
Ο H.G. Wells στο μυθιστόρημά του “Η μηχανή του Χρόνου”, το οποίο μετέφρασε ο νεορομαντικός ποιητής του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης (περίεργο, πώς και δεν μετέφρασε “Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι”, του ινδάλματος του αισθητισμού Όσκαρ Ουάιλντ!), ήταν ένας από τους πρώτους συγγραφείς των νεοτέρων χρόνων που ταξίδεψε, με τη γραφή του, και μας ξενάγησε σε μιαν άλλη εποχή, σε μια μελλοντική κατάσταση πραγμάτων της ανθρωπότητας, χωρισμένης ανάμεσα στους Ελόι και στους Μόρλοκς. Στη διάρκεια του ταξιδιού του χάνει τη χρονομηχανή του, για να τη βρει ξανά μετά από πολλές περιπέτειες. Στο τέλος επιστρέφει και διαπιστώνει ότι ο χρόνος που έλειψε από την «πραγματικότητα» ήταν εντελώς μηδαμινός και αμελητέος.
Βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο απʼ όπου άρχισε το ταξίδι του και βλέπει τα ίδια πρόσωπα και πράγματα, με μια σημαντική διαφορά. Όταν ξεκίνησε, η κυρία Γουότσετ είχε διασχίσει με ταχύτητα το δωμάτιο, από τη μια άκρη του ως την άλλη. Τώρα τη βλέπει να το διασχίζει, πάλι, ακολουθώντας όμως την αντίστροφη κίνηση. Τώρα, οπισθοχωρώντας, βγαίνει από την πόρτα που είχε μπει στο ίδιο δωμάτιο, πριν από λίγο. Η χρονομηχανή του ήρωα, ενώ είχε αρχίσει το ταξίδι της από τη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου, τώρα ήρθε και προσγειώθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του… Τι περίεργα γεγονότα! Καθόλου περίεργα! Διότι «οι άνθρωποι της επιστήμης -συνέχισε ο Χρονοταξιδιώτης, μετά από μια παύση που ήταν απαραίτητη για την κατανόηση όσων είπε- γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο Χρόνος είναι απλώς ένα είδος Χώρου».
Το γνωρίζω κι εγώ, έστω κι αν δεν είμαι άνθρωπος της επιστήμης, αλλά των γραμμάτων και των τεχνών. (;) Όπως επίσης γνωρίζω τον Τζορτζ Όργουελ και τον Ευγένιο Ζαμυάτιν που επιχείρησαν πιο περιπετειώδη ταξίδια στο μέλλον της ανθρωπότητας. Και τα επιχειρούν ξανά κάθε φορά που ένας αναγνώστης βυθίζεται στις σελίδες των βιβλίων τους. Ίσως υπάρχει μια κοινή συλλογική συνείδηση και μνήμη της ανθρωπότητας. Ένα παγκόσμιο κτήμα που ποτίζεται από υπόγεια ρεύματα και ποταμούς, για να μπορέσει να ανθίσει και να καρποφορήσει κάποια στιγμή. Ένα κοινό ταμείο συναισθηματικής αρωγής, επικουρικό. Οι συγγραφείς και γενικά οι καλλιτέχνες, υπερβαίνοντας την ατομική και εθνική εμπειρία τους, απευθύνονται διαχρονικά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ανεξάρτητα από σύνορα και πολιτισμούς.
Ίσως η επίδραση που ασκεί ο παράγοντας Χρόνος στην ανθρώπινη συνείδηση και μνήμη, να είναι το κλειδί για τη λύση του αινίγματος. Ένας ανώνυμος Κινέζος ποιητής, του 8ου αιώνα π.Χ. (αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί και: προ Χρόνου), με γνώμονα το αίσθημα του Έρωτα και την αίσθηση του Χρόνου, γράφει:
Αλήθεια πότε αντίκρισα για πρώτη μου φορά
Αδιάφορα τα μάτια σου, θαρρώ το ΄χω ξεχάσει.
Μα τώρα πια τι ωφελεί;
Έχουν περάσει τρεις χρονιές κι έχω γεράσει!
Ο Φρήντριχ Χέλντερλιν, αναλογιζόμενος την εποχή του, συλλογίζεται:
Καιρούς τώρα πάνω απʼ την κεφαλή μου κυριαρχείς,
Μέσα στη σκοτεινή νεφέλη, ω Θεέ του Χρόνου.
Άγρια πολύ, αγωνία πολλή τριγύρω κι όπου στρίψω
Κλυδωνισμούς κι ερείπια βλέπω.
