
ΑΠΌ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: Π.Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΙΚΡΗ ΒΡΟΧΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ-ΛΙΒΑΝΗ 1990
ΛΑΥΡΕΙΟ
Στον Κόλλια Καββαδία
Aberalaw, του Cronin “Citadel”,
οχτάωρες της καμινίας βάρδιες,
κόγχες βαθουλωμένες, άδειες,
καινούριος Tμηματάρχης ο Blondel.
H “Παρασκευή” του Βλάσση αδειανή,
και το “Μπαούλο” στοιβαχτό, “χελώνες”.
Φωτοπλημμυρισμένες οι Κάβο-Κολώνες,
μα η κάθε μπούκα μια ιστορία σκοτεινή.
Ο Παύλος, ο Ματιάς κι ο Marriat,
μιλώντας και καπνίζοντας ολοένα,
καλαφατίζουνε του Sea Girl την καρένα,
αυτοί που μαστορεύουν τη φτυαριά.
Θα ʽρθει ο γιατρός καλέ μου, υπομονή!
Το φάρμακό σου πια το ξέρει, θα σʼ το δώσει…
(Το μολύβι τα σπλάχνα έχει πληγώσει
Και του αρσενικού οι κάτασπροι καπνοί).
Δασκάλα με τα ολόξανθα μαλλιά,
ποιός σε διαβάζει, ανοικτό βιβλίο;
Κι άλλους γητεύει το παλιό σχολείο
κι άλλων θερμαίνεται για σένα η αγκαλιά.
Μάτια που λάμπουνε τη νύχτα στο γυαλό,
στο “μαύρο” για να διώξουν τα φαρμάκια,
του Καραλή του κόψαν τα χεράκια,
η δυναμίτη τον εστοίχειωσε κουλό…
Της φτώχειας ο αγιάτρευτος καημός,
πως λιώνει τις ψυχές σʼ αυτό τον Άδη!
(Διακόσια μέτρα κάτω το πηγάδι)
Αχ, και να ʽρχότανε στην μπούκα ο λυτρωμός!…
Γονατιστός απόψε στʼ όραμά σου
για σένα Λαύρειο, δέομαι σιγαλά:
ομίχλη την ψυχή μου απαλά
τυλίγει, και την ΦΤΩΧΕΙΑ – τʼ όνομά σου!
1943
ΜΜΗ
Στον Ηλία Ελευθερουδάκη
Μας είδες όλους πόσο είμαστε μικροί
Ζούσαμε εκεί, υπηρετώντας μιαν ιδέα.
Με την αρρώστια εκάναμε παρέα
και με γυναίκες σε ώρα των πικρή.
Φορούσαμε άσπρες μπλούζες, σαν αγγέλοι
και περγελούσαμε το παν και το Θεό.
Καθένας έβλεπε στον άλλο έναν εχθρό
και φίλο μόνο αν είχαμε οφέλη.
Οι αδερφές (οι σπλαχνικές) μορφές κοινές.
Η Διευθύνουσα, μια ανόητη φαντασμένη.
Όλοι οι γιατροί ηθικά υστερημένοι
κι ο Διευθυντής, νευράκια και σκηνές.
Είμαστε θεοπρόβλητοι και “μύσται” -μα κακοί.
Mικροί-μεγάλοι ένα παράξενο κοπάδι.
Καμία ακτίνα στης Ψυχής μας το σκοτάδι,
Κανένα φως στο Μαιευτήριο-Φυλακή.
Αναδευόμαστε το ημερονύχτι με βρωμιές,
με τα αίματα της γυναίκας, που γεννούσε.
Κάθε μαθήτρια σαν βαριόταν, βλαστημούσε
τις αργοπορημένες τις νυχτερινές.
Οι συνδεσμοπηξίες, ο ρυθμός της διαστολής,
οι Wertheim, οι αποξέσεις –τι οδύνες!
Άρχιζε ο πρώτος ύπνος με μορφίνες
κι έφτανε ο τελευταίος με διαρκείς.
Δίχως νόημα, δίχως κανένανε σκοπό,
σπλάχνα κόβαμε και ράβαμε. Ιστορίες
Με τους στρεπτόκοκκους, τις αιμορραγίες
και τη βλακεία μας είχαμε όλο τον καιρό.
