macchinetta.jpg

Ο H.G. Wells στο μυθιστόρημά του “Η μηχανή του Χρόνου”, το οποίο μετέφρασε ο νεορομαντικός ποιητής του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης (περίεργο, πώς και δεν μετέφρασε “Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι”, του ινδάλματος του αισθητισμού Όσκαρ Ουάιλντ!), ήταν ένας από τους πρώτους συγγραφείς των νεοτέρων χρόνων που ταξίδεψε, με τη γραφή του, και μας ξενάγησε σε μιαν άλλη εποχή, σε μια μελλοντική κατάσταση πραγμάτων της ανθρωπότητας, χωρισμένης ανάμεσα στους Ελόι και στους Μόρλοκς. Στη διάρκεια του ταξιδιού του χάνει τη χρονομηχανή του, για να τη βρει ξανά μετά από πολλές περιπέτειες. Στο τέλος επιστρέφει και διαπιστώνει ότι ο χρόνος που έλειψε από την «πραγματικότητα» ήταν εντελώς μηδαμινός και αμελητέος.
Βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο απʼ όπου άρχισε το ταξίδι του και βλέπει τα ίδια πρόσωπα και πράγματα, με μια σημαντική διαφορά. Όταν ξεκίνησε, η κυρία Γουότσετ είχε διασχίσει με ταχύτητα το δωμάτιο, από τη μια άκρη του ως την άλλη. Τώρα τη βλέπει να το διασχίζει, πάλι, ακολουθώντας όμως την αντίστροφη κίνηση. Τώρα, οπισθοχωρώντας, βγαίνει από την πόρτα που είχε μπει στο ίδιο δωμάτιο, πριν από λίγο. Η χρονομηχανή του ήρωα, ενώ είχε αρχίσει το ταξίδι της από τη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου, τώρα ήρθε και προσγειώθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του… Τι περίεργα γεγονότα! Καθόλου περίεργα! Διότι «οι άνθρωποι της επιστήμης -συνέχισε ο Χρονοταξιδιώτης, μετά από μια παύση που ήταν απαραίτητη για την κατανόηση όσων είπε- γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο Χρόνος είναι απλώς ένα είδος Χώρου».


Το γνωρίζω κι εγώ, έστω κι αν δεν είμαι άνθρωπος της επιστήμης, αλλά των γραμμάτων και των τεχνών. (;) Όπως επίσης γνωρίζω τον Τζορτζ Όργουελ και τον Ευγένιο Ζαμυάτιν που επιχείρησαν πιο περιπετειώδη ταξίδια στο μέλλον της ανθρωπότητας. Και τα επιχειρούν ξανά κάθε φορά που ένας αναγνώστης βυθίζεται στις σελίδες των βιβλίων τους. Ίσως υπάρχει μια κοινή συλλογική συνείδηση και μνήμη της ανθρωπότητας. Ένα παγκόσμιο κτήμα που ποτίζεται από υπόγεια ρεύματα και ποταμούς, για να μπορέσει να ανθίσει και να καρποφορήσει κάποια στιγμή. Ένα κοινό ταμείο συναισθηματικής αρωγής, επικουρικό. Οι συγγραφείς και γενικά οι καλλιτέχνες, υπερβαίνοντας την ατομική και εθνική εμπειρία τους, απευθύνονται διαχρονικά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ανεξάρτητα από σύνορα και πολιτισμούς.
Ίσως η επίδραση που ασκεί ο παράγοντας Χρόνος στην ανθρώπινη συνείδηση και μνήμη, να είναι το κλειδί για τη λύση του αινίγματος. Ένας ανώνυμος Κινέζος ποιητής, του 8ου αιώνα π.Χ. (αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί και: προ Χρόνου), με γνώμονα το αίσθημα του Έρωτα και την αίσθηση του Χρόνου, γράφει:

Αλήθεια πότε αντίκρισα για πρώτη μου φορά
Αδιάφορα τα μάτια σου, θαρρώ το ΄χω ξεχάσει.
Μα τώρα πια τι ωφελεί;
Έχουν περάσει τρεις χρονιές κι έχω γεράσει!

Ο Φρήντριχ Χέλντερλιν, αναλογιζόμενος την εποχή του, συλλογίζεται:

Καιρούς τώρα πάνω απʼ την κεφαλή μου κυριαρχείς,
Μέσα στη σκοτεινή νεφέλη, ω Θεέ του Χρόνου.
Άγρια πολύ, αγωνία πολλή τριγύρω κι όπου στρίψω
Κλυδωνισμούς κι ερείπια βλέπω.

Και μας μιλά με τους στίχους του αυτούς για τη διάσταση του Χρόνου ως καταστροφική δύναμη, ενός σαρωτικού τυφώνα.
Όταν ο Χόρχε Λούις Μπόρχες έγραφε ότι: «Άλλος χρόνος δεν υπάρχει απʼ το παρόν, τούτη την κορύφωση εκείνου που θα ΄ναι, κι εκείνου που ήταν τη στιγμή ακριβώς που πέφτει η σταγόνα στην κλεψύδρα», ο Τόμας ντε Κουίνσεϊ -100 τουλάχιστον χρόνια νωρίτερα- είχε ήδη ολοκληρώσει το πείραμά του. Στις «Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς» μας προτείνει να δοκιμάσουμε κι εμείς: «Βάλε μέσα σε μια ρωμαϊκή κλεψύδρα εκατό σταγόνες νερό, άφησέ τες να τρέξουν όπως την άμμο σʼ ένα αμμόμετρο. Επειδή κάθε σταγόνα αντιστοιχεί στο ένα εκατοστό του δευτερολέπτου, η αναλογία του χρόνου μιας σταγόνας νερό προς την ώρα είναι ένα προς τρακόσιες εξήντα χιλιάδες. Τώρα μέτρα τις σταγόνες καθώς κυλούν και, όταν περνά η πεντηκοστή από τις εκατό πρόσεξε! Δεν είναι σαράντα εννέα, διότι έχουν ήδη εξαφανιστεί, και δεν είναι πενήντα, διότι πρόκειται ακόμα να περάσουν. Βλέπεις λοιπόν πόσο στενό, πόσο ανυπολόγιστα στενό είναι το πραγματικό, το τρέχον παρόν;»
Αργότερα ο Τ.Σ. Έλιοτ, παίζοντας με τα σκοτεινά ρήματα του Εφέσιου στοχαστή, διαλογίζεται:

Ο χρόνος ο παρών κι ο παρελθών
Ίσως και οι δυο να ΄ναι παρόντες
Κι ο μέλλων να ενυπάρχει μες στον παρελθόντα.

Και με φρίκη διαπιστώνει ότι: «Αν όλος ο χρόνος είναι ατέρμον παρόν, όλος ο χρόνος μένει αλύτρωτος.» Ο Μπόρχες πάλι είναι εκείνος που, μιλώντας για την “Ποιητική Τέχνη” γενικά – και ειδικότερα τη δική του, σημειώνει: «Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι. Να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.» Αν και παραφράζει κάποιες σκέψεις του Ηράκλειτου, απευθύνεται στον κάθε άνθρωπο του πλανήτη μας χωριστά και συγχρόνως μιλά σε όλους μας για το πέρασμα του χρόνου.
Ο Τζόναθαν Σουίφτ, αντίθετα, τοποθετεί τον ήρωά του, τον Γκιούλιβερ, στον χώρο τριών νησιών, όπου ναι μεν κατοικούνται από λιλιπούτειους ανθρώπους, πλην όμως η αίσθηση του χρόνου δεν υπάρχει. Όλα γίνονται στον χώρο. Η διάσταση του χρόνου είναι εντελώς ανύπαρκτη. Η ανθρώπινη συνείδηση και αισθητική δεν προσβάλλεται από αυτό το, κατά πολλούς απατηλό, μικρόβιο. Ανάλογη ατμόσφαιρα δημιουργούν ο Λουκιανός στην «Αληθινή Ιστορία» του, το πρώτο λογοτεχνικό διαστημικό ταξίδι του ανθρώπου, ο Τζέιμς Μπάρρυ στον «Πήτερ Παν» το μεγαλείο της παιδικότητας, Οι περιπέτειες του βαρώνου Μυνχάουζεν, του αρχιψευταρά καταφερτζή, και ο Εξυπερύ στον «Μικρό Πρίγκηπά» του. Το βασίλειο του μη χρόνου. Ταξιδεύουμε μαζί τους σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων, όπου το βασανιστικό φαινόμενο του χρόνου δεν προσμετράται. Αφήνουμε πίσω μας τον Έζρα Πάουντ να εύχεται:

Ω, να βρισκόμουνα
Έξω απʼ αυτό που είναι
Η μοναδική μου φροντίδα:
Να διασώζω το καινούργιο.

Αδιαφορώντας για το καινούργιο, περνά από εκεί ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ και δηλώνει: «Σκοπός της Υφής του Χρόνου, ενός δύσκολου, απολαυστικού και ευλογημένου έργου, το οποίο κάποτε θʼ αφήσω πάνω στο φωτισμένο γραφείο του ανύπαρκτου ακόμη αναγνώστη μου, είναι να ξεκαθαρίσω τη δική μου έννοια του Χρόνου. Επιθυμώ να εξετάσω την ουσία του Χρόνου, όχι την πάροδό του, διότι δεν πιστεύω ότι η ουσία του μπορεί να εξαντληθεί με την πάροδό του. Επιθυμώ να χαϊδέψω τον Χρόνο.» Και πράγματι το κάνει με αβρές, λεπτές και ανάλαφρες κινήσεις και με τη συνδρομή μιας άπληστης και αχόρταγης μνήμης, άκρατης. Βέβαια, έχει ήδη προηγηθεί ο ασθματικός Μαρσέλ Προυστ ο οποίος, με μια μονάχα κίνηση, το βούτηγμα ενός γλυκίσματος σʼ ένα φλυτζάνι τσάι, κατορθώνει να ενεργοποιήσει και δυναμοποιήσει την ασύνειδη μνήμη του και να ξανακερδίσει τον Χαμένο Χρόνο. Αυτό κι αν είναι μια τυχερή και πλούσια ζαριά!
Δεν ξέρω αν υπάρξει πλήρης συμφωνία για τα αποτελέσματα του πειράματος που διενήργησε ο ντε Κουίνσεϊ, αλλά πιστεύω ότι δεν θα βάλετε τα γέλια αν διαβάσετε αυτό:

Με σμύρνα, με χρυσό, δίχως λιβάνι,
Περίτεχνα θʼ ακροβατήσω φέτος.
Νεαρός παράφρονας ο Αμλέτος,
Τερπνά πάνω στου Χρόνου τη μεμβράνη.

Ή μήπως δεν ανατριχιάσετε αν, μια νύχτα με φεγγάρι, κάποιος σας ψιθυρίσει γλυκά στο αυτί τούτο τον στίχο του Γκιουζέπε Ουνγκαρέτι:

Ο ατέρμων χρόνος με μεταχειρίζεται σαν θρόισμα!

Εκτός αν προτιμάτε, λουσμένοι την αίγλη του πρωινού φωτός, ένα χαϊκού σαν αυτό του Μοριτάκιε:

Σαν του πρωϊού τη λάμψη,
Σήμερα φανερώνεται
Ολόκληρη η ζωή μου.