονότα της εποχής) και το θάνατο. Το μοτίβο της διάψευσης και του χαμένου ονείρου εκφράζεται καίρια με τη γυναικεία παρουσία:
Αὔριο, τὸ ξέρεις, πὼς δὲ θά ‘μαστε πιὰ ἐμεῖς
Κι ὕστερα θὰ σβηστεῖ κι ἡ θύμησή μας
Καὶ μιὰ γυναίκα θὰ γερνᾶ ὕστερα ἀπὸ χρόνια
Μ’ ἕνα φορτίο ζωῆς ἀβάσταχτο ἀτέλειωτο
Καὶ μιὰ γυναίκα ἴσως νὰ κλαίει σὲ μιὰ γωνιὰ
Τὸ στῆθος της νὰ τὸ τρυπᾶ μ’ ἕνα μαχαίρι
Νὰ ψάχνει νά ΄βρει ἕναν περίπατο στ’ ἀκροθαλάσσι
Ἕνα βιβλίο κρυμμένο ἤ ἕνα σούρουπο.
(Καὶ δὲ θά ‘ναι γιὰ σένα, οὔτε γιὰ μένα).
(Ὅταν τὰ βράδια, Ἡ Συνέχεια)
Συχνά, όμως, η γυναίκα, κι εδώ μιλάμε για τη γυναίκα – ερωμένη, είναι το στήριγμα του για το μέλλον, είναι η δύναμη που αντλεί για να μετατρέψει την απόγνωση σε ελπίδα:
Ἦταν τὰ μάτια της θλιμμένα σὰν τὰ καλοκαιριάτικα ἀπογέματα
Κλεισμένα βαθιὰ στὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας
Κι ἕνα χέρι μαλακὸ καὶ λεπτὸ σὰν τὴ στοργὴ
Ἕνα χέρι μαλακὸ μπορεῖ νὰ σὲ τραβήξει
Τραγουδώντας στὰ βάθη τοῦ πέλαγου στὶς μακρινὲς πολιτεῖες.
(Μιὰ ἡμερομηνία πρὶν ἀπὸ χρόνια, Ἐποχές)
Αλλού:
Προσπάθησε μʼ ὅση καρδιὰ σʼ ἀπομένει, χάραξε
τοῦτες τὶς δυὸ γραμμὲς σταυρωτὰ
Ὕστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τὴ νιότη σου ἀκό-
μα μιὰν Ἄνοιξη· δὲν εἶναι μάταιο
Μὴ θυμηθεῖς κάποια μέρα κάποιον ποὺ ἔφευγε μὲ
δυὸ πληγωμένες παλάμες
Ἤμουνα ἐγὼ ποὺ σοῦ ʽλεγα πάντα: φεύγοντας
ἤτανε πιὰ πολὺ ἀργὰ
Κι εἴχαμε ἀκόμα πολλὴ πίκρα πολλὴ μνήμη πολλὴ
νόηση
Κι ἡ ἀγάπη εἶναι πάντα ὄμορφη ἀκόμα κι ὅταν δὲν
ψιθυρίζει παρὰ μὲ δυὸ ἀβέβαια ἀνήσυχα χείλη
Κι ὅταν δὲ μένει παρὰ σὰ δυὸ χαρακιὲς σʼ ἕνα λευ-
κὸ περιθώριο
Προσπάθησε, πάλεψε ἀκόμα, ἕνα τόσο μικρὸ ἀσή-
μαντο διάστημα
(Ι, Ἐποχές 2)
Τα ποιήματα της πρώτης του συλλογής διακρίνονται (μεταξύ άλλων) από μια αντιμιλιταριστική διάθεση, μια διάθεση αντιπαράθεσης απέναντι στο κακό.(7) Υπ΄ αυτό το πρίσμα ο ποιητής φορά το προσωπείο του εχθρού, του Γερμανού λοχία για να δείξει τον ανθρωπισμό και το μοραλισμό του (8) αναφορικά με τον πόλεμο, αξιοποιώντας χαρακτηριστικά την αναφορά στη γυναίκα- σύζυγο.
Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
χρονῶ· ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι. […]
…Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα […]
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τʼ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα… Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.