Και μια βραδιά, σʼ ένα κρεβάτι σηπτικό
ξεψύχησε η φτωχούλα η χαρά μας.
Α! Πως εζάρωσε από τότε η καρδιά μας,
και πόσο έγινε το ΜΜΗ πληχτικό…
Την άλλη μέρα, δίχως άργητα πολλή,
αποχαιρέτησες Ηλία, με ειρωνία
την ειδικότητα, το σκυλολόι, την αγωνία
και την προοπτική για τη ζωή μας, τη θολή.
Κάποια απασχόληση θα υπήρχε και για Σε.
Θάνατο οι καλυπτρίδες Σου δεν σκέπουν.
Τα μάτια Σου μόνο μικρόβια βλέπουν,
τʼ αντιδραστήρια μετρώνται με cc.
Aϊμα στα δάχτυλά Σου δεν θωρείς,
Οι πόνοι πια δεν φτάνουν ως τʼ αυτιά Σου.
Απλώνεις στα γυαλιά τα χρώματά Σου
κι οι αδερφές είνʼ υπηρέτριες της στιγμής.
Δεν θα ʽρθει πια ο Διευθυντής, ούτε η Ροδέα
να Σου ριχτούν με υστερικούς παροξυσμούς.
Χαίρεσαι τους δικούς σου λογισμούς
και παλιοτόμαρα δεν θα ʽχεις για παρέα
Α! Πόσο αξίζει ένας τέτοιος λυτρωμός,
Όλος αντρίκεια απόφαση κι ευθύνη!
Η Ανάγκη να μην Σε καταπίνει
και να σε ορίζει ο δικός σου ορισμός.
Μα τέτοιο θάρρος δεν εφώλιαζε σε μας.
Άδοξα κουβαλάμε το σταυρό μας,
κι από τον ίδιο μισητοί τον εαυτό μας,
βλάκες τιτλούχοι “με όλας τας τιμάς”.
Τα χρόνια βέβαια, να περάσουν δεν θʼ αργήσουν.
Τι θα ʽχει μείνει, Ηλία, απʼ όλα αυτά;
Η τύψη της μικρότητας, που φωναχτά
θα δείχνει όσους δεν θέλανε να ζήσουν…
Eπίμετρο
Ο Π. Π. Παναγιώτου ήταν γιατρός, και καθηγητής της Μαιευτικής και Γυναικολογίας στην Ιατρική Αθηνών επί σειρά ετών. Προς το τέλος της ζωής του εξέδωσε μια και μόνη ποιητική συλλογή, με τον τίτλο Πικρή βροχή, από τις εκδόσεις Λιβάνη (Νέα Σύνορα) 1990. Στο εισαγωγικό σημείωμα έγραψε πως το έκανε αυτό κυρίως για να αφήσει μια ποιητική συλλογή στα παιδιά του, μαζεύοντας κάποια ποιήματα που είχε για χρόνια κλεισμένα στα συρτάρια του.
Το πιο ενδιαφέρον ποίημα της συλλογής είναι το “Λαύρειο”, που το είχε αφιερώσει στον Κόλλια Καββαδία, τον γνωστό μας σήμερα ποιητή Καββαδία, ήδη από το 1943 όπου πιθανότατα είχαν γνωριστεί στην κατοχική Αθήνα. Το Λαύρειο μάλιστα εμφανίζει έντονες Καββαδιακές αναφορές και μιμείται εμφανώς το Καββαδιακό στυλ, κάτι που κατά κόρον έχει συμβεί στις μέρες μας, αλλά προφανώς δεν είχε ακόμη αρχίσει να γίνεται από το 1943.
Η αλληλεπίδραση του Καββαδία και του γιατρού Παναγιώτου εξάλλου φαίνεται και από το ποίημα Campeyʼs Water (συλλογή Πούσι, 1947) το οποίο ο Καββαδίας αφιέρωσε στον Παναγιώτου. (Περισσότερα για τη σχέση των δυο ποιητών θα βρείτε στο άρθρο μου: Ένα τραγούδι σε στυλ Καββαδιακό, που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 4).
