
he who understands baboon would do more towards metaphysics than Locke
Charles Darwin
Στο τεύχος της 25ης Μαΐου του περιοδικού Ποιείν, δημοσιεύθηκε άρθρο υπό του φερέλπιδος ποιητού Ζήσου Αϊναλή, ανάγνωση του οποίου μου δημιούργησε μια σκέψη και μιαν έξαψη να συγκρίνω ετεροθεματικά φαινόμενα. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, με ορισμένα μεγέθη όρχεων. Ο γορίλας τους διαθέτει μικρούς, ο άνθρωπος μεσαίους και ο χιμπατζής μεγάλους. Η εξήγηση επί του μεγέθους των όρχεων των συγγενικών αυτών ειδών (για την ακρίβεια: επί της διαφοροποίησης του μεγέθους από είδος σε είδος) δε δόθηκε στη βάση του κακού ιστορικού προηγούμενου από διανοούμενους του διαλεκτικού υλισμού ούτε θεμελιώθηκε επί του κομμουνιστικού οράματος. Ο χιμπατζής, λοιπόν, λένε οι ζωολόγοι, έχει μόνο όπλο διαιώνισης απέναντι στο ιδιαιτέρως άπιστο θηλυκό την ποσότητα του σπέρματος που αποθέτει ενδοσωματικώς, ενώ ο ρωμαλέος γορίλας μπορεί μεν να μαστίζεται από το πρόβλημα της νανορχίας, πλην όμως διαθέτει χαρέμια που ελέγχει σεξουαλικά, βεβαιώνοντας, τοιουτοτρόπως, ότι τα παιδιά είναι δικά του και όχι εκ νυχτών με τους ανταγωνιστές του.
Ο άνθρωπος, ως ενδιάμεση περίπτωση, τους έχει μεσαίους. Διαβάζοντας τις ηρωικές αναφορές σε όρχεις στο άρθρο του κ. Αϊναλή, τους παραπάνω συνειρμούς δεν μπόρεσα να τους αποφύγω. Και δεν ήταν οι μόνοι. Θυμήθηκα και σχετικόν εδάφιον αναγνώσεως της πρώτης μου νιότης, από τον Καπιταλισμό του Βασίλη Ραφαηλίδη: …Ούτω πως προέκυψε η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας, όπως λέγεται η κτήση (η απόκτηση) κάποιου πράγματος προς ίδιον όφελος. Και η μέχρι τότε ξέφραγη γη, που μέχρι τότε ήταν ολόκληρη…ιδιοκτησία του Θεού, γέμισε παλούκια και φράχτες. Ως τι μέρες μας ο φράχτης παραμένει σύμβολο της ιδιοκτησίας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από το να βλέπεις τη γη παλουκωμένη…Θα αναρωτηθεί, βέβαια, κανείς, διατί τα λέω όλα αυτά. Ιδού η απάντησις: διότι αρέσκομαι στις απώτατες (ultimate) από τις εγγύς (proximate) αναλύσεις. Για τον Βασίλη Ραφαηλίδη, λοιπόν, το παλούκωμα της γης μπορεί να ήταν μια ζοφερή στιγμιαία έμπνευση, μια όζουσα κακή απόφαση, επί της οποίας χτίστηκε το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Για μένα, το παλούκωμα της γης είναι, μεταξύ άλλων, η έκφραση του ενστίκτου της ιδιοκτησίας, κι ας διαφέρουν αισθητικά τα ανθρώπινα παλούκια από τα ούρα των σκύλων (οι οποίοι, ως γνωστό, επίσης ορίζουν χώρους-και μάλιστα, εκεί που ο άνθρωπος ιδεοφορεί). Αυτός, ίσως, είναι και ο λόγος που επιφανής ζωολόγος, αναφερόμενος στο κομμουνιστικό κοσμοείδωλον, αναφώνησε Υπέροχη θεωρία, λάθος είδος. Ας έλθουμε, τώρα, και στη διαπλοκή των λογοτεχνικών περιοδικών, τα οποία είναι ιστορικά αδύνατον να δραπετεύσουν του οικονομικού συστήματος που τα γέννησε. Για μένα, λοιπόν, ο αφορισμός του καπιταλισμού είναι μια λίαν ενδεής προσέγγιση/ερμηνεία της κατάντιας των λογοτεχνικών περιοδικών. Προτιμώ και εδώ μια πιότερο μακρόπνοη προσέγγιση, με το χέρι, όμως, του ανάστροφου εξελικτικού (evolutionary) βάθους. 