Και μας μιλά με τους στίχους του αυτούς για τη διάσταση του Χρόνου ως καταστροφική δύναμη, ενός σαρωτικού τυφώνα.
Όταν ο Χόρχε Λούις Μπόρχες έγραφε ότι: «Άλλος χρόνος δεν υπάρχει απʼ το παρόν, τούτη την κορύφωση εκείνου που θα ΄ναι, κι εκείνου που ήταν τη στιγμή ακριβώς που πέφτει η σταγόνα στην κλεψύδρα», ο Τόμας ντε Κουίνσεϊ -100 τουλάχιστον χρόνια νωρίτερα- είχε ήδη ολοκληρώσει το πείραμά του. Στις «Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς» μας προτείνει να δοκιμάσουμε κι εμείς: «Βάλε μέσα σε μια ρωμαϊκή κλεψύδρα εκατό σταγόνες νερό, άφησέ τες να τρέξουν όπως την άμμο σʼ ένα αμμόμετρο. Επειδή κάθε σταγόνα αντιστοιχεί στο ένα εκατοστό του δευτερολέπτου, η αναλογία του χρόνου μιας σταγόνας νερό προς την ώρα είναι ένα προς τρακόσιες εξήντα χιλιάδες. Τώρα μέτρα τις σταγόνες καθώς κυλούν και, όταν περνά η πεντηκοστή από τις εκατό πρόσεξε! Δεν είναι σαράντα εννέα, διότι έχουν ήδη εξαφανιστεί, και δεν είναι πενήντα, διότι πρόκειται ακόμα να περάσουν. Βλέπεις λοιπόν πόσο στενό, πόσο ανυπολόγιστα στενό είναι το πραγματικό, το τρέχον παρόν;»
Αργότερα ο Τ.Σ. Έλιοτ, παίζοντας με τα σκοτεινά ρήματα του Εφέσιου στοχαστή, διαλογίζεται:
Ο χρόνος ο παρών κι ο παρελθών
Ίσως και οι δυο να ΄ναι παρόντες
Κι ο μέλλων να ενυπάρχει μες στον παρελθόντα.
Και με φρίκη διαπιστώνει ότι: «Αν όλος ο χρόνος είναι ατέρμον παρόν, όλος ο χρόνος μένει αλύτρωτος.» Ο Μπόρχες πάλι είναι εκείνος που, μιλώντας για την “Ποιητική Τέχνη” γενικά – και ειδικότερα τη δική του, σημειώνει: «Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι. Να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.» Αν και παραφράζει κάποιες σκέψεις του Ηράκλειτου, απευθύνεται στον κάθε άνθρωπο του πλανήτη μας χωριστά και συγχρόνως μιλά σε όλους μας για το πέρασμα του χρόνου.
Ο Τζόναθαν Σουίφτ, αντίθετα, τοποθετεί τον ήρωά του, τον Γκιούλιβερ, στον χώρο τριών νησιών, όπου ναι μεν κατοικούνται από λιλιπούτειους ανθρώπους, πλην όμως η αίσθηση του χρόνου δεν υπάρχει. Όλα γίνονται στον χώρο. Η διάσταση του χρόνου είναι εντελώς ανύπαρκτη. Η ανθρώπινη συνείδηση και αισθητική δεν προσβάλλεται από αυτό το, κατά πολλούς απατηλό, μικρόβιο. Ανάλογη ατμόσφαιρα δημιουργούν ο Λουκιανός στην «Αληθινή Ιστορία» του, το πρώτο λογοτεχνικό διαστημικό ταξίδι του ανθρώπου, ο Τζέιμς Μπάρρυ στον «Πήτερ Παν» το μεγαλείο της παιδικότητας, Οι περιπέτειες του βαρώνου Μυνχάουζεν, του αρχιψευταρά καταφερτζή, και ο Εξυπερύ στον «Μικρό Πρίγκηπά» του. Το βασίλειο του μη χρόνου. Ταξιδεύουμε μαζί τους σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων, όπου το βασανιστικό φαινόμενο του χρόνου δεν προσμετράται. Αφήνουμε πίσω μας τον Έζρα Πάουντ να εύχεται:
Ω, να βρισκόμουνα
Έξω απʼ αυτό που είναι
Η μοναδική μου φροντίδα:
Να διασώζω το καινούργιο.