(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
ριτσάκι).
(Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V…(II), Ἐποχές)
Αλλού η αναφορά στη γυναίκα- σύζυγο τονίζει την αγανάκτηση του ποιητή για το ξεπούλημα των αξιών, των ιερών και των οσίων.
Στʼ ἀστεῖα παίζαμε!
Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
(Στʼ ἀστεῖα παίζαμε…, Ἡ Συνέχεια 3)
Ο Αναγνωστάκης έχει χαρακτηριστεί ως ερωτικός ποιητής (9), και, όσο κι αν αυτός ο χαρακτηρισμός ξενίζει ορισμένους, περιγράφοντας τη γυναίκα-ερωμένη παρουσιάζεται εξόχως λυρικός, ερωτικός. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά ένα ποίημα από την πρώτη και ένα από την τελευταία του συλλογή:
Πόσα χρόνια νὰ γυρίσει. . .
Κι ὅμως ἡ μυρουδιά της χυμένη παντοῦ
Ξεχασμένη σʼ ὅλο τὸ δωμάτιο στὶς πιὸ ἀπίθανες
γωνιὲς
Σάμπως νὰ ζεῖ ἀκόμη ἀνάμεσά μας!
Ὅμως πρέπει νὰ γύρισε ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια
Αὐτὲς τὶς ὧρες τὴν προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας μὲ τὸ μολύβι κόκκινα στόματα
ἀπάνω στὸ χαρτὶ
Ὅπως καὶ νά ʽτανε ἔπρεπε νὰ τρίξει πάλι ἡ πόρτα
Ἄς εἶναι κι ἀπʼ τὸν ἄνεμο.
Ἄς εἶν΄ μὲ δυὸ ἡμικύκλια στεγνὰ πάνω στὰ χείλη
Στὸ μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει ποὺ θά ΄ρθει μοναχὰ ὕστερα ἀπὸ χρόνια
Μόνο ποὺ θά ʽρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα ἀπάνω
στὸ χαρτὶ.
…Νόμισα πὼς θὰ πνιγόμουνα!
(Ἀναμονή, Ἐποχές)
Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.
(Ὁ Οὐρανός, Ὁ Στόχος)
Τέλος, ενώ ισχύει η άποψη ότι «η ποίηση του Αναγνωστάκη πόρρω απέχει της ρεαλιστικής διάσπασης και των επιρροών του υπερρεαλισμού…Το νεότροπο της ποίησης του Αναγνωστάκη είναι η εκδίωξη κάθε λογοτεχνικής πόζας, η προσπέραση της λεκτικής εκζήτησης και γλαφυρότητας, η ψηλάφηση του τραγικού βιώματος με έσχατη απλότητα …» (10) , ο ποιητής μας παρουσιάζεται, αναφερόμενος στη γυναίκα, και σουρρεαλιστής:
Κι ὕστερα θά ʽρθει. Εἶναι, ἄς ποῦμε, μιὰ νέα γυναίκα
Εἶναι ντυμένη μʼ ἕνα πράσινο φόρεμα
Ἔχει γιὰ στήθια δυὸ κοῦπες δυνατὸ κραςὶ
Ἕνα ρολόι στὸ στέρνο μὲ σταυρωμένους δεῖχτες
Ὅταν σημάνει μεσάνυχτα γλιστρᾶ ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἐραστές της
Ἔρχεται ἕρποντας μὲς στὸ σκοτάδι ἁπαλά
Ψάχνει μὲ σύνεση τʼ ἀχνάρια τῆς ἐπιστροφῆς
Ἀφήνει τὸ κοιμισμένο βρέφος στὸ κατώφλι
Κι ὕστερα σβήνει στὴ σκόνη τοῦ δρόμου
Κρατώντας στὸ χέρι σφιχτά ἕνα σπαθὶ – ἤ ἕνα ἄνθος.