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης είναι, όπως και να το κάνουμε, σάμπως περισσότερα από τα 100 ή τα 200 ψωροχρονάκια. Το ένστικτο, λοιπόν, της ιεραρχίας, είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο μαριονεττίστας της λογοτεχνικής κίνησης. Να εξηγηθώ. Ο άνθρωπος δημιουργεί θώκους, επί των οποίων τοποθετεί οπίσθια ανθρώπων. Η δύναμη συγκρότησης των θώκων (σπουδαίος ζωγράφος, σπουδαίος ποιητής, σπουδαίος τραγουδιστής) είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους ισχυρότερη της δυνάμεως που ορίζει τον τρόπο, με τον οποίο τα οπίσθια θα καταλάβουν το θώκο της σπουδαιότητος. Γιʼ αυτό πουλιώνται εκατομμύριοι δίσκοι αντικειμενικώς κακόφωνων τραγουδιστών-όχι γιατί το κοινό αδυνατεί να εντοπίσει την κακοφωνία, αλλά γιατί κάποιος αποφάσισε (ο εταιριάρχης, ο παρακοιμώμενος, ο διαχειριστής του θώκου) να τοποθετήσει τους συγκεκριμένους αοιδούς στο προσκήνιο. Γιʼ αυτό οι επαΐοντες του μέλλοντος θα αναλύσουν και θα διδάξουν ποιήματα που περιόδευσαν στα επιφανή λογοτεχνικά περιοδικά και τις ανθολογίες (πρόκειται περί της απαρεγκλίτως απαραίτητης, ικανής συνθήκης)-όχι γιατί αγνοούν τη διαπλοκή ή τον πληθυσμό τον καλλιτεχνών που αγνοήθηκε, αλλά γιατί μόνο τα οπίσθια των επιφανών θώκων χρήζουν ενασχόλησης και ιστορικού σεβασμού.

Γιʼ αυτό και ο πλέον άσχετος που μαθαίνει πως γράφω με ρωτά αυθόρμητα αν έχω δημοσιεύσει, με ποιον οίκο, τι κριτικές υπάρχουν για το άτομο μου και πόσα βραβεία μού έχουν απονεμηθεί-ούτε που περνάει από το μυαλό του να με τοποθετήσει μέσα του-σημαντικός, ασήμαντος-από το γραφτό μου. Δίχως το θώκο (third party perspective) του είμαι παντελώς αδιάφορος. Με το θώκο, παντελώς αδιάφορο του είναι ο τρόπος που μετήλθα για να τον καταλάβω. Γιʼ αυτό, κατά την εκτίμησή μου, ο κ. Αϊναλής, μαζί με το πετάχτε τα εκφέρει κι ένα θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά-διότι γνωρίζει καλά πως άνευ της καταλήψεως του θώκου, ουδείς θα ασχοληθεί με το προϊόν της εργασίας του. Κοιτάζω, καμιά φορά, την ανθολογία του Σοκόλη στη βιβλιοθήκη μου, που φέρει τον τίτλο «Η Ελληνική Ποίηση» και φαντάζομαι τον επόμενο τόμο της. Πόσοι εμπεδωμένα κι αυτονόητα και πανθομολογούμενα άχρηστοι θα βρεθούν εκεί, όχι-επί της ουσίας-ως ποιητές, αλλά ως περιοδικάρχες, μεταφραστές, διπλωμάτες, δικτυωμένοι διαπλοκογνωριμιστές, υπουργοποιημένοι διανοητές ή ακαδημαϊκοί. Πολλοί. Όλοι. Πόσο άστοχος, λοιπόν, είναι ο τίτλος «Η Ελληνική Ποίηση», όταν πρόκειται για συσσώρευση οπισθίων επιφανών θώκων, και όχι συλλογή γραφτών μετά από εξαντλητικά επίπονη και ενδελεχή ενασχόληση με τα γραφόμενα (τα εκδιδόμενα, έστω) των ανθρώπων ενός τόπου, που τα έφερε ο διάολος να μπλέξουν με το μολύβι. Και για να καμωθώ κατάτι τολμηρότερος: είμαι βέβαιος ότι και οι προηγούμενοι τόμοι κάπως έτσι συγκροτήθηκαν. Συνόψισαν πατάρια καφενείων και πάσης φύσεως θωκόκυκλους. Όσο, όμως, κι αν κατανοώ τον κ. Αϊναλή, όπως