Αδιαφορώντας για το καινούργιο, περνά από εκεί ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ και δηλώνει: «Σκοπός της Υφής του Χρόνου, ενός δύσκολου, απολαυστικού και ευλογημένου έργου, το οποίο κάποτε θʼ αφήσω πάνω στο φωτισμένο γραφείο του ανύπαρκτου ακόμη αναγνώστη μου, είναι να ξεκαθαρίσω τη δική μου έννοια του Χρόνου. Επιθυμώ να εξετάσω την ουσία του Χρόνου, όχι την πάροδό του, διότι δεν πιστεύω ότι η ουσία του μπορεί να εξαντληθεί με την πάροδό του. Επιθυμώ να χαϊδέψω τον Χρόνο.» Και πράγματι το κάνει με αβρές, λεπτές και ανάλαφρες κινήσεις και με τη συνδρομή μιας άπληστης και αχόρταγης μνήμης, άκρατης. Βέβαια, έχει ήδη προηγηθεί ο ασθματικός Μαρσέλ Προυστ ο οποίος, με μια μονάχα κίνηση, το βούτηγμα ενός γλυκίσματος σʼ ένα φλυτζάνι τσάι, κατορθώνει να ενεργοποιήσει και δυναμοποιήσει την ασύνειδη μνήμη του και να ξανακερδίσει τον Χαμένο Χρόνο. Αυτό κι αν είναι μια τυχερή και πλούσια ζαριά!
Δεν ξέρω αν υπάρξει πλήρης συμφωνία για τα αποτελέσματα του πειράματος που διενήργησε ο ντε Κουίνσεϊ, αλλά πιστεύω ότι δεν θα βάλετε τα γέλια αν διαβάσετε αυτό:
Με σμύρνα, με χρυσό, δίχως λιβάνι,
Περίτεχνα θʼ ακροβατήσω φέτος.
Νεαρός παράφρονας ο Αμλέτος,
Τερπνά πάνω στου Χρόνου τη μεμβράνη.
Ή μήπως δεν ανατριχιάσετε αν, μια νύχτα με φεγγάρι, κάποιος σας ψιθυρίσει γλυκά στο αυτί τούτο τον στίχο του Γκιουζέπε Ουνγκαρέτι:
Ο ατέρμων χρόνος με μεταχειρίζεται σαν θρόισμα!
Εκτός αν προτιμάτε, λουσμένοι την αίγλη του πρωινού φωτός, ένα χαϊκού σαν αυτό του Μοριτάκιε:
Σαν του πρωϊού τη λάμψη,
Σήμερα φανερώνεται
Ολόκληρη η ζωή μου.










Θαυμάσιο κείμενο κ. Ψαραδάκη.
Από εκείνα που χαίρεται κανείς να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει…
Και οι σταχυολογήσεις σας ρέουν ως το πανέμορφο χαϊκού (που ευτυχώς δεν αποδόθηκε με 5+7+ 5 κι έτσι ανέδειξε και στην μετάφραση όλη την λάμψη του) με το οποίο καταλήγετε την περιδίνησή σας στα τεχνάσματα του χρόνου.
Το μόνον που θα ήθελα να προσθέσω είναι το ποίημα του οποίου επιλέξατε τον καταληκτική στροφή, ποίημα που ξεχωρίζω κάποια χρόνια τώρα από τότε που το πρωτοδιάβασα, μόνο που θαρρώ πως πρέπει να είναι κάποιας ανώνυμης Κινέζας ποιήτριας, κι όχι ανδρός. Κι αυτό επειδή σκέπτομαι πως τέτοια ευαισθησία ούτε δανεική δεν θα μπορούσε να είναι (τι κρίμα…), μόνον μια γυναίκα δοκιμασμένη πικρά στην φθορά του πανδαμάτορος χρόνου μπορεί να γράψει έτσι βλέποντας τα πράγματα να της φεύγουν πια σαν κόκκοι άμμου που από το χέρι της ο άνεμος σκορπάει, μέτρηση χρόνου στην κλεψύδρα της ερημιάς.
(και με την έξοχη μετάφραση της Αμαλίας Τσακνιά, έχω το άλικο βιβλίο της έκδοσης του 1973)
Να το παραθέσω όλο, κι έτσι:
http://farm2.static.flickr.com/1205/1454140509_3f9f790489.jpg
Φροντισμένη προσέγγιση αγαπητέ
Να συνεισφέρω στη βιβλιογραφία με ένα λίγο δυσκοίλιο πόνημα :
Ilya Prigogine
Το τέλος της βεβαιότητας ( Κάτοπτρο 1997 )
Μου άρεσε πολύ το δοκίμιό σας, κύριε Ψαραδάκη.