(Ἡ Προδοσία, Ἡ Συνέχεια 2)
Διαβάζοντας τα παραπάνω αποσπάσματα παρατηρούμε ότι πουθενά ο Αναγνωστάκης δεν περιγράφει τη γυναίκα ως συγκεκριμένη μορφή, πράγμα που ισχύει για όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ποίηση του. Ειδικότερα όσον αφορά τη γυναίκα, φαίνεται πως δεν τον απασχολεί η μορφή της, δεν υμνεί το γυναικείο σώμα ή άλλα χαρακτηριστικά της, προσφιλή στους ποιητές, όπως τα μάτια, τα μαλλιά ή, για να θυμηθούμε τους ρομαντικούς, το χρώμα του δέρματος. Χρησιμοποιεί μια τεχνική που θα μπορούσε να ονομαστεί – ας επιτραπεί η καταχρηστική χρήση ενός αδόκιμου, πλην όμως παραστατικού, όρου- «ποιητικός ιμπρεσσιονισμός».Φαίνεται, λοιπόν ότι μέσα από την ασαφή και εν πολλοίς ακαθόριστη γυναικεία παρουσία επιδιώκει μάλλον την υποβολή συναισθημάτων απέναντι σε καταστάσεις, κυρίως, αλλά και απέναντι σε πρόσωπα.
Ο Αναγνωστάκης αναμφίβολα είναι και πολιτικός ποιητής. Αυτό σημαίνει ότι παρεμβαίνει με την ποίησή του στα δημόσια πράγματα, ότι κρίνει και ότι, όποτε θεωρεί πως έχει κάτι να πει, μιλά. Αυτή η διάσταση (όπως και άλλες) δε φάνηκε στην πραγμάτευσή μας, αλλά αυτό είναι το σημαντικό, ότι το ποιητικό έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη, αν και μικρό σε έκταση, παρουσιάζεται πλούσιο, μεστό και επιδεκτικό ποικίλων προσεγγίσεων και αναγνώσεων.
Σημειώσεις:
1. Δες σχετικά:Παν. Μουλλάς, Τρία κείμενα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, Αθήνα, Στιγμή, 1998
2. Μουλλάς ό.π.
3. Δες σχετικά: Μαίρη Μικέ, Ανοχύρωτη πόλη, περ. Εντευκτήριο, Δεκέμβριος 2005
4. Μικέ ό.π.
5. Δες Μουλλάς ό.π.
6. Για το συσχετισμό των Εποχών με το βίο του ποιητή την συγκεκριμένη περίοδο, δες: Χρ. Καββαδάς, Ένα σχόλιο στις Εποχές του Αναγνωστάκη, περιοδικό Εντευκτήριο, Δεκέμβριος 2005
7. Γ. Μαρκόπουλος, «Εποχές» και «Συνέχειες», ένθετο Βιβλιοθήκη, εφ. Ελευθεροτυπία, 30.11.2001
8. Ο όρος στο Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ποιητική και πολιτική ηθική, Πρώτη μεταπολεμική γενιά, Αθήνα, Κέδρος, 1976
9. Δες Μαρκόπουλος ό.π., Μουλλάς ό.π.
10. Δημ. Κόκορης, Κείμενα του Αναγνωστάκη στο σχολείο: Δύο διευκρινίσεις και μία πρόταση, περ. Φιλόλογος, τχ 121, 2005
(Ο Νίκος Κομιανός είναι φιλόλογος.)










Αναγνωστάκης πάντα:
1. Οι στίχοι αυτοί μπορεί και νά ‘ναι οι τελευταίοι
2. Κι όχι αυταπάτες προ παντός
3. Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
4. Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;
5. Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα…
Στ’ Αστεία Παίζαμε …
Στ’ αστεία παίζαμε!
Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;
Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Kλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!
Μανόλης Αναγνωστάκης
****************************************
Ένα κείμενο του Νάσου Βαγενά από την Ιστοσελίδα users.mag.sch.gr
Ο Ποιητής
Μανόλης Αναγνωστάκης
Η ποίηση του Αναγνωστάκη είναι εκείνη που καλύτερα από κάθε άλλη αποδίδει την ατμόσφαιρα και το αίσθημα ενός συγκεκριμένου τόπου και μιας συγκεκριμένης εποχής: της Κατοχής και της περιόδου που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με όλα τα τραγικά για την Ελλάδα γεγονότα. Ο Αναγνωστάκης θεωρείται ο πλέον αντιπροσωπευτικός από την ομάδα εκείνη των ποιητών που αποκαλούνται πολιτικοί ή μαρξιστές ή ποιητές της ήττας ή ιδεολογικοί ή κοινωνικοί ποιητές, οι οποίοι καθορίζουν τη μία από τις τρεις κατευθύνσεις της μεταπολεμικής μας ποίησης (οι άλλες δύο είναι η υπαρξιακή και η υπερρεαλίζουσα).