και τον καθένα που ορέγεται επιφανείς θώκους δια δημοσίευσης σε χαρτί που, ταυτόχρονα, πιστεύει (και προτρέπει προς την κατεύθυνση αυτή) πως πρέπει να απορριφθεί εις αποθέτη (τι διχασμός!), η αξιολόγηση των καταγγελτικών φωνών της διαπλοκής ως μεμψίμοιρων με εξεγείρει. Όπως, λοιπόν, για τον κ. Αϊναλή (που συνεκφέρει το πετάχτε τα και το θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά) είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη να οργανωθεί σε συναντήσεις με πλήθος ομοτέχνων του, πράγμα που για μένα μόνο σε μια φωτεινή, ήσσονος, πιθανότατα, κύρους εστία, όπως αυτές που περιγράφει στο κείμενό του, μπορεί να οδηγήσει, έτσι και για μένα είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη που απορρίπτει τους σημερινούς ΤΡΟΠΟΥΣ κατάληψης των θώκων (αλλά έχει αποδεχθεί την υπόσταση των θώκων καθαυτών στην ανθρώπινη κοινωνικότητα ως αυτονόητη) να τους κατακεραυνώνει μέχρις υπερβολής από κάθε ελεύθερο βήμα (πράγμα που για τον κ. Αϊναλή είναι μεμψιμοιρία). Γούστα είναι αυτά. Μέχρις, λοιπόν, την κοινωνία (την ανθολογία, τη μελοποίηση, το σχολικό εγχειρίδιο) που θα φθάνει στον ποιητή από το ποίημα και ουχί αντιστρόφως, ας δοθεί η χάρη, κ. Αϊναλή, σε εμάς τους μεμψίμοιρους, να βρίζουμε κατά την ουαλδική ρήση.










ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Η ΕΛΛΗΝ Γ Λ Ω Σ Σ Α
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΦΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ
ΘΑ ΕΛΙΧΘΩ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΑΝΩΟΠΩΣ ΕΝΑ
ΡΥΑΚΑΚΙ ΠΟΥ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΕΙ.
ΚΙ ΑΝ ΤΥΧΟΝ ΚΑΠΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ
ΣΤΟΥΣ Γ Α Λ Α Ζ Ι Ο Υ Σ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΩ ΑΓΓΕΛΟΥΣ, ΘΑ ΤΟΥΣ
ΜΙΛΗΣΩ ΕΛΛΗΝ, ΕΠΕΙΔΗ
ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝΕ ΓΛΩΣΣΕΣ. ΜΙΛΑΝΕ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ.
Αγαπητέ κύριε Μουζάκη,
ό,τι κι άν είμαστε, σε όποια κατηγορία κι άν ανήκουμε, (ευτυχώς) η φύση (μας) μάς προστατεύει…
Μένει μόνο να ελπίσουμε το τέλος να είναι κατά τι θεαματικό, επειδή το αναπόφευκτο είναι η μόνη βεβαία παράμετρος του παιγνιδιού.
… κι επειδή, ξαφνικά (δεν ξέρω γιατί) θυμήθηκα τον Καμύ, ας ελπίσουμε η πλατεία να είναι γεμάτη κόσμο, και να μας υποδεχθούν με (εύλογες) κραυγές μίσους.
Έκφανση του εξελικτικού ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ, η κατασκευή θώκων βάσει ενστίκτων .
ΓΕΓΟΝΟΣ από μόνη της, η συγκροτημένη,καίρια συλλογιστική καθώς και η άρτια δοκιμιακή γλωσσική έκφραση του κ. Μουζάκη.
Ιδανική η γλώσσα των ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ …..
ALERT! ALERT! ALERT! ALERT!
Pε παίδες, ας κάνουμε έναν έρανο αγάπης: 1200 ευρώ φτάνουν για να βγάλει ένα βιβλίο στην Eστία. 1 ευρώ η επίσκεψη στο σάιτ για μία μέρα μόνο. Oύτε ένας καφές δεν είναι. Eυαισθητοποιηθείτε ποιητές, πεζογράφοι, μεταφραστές και λοιποί διανοούμενοι. Δείξτε το κοινωνικό σας πρόσωπο. Kρίμα ειναι!