Ο μικρός αριθμός σχολίων που το συνοδεύει δικαιολογείται μόνον εκ της αμηχανίας που έχει προκαλέσει σε όσους το έχουνε διαβάσει…
Μην κάμπτεσθε!
…και, βεβαίως, μην θεωρήσετε ότι με Χέλντερλιν, Μπόρχες, Πάουντ, Έλιοτ ή Ουνγκαρέττι θολώσατε επαρκώς τα ύδατα: γνωρίζουμε, οι φίλοι σας, καλώς ότι το “κουμπί του”, εκείνο της φωτογραφίας, αυτό που κάνει τον Χρόνο να γυρίσει κι εκείνη την αναθεματισμένη βάρκα να γλιστρήσει αναπόφευκτα πίσω, στο παρελθόν, ευρίσκεται σ’ αυτόν που τίμια αναφέρεται (και αναφέρετε) ήδη στην πρώτη φράση του. Εννοώ, φυσικά, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (στον οποίον -όπως έγραψε κάπου κι ο Ουίλλιαμς για την αδελφή του Ρόουζ- “η νύχτα του ανήκει”…)
Αγαπητή Ignis,
τους τρεις τελευταίους στίχους που αναφέρατε (και πολύ καλώς παραθέσατε ολόκληρο το ποίημα) τους είχα βρει σε μια ανθολογία Κινέζικης ποίησης την οποία, δυστυχώς, δεν έχω πια. Θυμάμαι όμως ότι εκεί ανέφερε ότι το ποίημα είχε γραφτεί από ανώνυμο Κινέζο ποιητή. Το επιχείρημά σας πάντως περί ευαισθησίας μη δανειζόμενης είναι ισχυρό. Σας ευχαριστώ.
Φίλτατε Voa,
ευχαριστώ κι εσάς για τη μετρημένη κρίση σας. Πρέπει να ομολογήσω ότι το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν 15 χρόνια και συνιστά την πρώτη μου δημοσίευση, κατά τύχη, σ’ ένα περιοδικό.
Όταν το έστειλα στον κ. Παστάκα το συνόδευσα με το σχόλιο ότι, σήμερα, το θεωρώ σχεδόν παιδικό. Δεν είχα όμως τον απαιτούμενο χρόνο (!!!) για να επιτύχω την ενηλικίωσή του. Είμαι πολύ αυστηρός κριτής, (γι’ αυτό και σπανίως σχολιάζω ποιητικές αναρτήσεις) δυο φορές πιο πολύ με τον εαυτό μου.
Κύριε Λυκοτραφίτη,
αλίμονο αν με πτοούσε η έλλειψη σχολίων! Το καλάμι μου το έχω αφήσει προ πολλού… Το καβαλικεύω μονάχα όταν το απαιτούν οι περιστάσεις -ιδίως εδώ, σε αυτό το χωρίον που βρίσκομαι- ευτυχώς πολύ σπανίως. Προτιμώ λίγα και καλά σχόλια, παρά πολλά και ανούσια.
Αφού πρώτα σας πω ότι η σύντομη αναφορά στη μετάφραση του Λαπαθιώτη, δεν υπήρχε στο αρχικό κείμενο, αλλά έγινε πολύ πρόσφατα (αν προσέξατε, αναφέρομαι σε ξένους συγγραφείς), θα σας εκφράσω και το παράπονό μου: Με αυτή την αναφορά σας ξυπνήσατε, καλοκαιριάτικα, τις έμμονες ιδέες μου! Καλά να είστε όμως, μιας και μου υπενθυμίσατε ότι πρέπει να βάλω στο ήδη φορτωμένο πρόγραμμά μου τη συνέχεια τού κειμένου για τον ποιητή.
Κι επειδή, κύριε Ψαραδάκη, έστω και προ 15ετίας, αναφέρατε τον Μαρσέλ Προυστ “ο οποίος, με μια μονάχα κίνηση, το βούτηγμα ενός γλυκίσματος σ’ ένα φλυτζάνι τσάι, κατορθώνει να ενεργοποιήσει και δυναμοποιήσει την ασύνειδη μνήμη του και να ξανακερδίσει τον Χαμένο Χρόνο”, θα ήταν άδικο, νομίζω, να μην θυμηθούμε εδώ μίαν αντίστοιχη ποιητική στιγμή στα “καθ’ ημάς”:
Κι από πιοτό κι από καπνούς κι από τα χάη
προτίμησα κι αγάπησα το τσάι,
ένα αρωματικό φλυτζάνι τσάι. …
Τώρα άν υπάρχει κάποια σχέση (που υπάρχει) μεταξύ του Προυστ, του Λαπαθιώτη και του Μπάρα, νομίζω ότι είστε αρμοδιότερος να πήτε.