Η εποχή μας σήμερα κάθε άλλο από μεταπολεμική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εντούτοις νιώθουμε ότι τα ποιήματα του Αναγνωστάκη δεν έχουν παλιώσει, ότι μας δίνουν ένα αίσθημα σημερινό, ζωντανό, εν μέρει και κατ’ επίφασιν μόνο μεταπολεμικό.
Εδώ κυρίως βρίσκεται το ενδιαφέρον της ποίησης του Αναγνωστάκη. Αν οι στίχοι της είναι, όπως γενικά πιστεύεται, τόσο πιστή έκφραση του αισθήματος της εποχής της, πως γίνεται να υπερβαίνουν τόσο αυτό το αίσθημα και το στοιχείο της ιστορικότητάς τους και να είναι και σήμερα τόσο ζωντανοί;
Δεν υπάρχει άλλος Έλληνας ποιητής με τόσο στρατευμένο πολιτικό βίο που να διοχετεύει τόσο λίγα από τα στοιχεία της ιδεολογικής του ταυτότητας στο ποιητικό του έργο. Το φαινόμενο θα πρέπει να οφείλεται στην υψηλή αισθητική συνείδηση του Αναγνωστάκη.
Το περιεχόμενο της ποίησης του Αναγνωστάκη ορίζεται από δύο βασικά συναισθήματα, από τα οποία το πρώτο είναι άσχετο με το περιεχόμενο της πολιτικής ποίησης, ενώ το δεύτερο δεν συνδέεται με αυτήν με πρώτου βαθμού σχέση: από το συναίσθημα της χαμένης αθωότητας, που είναι αποτέλεσμα της μετάβασης, ή – καλύτερα – της πτώσης, από έναν εδεμικό παιδικό χρόνο σ’ έναν χρόνο διάτρητο και βασανιστικό. και από την επιθυμία της ανεύρεσης του αληθινού προσώπου του ανθρώπου, το οποίο έχει επικαλυφθεί από τις ανάγκες της προσαρμογής στην εκπεπτωκυία πραγματικότητα.
Από τα δύο αυτά βασικά συναισθήματα απορρέουν οι επιμέρους διαθέσεις της ποίησης του Αναγνωστάκη: η τυραννία της μνήμης, η ερωτική επιθυμία και η αίσθηση της φθοράς του ερωτικού αισθήματος, η οδύνη της μοναξιάς και η επιθυμία καταστολής της με τη συμμετοχή και σε συλλογικότερες εκφράσεις της ανθρώπινης συνείδησης, οι οποίες συχνά ξεπέφτουν στην κατάσταση μιας σύγκρουσης που κάποτε – ουδέποτε όμως φανερά – εμφανίζεται με τη μορφή του ιδεολογικού αγώνα.
Η ποίηση του Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι τόνοι της είναι σκοτεινοί, όσο κι αν οι στίχοι της φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντά της διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή μιας αυγής και λιγότερο με το φέγγος ενός λυκόφωτος. ένα φως που διαποτίζει με ένα υπαρξιστικό χρώμα το ποιητικό του έργο. Περισσότερο από ιδεολογικός ποιητής, ο Αναγνωστάκης είναι υπαρξιακός ποιητής και ο χαρακτήρας του αυτός τον κάνει ν’ αποκλίνει ουσιωδώς από την ομάδα των πολιτικών ποιητών και να προσεγγίζει τους υπαρξιακούς ποιητές της γενιάς του.
Νάσος Βαγενάς
Ποιητής, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Να δώσω συγχαρητήρια στον Νίκο Κομιανό για την καθαρότητα της γραφής και το αξιοπρεπές της παρουσίασης κυρίως όμως για το πρωτότυπο της ιδέας.