Εκτός όμως από το Λαύρειο υπάρχουν και άλλα ποιήματα της συλλογής αυτής που τα βρήκα επίσης ενδιαφέροντα, και κυρίως το Μ.Μ.Η (Μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη) που παρουσιάζει τον κόσμο των γιατρών και των νοσοκομείων με έναν τρόπο που είναι απολύτως διαχρονικός και πλήρως αναγνωρίσιμος σε όσους από εμάς έχουμε υπηρετήσει ως γιατροί στα νοσοκομεία.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, κι επειδή η συλλογή αυτή πέρασε μάλλον απαρατήρητη και είναι δυσεύρετη (έχω εντοπίσει 1-2 ξεχασμένα αντίτυπα στο ράφι της Εστίας και μόνον) αποφάσισα να την παρουσιάσω σήμερα στο κοινό του Ποιείν, με την ελπίδα πως ίσως κάποιος ακόμη να ενδιαφερθεί, όπως εγώ, να ψάξει για τα ελάχιστα κυκλοφορούντα αντίτυπα…
ΥΓ: Δεν κατάφερα, παρά την αναζήτηση στο διαδίκτυο, να βρω πότε ακριβώς γεννήθηκε και πότε πέθανε ο Π. Π. Παναγιώτου. Βρήκα όμως ότι στο Μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη οργανώθηκαν σχετικά πρόσφατα σεμινάρια στη μνήμη του. Άραγε, οι συμμετέχοντες στα σεμινάρια γνώριζαν καθόλου πως τους είχε κάποτε αποκαλέσει (μην εξαιρώντας ούτε τον εαυτό του): “Βλάκες τιτλούχους με όλας τας τιμάς; “










Με τον Π.Π Παναγιώτου ο Νίκος Καββαδίας είχε γνωριστεί μετά που είχε γυρίσει ο ποιητής απο το μέτωπο.
μέχρι τότε ο Π.Π Παναγιώτου έψαχνε να μάθει πράγματα για τον Καββαδία γιατί τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Για αυτό μάλλον και η αφιέρωσή του Π.Π Παναγιώτου προηγείται (1943) από αυτή του Κόλλια (1947)
Αυτά από αναφορές ανθρώπων που είχαν γνωρίσει τον Καββαδία και κάπου μέσα στις ιστορίες του θα ήταν και ο γιατρός.
Μπράβο για την παρουσίαση
Και μόνον για το έξοχο ποίημα ΜΜΗ φτάνει…
Μα έχει άλλη κι άλλη όψη αυτός ο χώρος, η κοιτίδα, πόσων ανθρώπων το πρώτο κλάμα ξεκίνησε εκεί…
(Παν- Κλάμα, που λέει και Κάποια, τόσο μεγάλη κι όμως τόσο λίγο (….) αποδεκτή….κι αναρωτιέμαι αν εκείνο το “Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι/Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς/ όταν μένει/ Στην βαθιά μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω” να ταιριάζει σε αυτόν τον Ηλία Ελευθερουδάκη. Αν και μου φαίνεται ότι το δικό του ταξίδι ήταν πιο τελεσίδικο, πιο απόλυτο από αυτό του Ποιήματος που πιο πάνω ανέφερα)
Πικρή η ποίηση του Π.Παναγιώτου.
και τα δύο ποιήματα εξαιρετικά.
Πιό σπουδαίο ακόμη ,ότι το ήθος του το διαφύλαξε κλεισμένο στο συρτάρι .Εκεί τουλάχιστον τόν όρισε ο δικός του ορισμός.
Μπράβο στην Σ.Κολοτούρου για την φωνή πού μας γνώρισε.
Μιχάλη, με εντυπωσίασες, ήξερες για τη γνωριμία του Καββαδία με τον Παναγιώτου; Κι εγώ σε ανάλογα υποθετικά σενάρια γνωριμίας κατέληξα, αλλά δεν μπορούσα να τα διασταυρώσω.
Ignis, μια και έθεσες το θέμα του “ταξιδιού” του Ελευθερουδάκη, σε ιατρικό επίπεδο μπορώ να πω ότι, όπως το διάβασα εγώ, ο Παναγιώτου εννοεί ότι ο Ηλίας Ελευθερουδάκης ήταν γιατρός και συν-ειδικευόμενός του στη Μαιευτική-Γυναικολογία, και μην αντέχοντας το κλίμα και την πίεση της ειδικότητας, ύστερα από τον θάνατο κάποιας γυναίκας από σηπτικό σοκ τα βρόντηξε και αποφάσισε να γίνει μικροβιολόγος (εξ ου οι καλυπτρίδες και τα αντιδραστήρια).