Και πριν κλείσω αυτόν το βραδυνό χαιρετισμό, θα θέλατε να μας αποκαλύψετε ποιό ήταν το περιοδικό που φιλοξένησε προ ετών το κείμενό σας;
Το κείμενο γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1993, μετά από παρότρυνση δυο φίλων (ο ένας είναι νεκρός πια) που έφτιαχναν ένα αφιέρωμα για τον Χρόνο και ήθελαν να συμπληρώνεται και με λογοτεχνία.
Τελικά, μετά από διάφορες περιπέτειες, δημοσιεύτηκε κατά τύχη, χωρίς να το επιδιώξω καθόλου, σε ένθετο αφιερωμένο στον Χρόνο, του περιοδικού “Τρίτο Μάτι”, Ιανουάριος 1995, δεν θυμάμαι αριθμό τεύχους. Μαζί δημοσιεύτηκε και το σχετικό κείμενο του, ευτυχώς, ζωντανού και καλού φίλου.
ΥΓ. Περί Προυστ, Λαπαθιώτη και Μπάρα μιαν άλλη φορά.
Να προσθέσω ακόμη τα εξής. Ο τίτλος του ήταν αυτός που είναι και τώρα. Ο εκδότης όμως ή ο επιμελητής πρόσθεσε τη λέξη “Χρονο” πριν τις τρεις τελείες. Επίσης, το υπέγραφα τότε με το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησα κάμποσα χρόνια, Α.Β. Στρατής. Ο εκδότης πάλι ή ο επιμελητής έβγαλε το Β. Δεν έχουν ίχνος φαντασίας, ώρες ώρες, αυτοί οι άνθρωποι!
Και μια και οι της λατινικής Αμερικής έχουν καθώς βλέπω με χαρά μου την τιμητική τους στο Ποιείν, σκέφτηκα να συμβάλλω στα σχόλια αυτής της ποιητικότατης ανάρτησης αναφέροντας ένα όνομα πολύ γνωστό στην χώρα του, φοβούμαι άγνωστο εδώ, τον antipoeta Nikanor Parra (τι όμορφο το ελληνικότατο όνομα του στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου Νικάνωρ..), αδελφό της πολύ γνωστής -κυρίως χάρις στο Gracias a la vida- Βιολέτας Πάρρα.
Χρόνος
Στο Σαντιάγο της Χιλής
Οι μέρες
_______είναι
____________ατελείωτα
____________________μεγάλες:
Αιώνες ολόκληροι χωράνε σε μια μέρα.
Μετακινούμαστε καβάλα σε μουλάρια
Σαν τους πλανόδιους πουλητές κηπουρικών:
Χασμουριόμαστε. Χασμουριόμαστε ξανά.
Ωστόσο οι εβδομάδες είναι μικρές
Οι μήνες περνάνε τρέχοντας
Και τα χρόνια μοιάζουν σα να κάνουν φτερά
Από ανθολογία δική του, μετάφραση Ρ. Καππάτου. Εκδ. Εκάτη. Το μόνον δικό του βιβλίο ποιημάτων που βρήκα στην γλώσσα μας. Σε μένα είναι γνωστός από ένα έξοχο ποίημα του, αυτό που σοφά λέει ότι έχει μόνον μια δέσμευση ο ποιητής: να βελτιώσει την λευκή σελίδα (τίτλος: “Νέοι Ποιητές”)
Κάτι που μακάρι να άκουγαν πολλοί πριν πιάσουν το μολύβι και στιχορροήσουν…
Ο χρόνος….που ρέει.
Και οι καιροί, ου μενετοί.
Σχεδόν για όλα.
Αγαπητή Ignis,
δεν νομίζω ότι αληθεύει το “μάλλον άγνωστος εδώ” – τούλάχιστον όχι σε όσους γαλουχήθηκαν με τα νάματα του Οδηγητή και της Πανσπουδαστικής.
Ο Χρόνος , οπωσδήποτε, είναι ένα θέμα πολύ ευρύ (κυρίως επειδή αποτελεί συστατικό στοιχείο της παρακμής).