Αντίθετα δηλαδή με όσα με λύπη μου διαβάζω στα σχόλια προγενέστερου ποστ -ευκόλως κατανοητό το ποιο- που διαιωνίζεται μια ανιαρή και ανούσια κατά τη γνώμη μου φραστική επίδειξη.
Ο κ. Κομιανός χάρισε στο “ποιείν” ένα κείμενο που θα το ζήλευαν έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά και στήλες πολιτιστικών των Κυριακάτικων εφημερίδων…Τον ευχαριστούμε θερμά.
Προσωπικά μου αρέσει η λοξή ανάγνωση των κειμένων κι απεχθάνομαι τις φιλολογικές αναλύσεις, γι αυτό το λόγο διαβάζω ως επί το πλείστον ποιητές που γράφουν για ποιητές και όχι φιλολόγους.
Η ευχαρίστηση της ανάγνωσης αυτής που μας παρέδωσε σήμερα (ευθύβολος, ευφάνταστη, πρωτότυπη κι εύστοχη) του ποιητικού corpus του Αναγνωστάκη, διπλασιάστηκε όταν διάβασα στο τέλος πως ο Νίκος Κομιανός είναι φιλόλογος!
Σε μια λοξή ανάγνωση ο κίνδυνος που ελλοχεύει, είναι να παραποιήσουμε το έργο του δημιουργού και να το θυσιάσουμε στην προσωπική μας αυταρέσκεια μέσω του ευρήματός μας. Αυτόν τον κίνδυνο ο κ. Κομιανός τον αποφεύγει κι αναφερόμενος στη “γυναίκα” δεν αλλοιώνει την ταυτότητα του ποιητή και μάλλον από υπερβολικό άγχος του ξεφεύγει προς το τέλος πως παρέλειψε να αναφερθεί στην πολιτική διάσταση του έργου του…Εγώ προσωπικά είχα τον πολιτικό Αναγνωστάκη μπροστά μου καθ’ όλη την ανάγνωση.
Η μόνη διαφωνία μου είναι ως προς το επίθετο “ερωτικός”…Στην Ελλάδα γίνεται κατάχρηση του όρου “ερωτικός ποιητής” και μου προκαλεί έντονα σωματικά ενοχλήματα…ναυτία …μετεωρισμούς…κλπ. Το ότι γράφει κάποιος για μια γυναίκα δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι και “ερωτικός ποιητής” ή ότι έχει γράψει κι ένα και δύο ερωτικά ποιήματα…Η γυναίκα στον Αναγνωστάκη μπορεί να είναι η Γυναίκα Συναγωνίστρια αλλά επ’ ουδενί η γυναίκα που ξεμυαλίζει με το κορμί και τις αισθήσεις…
Συγχαρητήρια κύριε Κομιανέ για το εξαίρετο λογοτεχνικό σας δοκίμιο.
Δεν έχω να συνεισφέρω πολλά πράγματα. Καταρχάς, θέλω να επισημάνω την “κατάχρηση” που έχει γίνει στην ποίηση και στο όνομά του. Πιστεύω πως τούτο οφείλεται στο σπάμιο ήθος του, προσωπικό και ποιητικό. Μόνο που αυτή η “κατάχρηση” γίνεται, συνήθως, από “αήθεις ή πολύ ελαφρού ήθους” ανθρώπους. Γεγονός που πρέπει να ενοχλούσε τον ποιητή, όσο ζούσε. Πόσο μάλλον τρία χρόνια μετά τον θάνατό του.
Έπειτα, όσον αφορά τη μακροχρόνια σιωπή του, δεν έχω παρά να παραθέσω δυο σχετικά ποιήματα προερχόμενα από την περιώνυμη “Σχολή της Θεσσαλονίκης”, μιας και εκεί μαθήτευσε αρχικά ο Αναγνωστάκης.
Πρώτα, ένα ποίημα ενός άλλου ποιητή που σιώπησε πρόωρα.
Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
ΝΙΚΟΣ – ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
———————————————–
ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού,
όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν στη ζωή.
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα, πώς το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του.