Κύριε Μουζάκη,
η διαστρέβλωση κατά το δοκούν των λεγομένων μου δεν θα με ενοχλούσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να με υποχρεώσει να γράψω. Ο καθένας διαβάζει και καταλαβαίνει τα κείμενα όπως εκείνος νομίζει. Από κει και πέρα όμως, με το να ισχυρίζεστε ότι αλλαγή θέλουν οι ʽσημερινοίʼ ΤΡΟΠΟΙ κατάληψης των ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ υπαρχόντων θώκων προσβάλλετε – τουλάχιστον – την νοημοσύνη μου (και φαντάζομαι όχι μόνο την δική μου). Οι θώκοι είναι ταυτόσημοι με τους τρόπους που αυτοί καταλαμβάνονται. Αλλιώς δεν θα υπήρχαν. Κι αφού σας αρέσουν τόσο οι αναλύσεις που χάνονται σε απροσμέτρητα ιστορικά βάθη, επιτρέψτε μου να σας θυμίσω πως από τη στιγμή που εμφανίζονται στην ιστορία (Αίγυπτος, Βαβυλώνα, Μυκήνες) οι εξουσιαστικές κοινωνίες (οργανικό παράγωγο των οποίων είναι και οι θώκοι), ως αποκλειστικός τρόπος οργάνωσης της συλλογικής ανθρώπινης ζωής, η δημιουργία των εκάστοτε θώκων ήταν παντού και πάντα ταυτόσημη με τους ΤΡΟΠΟΥΣ που αυτοί καταλαμβάνονταν. Θα αποδεχτούμε αυτό το φαινόμενο ως ʽαυτονόητοʼ, ως δεδομένο ή θα προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε; Και τι είδους αλλαγή επιθυμούμε εν πάση περιπτώσει; Με το να ζητάτε την αλλαγή των ΤΡΟΠΩΝ και όχι την κατάργηση των θώκων, είναι σαν να ζητάτε κάποιου είδους ουρανόθεν ταρτουφική ʽαυτοκάθαρσηʼ, σαν αυτές που κατά καιρούς ʽαυτοκαθαίρουνʼ τους κόλπους της Εκκλησίας, αντικαθιστώντας ρασοφορεμένους κώλους με άλλους ρασοφορεμένους. Αλλά κατά βάθος οι κώλοι ίδιοι είναι όλοι. Όσο θα υπάρχουν θώκοι, θα υπάρχουν και κώλοι επιτήδειοι να τους ζεσταίνουν.
Εσείς θεωρείτε την ιεραρχία – ή αλλιώς κυριαρχία – ως κάτι το αυτονόητο, ως «ένστικτο». Εγώ όχι. Τουλάχιστον είχατε δίκιο ως προς αυτό: ναι, προφανώς μιλάμε διαφορετικές γλώσσες.
Aγαπητέ κ. Αϊναλή,
Διατείνομαι ότι μπορώ να συζητώ μέχρις τελικής πτώσεως με το φορέα της διαφορετικής άποψης. Την ιδιότητά μου αυτή (πιο ορθά, την επιδίωξη) την ονομάζω δημοκρατική συνείδηση.
Η επιδίωξή μου αυτή δε σκαλώνει ούτε στις παρανοήσεις ούτε στις παρεξηγήσεις ούτε στην ένταση. Συχνότατα, όμως, σκαλώνει στην έλλειψη ήθους του συνομιλητή. Η αλαζονεία με την οποία μου απευθύνεστε, λοιπόν, (την οποία, να είστε σίγουρος, θα μπορούσα να σας επιστρέψω ενισχυμένη) θα οροθετήσει το διάλογο μαζί σας εδώ. Παρακάτω, μπορείτε να μονολογήσετε εφόσον το επιθυμείτε. Εγώ δε θα επανέλθω.
Στο βαθμό που αποφάσισα να απαντήσω στο σχόλιό σας, θα ακολουθήσω τη μόνη τακτική συζητήσεως που γνωρίζω. Θα επιχειρηματολογήσω-και, σε αντίθεση με σας, δε θα φαντασθώ ποίου η νοημοσύνη προσβάλλεται και ποίου όχι. Ο καθείς ας μείνει με τις εντυπώσεις του.