@ κ. Λυκοτραφίτη προφανώς εννοείτε το γνωστό άσμα της Μπαέζ και όλη την σχετική φιλολογία. Διότι εγώ εννοούσα τον Νικανόρ Πάρρα σαν ποιητή κι όχι για τα της αδελφής του έργα. Κι εννοούσα άγνωστο στην χώρα μας, κι όχι στο ..Ποιείν (αν και απορώ που δεν βρήκα εδώ κάτι γραμμένο για αυτόν, παρά μόνον σε μια ανάρτηση με τα περιεχόμενα τεύχους του περιοδικού (δε)κατα, μια απλή αναφορά ενός ποιήματός του) που δεν παύει να με εκπλήσσει με το εύρος των ονομάτων που παρουσιάζονται.
@ κ.Μίχο
Καλά του κάνατε. (του Λαλιώτη..)
Είναι εκπληκτικό ποίημα, δεν ξέρω ποια άλλη λέξη να πω. Και τον δίνει τον χρόνο τόσο έντονα, τις πιθανές εκδοχές του, όλα όσα διέφυγαν κι όλα όσα μπορούσαν…
Με αυτές τις επαναφορές, όπως “σβήνει” κάθε ενότητα…τα επίθετα- ιδιότητες (σκύλος-σκύμνος, δήμιος…) που καθρεπτίζουν τον καθένα….εξαιρετικό!
Καλώς δεν ασχολείται (εμφανώς, διότι εμμέσως πλην σαφώς τους καθρεπτίζει στην τελική στροφή) με αυτούς που αγάπησαν και αγαπήθηκαν σύμμετρα. Διότι αυτό κι αν δεν γράφει ποιήματα, μια και είναι η ίδια η Ποίηση (μιας ζωής)
(άρα γράφει!)
Όντως είναι η πιο ενδιαφέρουσα και γοητευτική θεωρία αυτή που αναφέρετε περί χρόνου. Θα μπορούσαν μάλιστα να γραφούν πολλά σχετικά μυθιστορήματα με αυτό το θέμα, κι αν σκεφτεί κανείς ότι σε οιαδήποτε καμπή του χρόνου κι αν σταθεί κανείς, πάλι θα υπήρχαν πολλές εκδοχές, άπειρες εκδοχές, καθώς ανεξάντλητες θα ήσαν οι πιθανότητες να είχαν γίνει αλλιώς τα πράγματα.
Έτσι, σαν να έμοιαζε ο χρόνος ένα δένδρο με άπειρα κλαριά, άπειρες εκδοχές-διακλαδώσεις- δρόμους-επιλογές. Ή σαν κοράλλι, κάθε απόληξη να γεννά άλλα κι άλλα κι άλλα, αέναα. Μια βεντάλια στα βάθη του ωκεανού του χρόνου να κάνει νεύματα, σαν να ειρωνεύεται, τι άλλο, τι άλλα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί μα ποτέ πια δεν θα γίνουν.
Ένας άνθρωπος που θα έκανε μια τέτοια διαδρομή προς τα πίσω σε αυτό το φανταστικό μυθιστόρημα, στο τέλος θα βρισκόταν σε έναν εφιάλτη. Σε ένα λαβύρινθο εκδοχών που κανείς μίτος καμίας Αριάδνης δεν θα ήταν σε θέση να τον επαναφέρει στο φως της μικρής καθημερινής στιγμής του. Χαμένος σε όσα ήθελε, μα τα προσπέρασε ή τον προσπέρασαν.
Μια και το αύριο μας ανήκει, κι όχι το ίσως.
Τι να πω πια, έχω μείνει έκπληκτος με τις δυνητικές εκδοχές που μου προσφέρατε!
Βεβαίως, όλα αυτά οφείλονται στον κύριο Λυκοτραφίτη. Τι θέλατε, αγαπητέ μου, να θίξετε την σπανιότητα των σχολίων; Έπεσαν πάνω μας και μας έχουν πλακώσει – ευτυχώς, δεν μας σκεπάζουν.
Να αναφέρω, επιτέλους, και μιαν πρωταρχική σκέψη -όχι δική μου, αλλά τη χρησιμοποίησα- που, υποδόρια, διατρέχει αυτό το “παλιό” κείμενο:
ΑΙΩΝ ΕΣΤΙ ΠΑΙΣ ΠΑΙΖΩΝ ΠΕΤΤΕΥΩΝ
Ποιος άλλος; Ένας από του πολλούς φυσικούς (και προσωκρατικούς) φιλόσοφους, ο Ηράκλειτος.