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Στην υποθετική περίπτωση που κάποιος θα είχε υπόψη του την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, αγνοώντας, όμως, τα “ερωτικά” του ποιήματα, θεωρώ πως αν εκαλείτο να προβλέψει της ατμόσφαιρά τους, θα μάντευε σωστά ποντάροντας στο αναμενόμενο.
Εννοώ πως η τοποθέτηση της γυναίκας μέσα στην ποίηση του Αναγνωστάκη κινείται παράλληλα με την τοποθέτηση του ίδιου μέσα στην ποίηση-ένας λυρικός, ερωτικός Αναγνωστάκης, εμφατικός του σώματος και των χυμών του, αποθεωτικός του πάθους, θα ήταν “ξένος”, μέσα στον ερωτισμό του, προς την υπόλοιπη ποιητική του.
Δεν ξέρω αν είναι εύστοχος ο χαρακτηρισμός “ποιητής της ήττας” για τον Μανόλη Αναγνωστάκη (γνωρίζω πως ο ίδιος δεν τον αποδεχόταν, παρόλα αυτά τείνω να τον υιοθετήσω εσωτερικά)-είναι, όμως, απολύτως αναμενόμενο/προβλέψιμο το γεγονός πως η γυναίκα είναι κομμάτι της “ήττας” αυτής. Φορέας της ειρωνείας, του κοινωνικού προβληματισμού, της κατήφειας. Συνεπώς, στο γυναικείο πρόσωπο (μέσα στην “ερωτική” ποίηση του Αναγνωστάκη) βλέπω την προβολή του κλίματος της ευρύτερης ποιητικής του, επομένως αντιλαμβάνομαι την “ερωτική” του ποίηση ως φυσική και αναμενόμενη (προ)έκταση της ευρύτερης στάσης του μέσα στο ποίημα.
Τα εισαγωγικά στα “ερωτικά” ποιήματα, τα χρησιμοποίησα για να αποφύγω τη ναυτία του κ. Παστάκα. Για μένα, όσο ερωτική είναι η “Μαρίνα των Βράχων”, άλλο τόσο είναι και “Το Σκάκι”.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους τους φίλους που διάβασαν το κείμενό μου και είχαν την καλοσύνη να κάνουν κάποιο σχόλιο. Ευχαριστώ πολύ για τις καίριες παρατηρήσεις και τις εύστοχες επισημάνσεις.
Μίχο θα το παραδώσει μόνος του. Γείτονες είναι…
Αν και έχει φτάσει ήδη πιστεύω στον παραλήπτη του.
Το Ποιειν έχει express για τον Παράδεισο.
Δε βλέπεις τι γίνεται με τον Δεπούντη..
Κατ’ αρχάς να εκφράσω κι εγώ την έκπληξή μου για το θέμα και τον ενθουσιασμό μου για το περιεχόμενο του κειμένου αυτού του Νίκου Κομιανού ο οποίος καταφέρνει – προσεγγίζοντας τη γυναίκα του Αναγνωστάκη – να ξεπεράσει τα όρια που θέτει η επιστήμη του επιχειρώντας μιαν ευρύτερη οπτική.
Είναι γεγονός πως ο Μανώλης Αναγνωστάκης – παρότι έγραψε σε μια περίοδο κατά τα κοινώς λεγόμενα ξεπερασμένη – διαβάζεται και τραγουδιέται ακόμη. Αυτό σημαίνει κατά κύριο λόγο δύο πράγματα: Πρώτον, ότι ο ποιητής (όπως και κάθε σπουδαίος ποιητής) είναι διορατικός, συνεπώς διαχρονικός. Δεύτερον, ότι πολλά από τα στοιχεία εκείνης της περιόδου διατηρούνται ακόμη και σήμερα, γεγονός που αποδεικνύει την ικανότητα του ποιητή να εστιάσει στο σημαντικό και ιδιάζων μιας κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και για την οποία ο ίδιος γράφει.