Είπατε, λοιπόν
“η διαστρέβλωση κατά το δοκούν των λεγομένων μου”.
Ενδιαφέρουσα δήλωση. Λείπει, βεβαίως, η τεκμηρίωση. Η εξήγηση. Το επιχείρημα. Εσείς, βεβαίως, ξέρετε γιατί λείπει. Δεν καταδέχεστε, ίσως, να καταδείξετε τη διαστρέβλωση. Δικαίωμά σας.
Είπατε
“Οι θώκοι είναι ταυτόσημοι με τους τρόπους που αυτοί καταλαμβάνονται”
Τι πανδαισία ασυναρτησίας. Ας σχολιάσω σύντομα τη ρήση σας. Ο αναγνώστης ας κρίνει. Ο πρωθυπουργικός θώκος είναι λίαν βασικός στη διακυβέρνηση μιας χώρας. Στην Ελλάδα επί σειρά δεκαετιών, κυρίαρχος τρόπος κατάληψης (καθοριστικότατος) του θώκου αυτού είναι το επώνυμο του διεκδικητή του. Εγώ ισχυρίζομαι ότι η ύπαρξη του συγκεκριμένου (ή παρεμφερούς) θώκου είναι αυτονόητη και χρήσιμη (χρήζει, όμως, αλλαγής ο τρόπος κατάληψης). Εσείς ισχυρίζεστε ότι “οι θώκοι είναι ταυτόσημοι με τους τρόπους που αυτοί καταλαμβάνονται”. Λίαν εμπύρετη θέαση. Καταλαβαίνω την αυταρέσκειά σας.
Είπατε, τέλος
“Εσείς θεωρείτε την ιεραρχία – ή αλλιώς κυριαρχία – ως κάτι το αυτονόητο, ως «ένστικτο». Εγώ όχι.”
Τι να σας πω-να ακούσω, σκέφτομαι, εσάς ή τους επιστήμονες που επισημαίνουν τη σημασία του στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής (μαζί με κάνα δυο άλλα, όπως της αναπαραγωγής και της επιβίωσης); Σχίζομαι. Ισχυρό δίλημμα.
Και κάτι τελευταίο. Εξηγήστε, αν θέλετε, σε εκείνους των οποίων τη νοημοσύνη κατ’ εσάς υποτιμώ, τίνι τρόπω θα συνεχίσετε (ενδεχομένως…) να δημοσιεύετε (όπως και όλοι μας-σας αρέσει, φαίνεται, να λέτε τι κάνουν ή τι θα κάνουν οι άλλοι) στα διαπλεκόμενα περιοδικά, των οποίων συστήνετε την απόρριψη. Δια της πατροπαράδοτης χριστιανορθόδοξης συντροφικής αξιοκρατίας;
Κύριε Μουζάκη,
αρχικά σκέφτηκα πως δεν θα έπρεπε να απαντήσω καθότι, δεδομένου πάντα του γεγονότος ότι ευθύς εξαρχής διευκρινίσατε ότι δεν πρόκειται να απαντήσετε, δεν έχει και πολύ νόημα μάλλον να μιλάω μόνος μου στον αέρα. Εντούτοις, καθώς τα ζητήματα που θίξατε είναι πολύ συγκεκριμένα επιτρέψτε μου να μιλήσω για μια τελευταία φορά και δεν πρόκειται να επανέλθω.
Τα παίρνω ένα-ένα:
Η διαστρέβλωση θα μπορούσε επί παραδείγματι να αναφέρεται στο ότι από τη φράση «θα συνεχίσω να δημοσιεύω (ενδεχομένως…) σʼ αυτά», απαλείψατε σιωπηρά την παρένθεση (η οποία ξαναβρέθηκε μόνο στα σχόλια πια). Με αυτό το ενδεχομένως εξέφραζα την περίσκεψη και τον σκεπτικισμό μου για το κατά πόσον πρέπει ή έχει νόημα να συνεχίζω να δημοσιεύω στα υπάρχοντα περιοδικά ή αν θα έπρεπε να επιλέξω, τελικά, να απέχω ολοσχερώς από αυτά. Χωρίς την παρένθεση όλη η πρόταση αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα και πάνω σε αυτό το ολότελα διαφορετικό, από το επιδιωκόμενο, νόημα χτίσατε όλη την τελευταία παράγραφο του άρθρου σας.
Για τους θώκους, πάλι, συμφωνούμε απόλυτα. Εσείς θεωρείτε ότι το πρόβλημα του πρωθυπουργικού, για παράδειγμα, θώκου είναι η οικογενειοκρατία, ενώ εγώ θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι η ίδια η ύπαρξη του θώκου.
Όσο τώρα για τα περί ιεραρχίας και ενστίκτων δεν ξέρω ποιους επιστήμονες έχετε στο μυαλό σας, αλλά εγώ προσωπικά έμαθα να θεωρώ την ιεραρχία – και την αναπόφευκτη επικυριαρχία που αυτή επιφέρει – όχι ως ένα εκ γενετής, αλλά ως ένα επίκτητο χαρακτηριστικό των ανθρώπινων κοινωνιών πάντα και σε καμία περίπτωση όχι των μεμονωμένων ατόμων.
Στο τελευταίο ζήτημα που θίξατε νομίζω πως ήδη απάντησα.
Λυπάμαι πολύ που διαγνώσατε αλαζονεία στο σχόλιο μου. Εγώ απλά προσάρμοσα το ύφος της απάντησης μου στο μήκος κύματος του άρθρου σας.
Με εκτίμηση,
Ζ.
Mε τα πολλά, ξέχαστηκα.
Αγαπητέ κ. Λυκοτραφίτη, χαίρομαι που είστε εδώ.
Ορέστη, την καρεκλίτσα-αφού ρώτησα τον κ. Παστάκα για την προέλευση-την αγόρασα (καλά που πρόλαβα τη δημοπρασία). Αν θες, κάτσε. Τα περιττά χαράγματα μη σε απασχολούν.
Αγαπητέ Δημήτρη (οικειότης αποκτηθείσα εν τω ναώ της Γνώσεως),
Μεγάλη η ευθύνη εμού και των λοιπών συναδέλφων μου που μάλλον δεν καταφέραμε να σου εμφυσήσουμε το μεγαλείο της εξελικτικής θεωρίας σε όλο της το εύρος – παρότι, πανθομολογουμένως, ήσουν από τους πλέον ικανούς και κατανοήσαντες (αλλίμονο στους άλλους!). Η εξέλιξη του ανθρώπου δεν απαιτεί ιεραρχία – βλ. κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – παρά μόνο στο βαθμό που ο τρόπος παραγωγής ευνοεί τη συσσώρευση πλούτου (κατά συνθήκη στρατηγική, λοιπόν), όπερ και εγένετο (εν μέρει δικαιώνοντας τον Μαρξ). Εν ολίγοις, έχουμε το δικαίωμα να φανταστούμε ή έστω και να απαιτήσουμε κατάργηση της ιεραρχίας (επενδύοντας στην Ουτοπία). Η δυσκολία και το βάθος χρόνου είναι άλλο θέμα (εξάλλου, μόνο το βάθος του ουρανού είναι …έγχρωμο). Τα περί θώκων και κώλων, πάλι, υποδεικνύουν πλημμελή κατανόηση της οικολογίας. Ο θώκος υπάρχει όταν υπάρχει και κώλος για να τον καλύψει. Και πάλι, βέβαια, εξαρτάται από την αυστηρότητα του ορισμού. Μπορούμε να φανταστούμε άδειους θώκους αλλά όταν έλθει ο κώλος, αυτό που φανταστήκαμε δεν θα ταυτίζεται με τον κάτοχό του (του κώλου). Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να φανταστούμε άδειο πρωθυπουργικό θώκο (τον ιδεατό, δημοκρατικό υπηρέτη του λαού) αλλά μετά τις εκλογές και πάλι θα σηκώνουμε τις γροθιές μας. Το ίδιο και με τη δημοσίευση. Μπορούμε να φανταστούμε ιδανικά περιοδικά, αξιοκρατία, εμβριθή ανάλυση ποιητικής ποιότητος κλπ, αλλά μόλις το δημοσίευμα εμφανισθεί, θα αρχίσουμε και πάλι την κριτική μας. Αλήθεια, ποιος έχει το μέτρο της αξιοκρατίας στην ποίηση; Ποιος γνωρίζει το μέτριο και το άριστο; Η λύση είναι απλή: όποιος επιζητά τη δημοσιότητα γνωρίζει ότι θα γίνει διάσημος εντός ενός ετερόκλητου πλήθους και εντός μιας κοινωνίας που προχωρά μέσα από διαφωνίες, συμφωνίες, παραφωνίες και αφωνίες (κυρίως, τελευταία). Το αίτημα για αξιοκρατία είναι ωραίο και ως ωραίο θα έχει κάτι το άπιαστο. Εντέλει νομίζω ότι συμφωνείτε με τον κ. Αϊναλή, ορίζοντας διαφορετικά τους όρους της συμφωνίας σας. Εξάλλου, όπως κι εσύ ορθώς έγραψες, οι όρχεις μας είναι ενδιάμεσου μεγέθους επειδή όλο και κάποιος θα εποφθαλμιά το ταίρι μας κι επειδή κι εμείς θα ψάχνουμε τρόπο να ακουμπήσουμε άλλους κώλους. Διαφορετικά, ας μείνεις ποιητής κλειστών χώρων. Ο αγώνας για καλύτερα περιοδικά είναι νόμιμος μέχρις ότου φτιάξουμε δικό μας, οπότε δεν θα θέλουμε παρεμβάσεις από άλλους στο ποιοτικό μας έργο….