Με αφορμή λοιπόν το κείμενο και αντλώντας από αυτό, θα επιχειρήσω δυο τρεις αυθόρμητες (και άρα πρόχειρες) επισημάνσεις:
1) Όπως σχολίασα πρόσφατα και σε ένα άλλο post του ποιείν, η διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο χωροχρόνο είναι ψευδής. Εξίσου ψευδής, κατά την άποψή μου, είναι και η διάκριση ανάμεσα στο ερωτικό και το πολιτικό στοιχείο. Συνεπώς, οι κατηγοριοποιήσεις του τύπου κοινωνικό, πολιτικό, ερωτικό κ.ο.κ. γίνονται για αναλυτικούς σκοπούς και όχι για να περιγράψουν μια πραγματικότητα ή έστω ένα μέρος αυτής. Ούτε η πραγματικότητα στο σύνολό της (εάν μπορεί να υπάρξει αυτό) ούτε και τα μέρη της είναι δυνατόν να απομονωθούν.
2) Κάποτε ένας φίλος μου είχε πει το εξής: «Ο έρωτας είναι σαν το αγριολούλουδο. Φυτρώνει εκεί που δεν τον περιμένεις». Με τον ίδιο άγριο τρόπο φυτρώνει και στις συνθήκες του πολέμου, της σφαγής, της κατάρρευσης, της ήττας, του θανάτου. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά, όταν ο ίδιος ο έρωτας (ως συναίσθημα και ως σεξουαλική πρακτική) είναι μια μορφή αναπαράστασης της ζωής και του θανάτου μέσα απ’ την οποία ξεπηδά ο φόβος της απώλειας και η ακατάσχετη, ακατασίγαστη, επιθυμία για ζωή.
Βάσει των παραπάνω λοιπόν, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει το γεγονός πως ο «ποιητής κινούμενος ανάμεσα στη συλλογική και την προσωπική του ιστορία διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά του ποιητικού του ύφους, τη θεματολογία και τα μοτίβα του». Έτσι κινούμαστε όλοι μας και έτσι νομίζω πως οφείλουμε να προσεγγίζουμε τα έργα των ανθρώπων – «επώνυμων» και «μη».
3) Όσον αφορά στη διττή λειτουργία που επιτελεί η γυναικεία παρουσία στο έργο του Αναγνωστάκη, έχω την εντύπωση πως πράγματι «άλλοτε ενισχύει τα γνώριμα στοιχεία της ποίησής του» (αυτό το πήγαινε-έλα προσωπικού και συλλογικού) «κι άλλοτε αναδεικνύει πτυχές της μοναδικές με την έννοια ότι εμφανίζονται σπάνια» (ανάδειξη η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ικανότητας του συγγραφέα να καθορίζει το συναίσθημα των αναγνωστών). Πιο συγκεκριμένα, θεωρώ πως ο Αναγνωστάκης δεν κριτικάρει κανέναν απολύτως γυναικείο ρόλο. Δεν κρίνει, δεν υμνεί, δεν μέμφεται, δεν ηθικολογεί. Αντιθέτως τους αποδέχεται – στην πολλαπλότητα και τη συνθετότητά τους – όλους ανεξαιρέτως, επιχειρώντας μέσω αυτών να ασκήσει μια ανελέητη κοινωνική κριτική και ταυτόχρονα τους χρησιμοποιεί (γι αυτό και η γυναικεία παρουσία δεν έχει συγκεκριμένη μορφή) ως φορέα συναισθήματος τέτοιο ώστε η κριτική του να μη μείνει μετέωρη αλλά να «καρφωθεί» στις καρδιές αυτών που την διαβάζουν και έτσι να μετατραπεί σε δική τους προσωπική του συλλογικού κριτική. (Παραπέμπω σε στίχο του: Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.)
Το κορίτσι, η μάνα, η σύζυγος, η ερωμένη, η πόρνη, μέσα στο αστικό τοπίο όπου είναι τοποθετημένος και ο ίδιος ο ποιητής, λειτουργούν ως έχουν – σαν καθημερινές παραστασιακές επιτελέσεις – ενώ μεταφερόμενες μέσα από εύρυθμα συνδυασμένες λέξεις μετατρέπονται σε πόλους συναισθηματικής και διανοητικής έκρηξης ικανής για τον αναγνώστη να ασκήσει κριτική στις ιδέες και τις αξίες της κάθε εποχής του.
Νίκο,
Σ’ Ευχαριστώ Θερμά.
Ήταν για μένα μια καλή εισαγωγή… 🙂