Χαιρετισμούς και κράτα ψηλά τη σημαία του Λόγου
Σπύρος Σφενδουράκης
Δάσκαλε, η χωροκρατικότητα (πρόκειται περί επίκτητης ιδιότητος;) των κοινωνιών των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (Wilson, 1975:555) μήπως έχει σχέση με το γεγονός της συσσώρευσης πλούτου εκ του τρόπου παραγωγής;
Και στην ποδιά της… ΠΟΙΗΣΗΣ σφάζονται παλικάρια!
Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο…
Στην υγειά σας και, προπάντων, στην ΠΟΙΗΣΗ.
Έστω κι αν επιμένω ότι ο Πλάτωνας δικαίως εξόρισε τους ποιητές από την ιδανική Πολιτεία του.
Monody, ευχαριστώ γιατί μου έδωσες μιαν άλλη οπτική περί των ζιζανίων.
Ανώνυμε, το χθεσινό ήταν πολύ καλύτερο. Επιφυλλάσσομαι για το εύγε στο επόμενο.
Κε Σφενδουράκη, αν και δεν είμαι φυσικός επιστήμονας, επικροτώ τον λόγο σας.
Γιώργη Μίχο, ευχαριστώ. Αν μου δώσεις και τον αριθμό του τεύχους, θα είμαι πανευτυχής.
Σ’ ευχαριστώ, Δημήτρη.
(Δεν είχα φύγει, πραγματικά, ποτέ…)
Δημήτρη, αν και το φόρουμ αυτό δεν αφορά την ανθρωπολογία ή τη βιολογία γενικότερα, οφείλω να σου απαντήσω ότι η χωροκρατικότητα στις κοινωνίες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών αφορά την υπεράσπιση της περιοχής της ομάδας ή/και του ιδιωτικού χώρου (π.χ. κατά το ζευγάρωμα). Το αίσθημα της ιδιοκτησίας είναι εγγενές στον άνθρωπο υπό τη συνθήκη της δυνατότητας παραγωγής ατομικού πλούτου (υπάρχουν σε πολλά ζώα τέτοιες υπό συνθήκη στρατηγικές), συνθήκη που ικανοποιείται συνήθως μετά την ανάπτυξη της γεωργίας. Επί της ουσίας, συμφωνούμε ότι στις σύγχρονες κοινωνίες το αίσθημα της ατομικής ιδιοκτησίας είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξαλειφθεί (ούτε καν απαραίτητο), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να προσανατολιστεί σε συγκεκριμένα πράγματα μόνο (π.χ. σπίτι, προσωπικά αγαθά κλπ) και όχι σε όλα (π.χ. μέσα παραγωγής, διαδικασίες συλλογικής λειτουργίας – όπως εκδόσεις κλπ). Το ίδιο εξάλλου γίνεται και με άλλες εγγενείς ιδιότητες, όπως η έκφραση ανταγωνιστικότητας και ομαδικότητας (π.χ. ποδόσφαιρο). Αλλά φτάνει με αυτά, ας αναλάβει και πάλι η ποίηση. Σταματώ.
Σπύρος Σφενδουράκης
Δάσκαλε, ευχαριστώ. Και βέβαια, συμφωνούμε περίπου τετραγωνικά.
Κατόπιν τούτου, απόμεινα με την ημιμάθεια της εξελικτικής θεωρίας και την απορία μου επί του πώς είναι δυνατόν η υπεράσπιση του “εγγενούς” στο κείμενο και τη στάση μου να συνάδει με τα περί “επίκτητων” του κ. Αϊναλή. Να σημειώσω, επίσης, ότι την έννοια του “θώκου” τη μετέφερα από την οικολογία, και, μοιραία, κατά τη μεταφορά, το σημαινόμενο υπέστη αλλαγές.
Ανώνυμε, αναφέρεστε στις επώνυμες ή στις ανώνυμες μαϊμούδες;
Ανώνυμε, δεν αμφιβάλλω ότι ανήκετε στους αλτρουϊστές, εξέχοντες επώνυμους που προστατεύουν φουκαραδοεπώνυμους με την ανωνυμία τους. Αυτά επί του μαϊμουδισμού.
Κατά τα άλλα, είστε ελεύθερος να θεωρείτε ότι η ανάλυση που αξιοποιεί βιολογικά δεδομένα είναι υστερία, ενώ αυτή που αξιοποιεί τις πολιτικές πεποιθήσεις και τις ιστορικές θεάσεις του υποκειμένου συνιστά τη νηφάλια και γαλήνια ματιά. Επί του θράσους, λόγος ουδείς. Περί μαϊμουδισμού εκ νέου ο λόγος.
αν και παραβλέπεται το “πνευματικόν” ατενώς , ως είδος τι ( μη ) δραστηριότητος.
Φίλτατοι, “αισθάνεσθαι” ή μήπως “αισθάνεσθε”; Nα δούμε ξανά και το υβρίδιον: “απόντων…πεποιθήσεων…θεάσεων”…Ιδού νεότευκτοι ΑΡΣΕΝΙΚΟΘΗΛΥΚΟΙ ΤΥΠΟΙ της λαλιάς μας! Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και ανδρόγυνες ποιεί… Ο πολυσχιδής δαίμων πάει παντού τελικώς…Εγκάρδια, εννοείται, πάντα.
Ανωνύμως, κύριε Βέη, όλα είναι επιτρεπτά (Σαββόπουλος)…
Είναι σχεδόν πάντα ευθύβολος,κύριε Λυκοτραφίτη, ο Δ. Σ…
Κύριε Βέη, κύριε Ανώνυμε,
“τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε /… /Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης, / αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία /και τί ζωή χωρίς αυτά …”
MAΪMOY
Η μουσική σκωπτική,
πεταχτή λαχανιασμένη.
Πήδα, πήδα μαϊμού
φουκαριάρα μαϊμού γερασμένη.
Αϊ λατέρνα,
αϊ καρδιά ακόμη
ένα τραγούδι.
Ω-ω Ω-ω Ω -ωω
δεν έχει τέλος
αυτό το πανηγύρι
χόρεψε τώρα
γύφτισσα καρδιά.
Γι’ αυτό το σκοπό
που βρωμάει παζάρι
και καπνό.
Γι’ αυτή γι’ αυτή την μαϊμού
που υποκλίνεται μετά
το χορό.
Άλλη μια κι άλλη μια
χειροκροτήστε άλλη μια,
ευχαριστώ-ευχαριστώ.
Ω-ω Ω-ω Ω-ωω
δεν έχει τέλος
αυτό το πανηγύρι
χειροκροτήστε άλλη μια.
Ευχαριστώ.
Διονύσης Σαββόπουλος
Eίναι οπωσδήποτε προτιμότερο να κατάγεσαι από το να είσαι.
Ανώνυμα σχόλια ψευδωνύμων πλημμελώς κατανοούντων τα διώνυμα και τα πολυώνυμα.
Οι μαϊμούδες μελετούν τον άνθρωπο τρώγοντας μπανάνες στο ζωολογικό κήπο της αυθαιρεσίας. Όσοι σπουδάζουν την υστερία είναι είτε ψυχίατροι είτε υστερικοί. Η αλαζονεία του αδαούς μεταμορφώνεται σε υπονοούμενη βεβαιότητα. Ποια ανθρωπολογία και ποια βιολογία; Απλώς η άκρη της μύτης μας δεν φθάνει τον καρπό της γνώσης. Δεν πειράζει, όμως. Μάλλον φταίει η νύχτα και την σπουδάζουμε…
Σπύρος Σφενδουράκης