Βεβαίως, σε ποιητικό επίπεδο ο συμβολισμός επεκτείνεται σε μια γενικότερη αλλαγή ζωής, ανάλογα πως το διαβάζει ο κάθε αναγνώστης.
(Και εδώ επανερχόμαστε στο ζήτημα που αν δεν κάνω λάθος εσύ έθεσες πρόσφατα εδώ στο Ποιείν, δηλαδή ότι μετά τη δημοσίευση ενός ποιήματος ο κάθε αναγνώστης δίνει τη δική του ερμηνεία ανάγνωσης, που μπορεί να ταυτίζεται με την σκέψη του ποιητή, αλλά μπορεί και όχι, άποψη με την οποία συμφωνώ κι εγώ).
Εφη Καλογεροπούλου: έθεσες ένα μεγάλο θέμα με το “συρτάρι” του ποιητή. Και η Emily Dickinson τα είχε όλα στα συρτάρια της και αποκαλύφθηκαν μετά το θάνατό της.
Δεν είμαι σίγουρη όμως αν συμφωνώ με αυτή την τακτική (ηθελημένη ή μη). Γιατί νομίζω ότι ο ποιητής χρειάζεται και την επικοινωνία με ομοτέχνους του και αναγνώστες, για να εξελίσσει τη γραφή του και να ανταποκρίνεται στα μηνύματα του καιρού του.
Σοφία Κολοτούρου ούτε εγώ έχω σαφή απάντηση για το πώς πρέπει ένας ποιητής να πράττει.
Ισως η κρίση και η έκθεση στό αναγνωστικό κοινό και στόν κύκλο των ομότεχνων άλλους να τούς εξελίσσει και άλλους να τούς εξαχρειώνει.
Ανάλογα με την φύση του ο καθένας ,άς πράττει.
Με την φύση του και την ευαισθησία του.
Φαντάζομαι ο Π.Παναγιώτου δέν ήθελε να εγγραφεί στούς ποιητές της ποιητικής γενιάς τής εποχής του,γιατί άν ήθελε θα είχε όλα τα προσόντα να το κάνει.Ως ρομαντικός της ζωής και της ποίησης προτίμησε μιά άλλη ίσως λιγότερο ματαιόδοξη στάση ζωής.Αυτό αισθάνθηκα διαβάζοντας την ποιησή του.και αυτό μου άρεσε.
Έφη δεν ξέρω αν είναι θέμα μόνον ματαιοδοξης ή μη στάσης. Ο ποιητής δεν έχει πρέπει. Απ την άλλη όποιος γράφει ποιήματα έχει πάντα έναν αναγνώστη δηλ. λίγο ή πολύ “σκέφτεται” τον ιδανικό αναγνώστη του και ενίοτε και παίζει μαζί του τα παιχνίδια της ποίησης. Επίσης, νομίζω, εμείς οι μελετητές κατατάσσουμε τους δημιουργούς σε γενιές ή σχολές -που λέγαμε παλιά- σε τάσεις κλπ και γενικά ομαδοποιούμε το προσωπικό και βάζουμε ετικέτες στη δημιουργία. Άλλοι μιλούν και μιλούν δηλ. εκδίδουν και εκδίδουν έχουν ή νομίζουν ότι έχουν να πουν, άλλοι δεν έχουν να πουν και σιωπούν.
Κυρία Κολοτούρου σας ευχαριστώ για την κατατοπιστική διευκρίνιση
Προφανώς παρερμήνευσα τους τελευταίους 2 στίχους, αυτό για την τύψη της μικρότητας. Η μικρότητα δείχνει αυτούς που επιλέγουν να δραπετεύσουν, ιδίως αυτούς που δραπετεύουν μην κλίνοντας το κεφάλι, μα κλείνοντας κεφάλαια. Δακτυλοδεικτούμενοι γίνονται, συχνά αφορίζονται. Κι έρχεται μετά η τύψη και τους προσδίδει αγιοσύνη. Εκ των υστέρων, πολύ εκ των υστέρων…
Αφού έχουν γίνει βορά σε συζητήσεις και καμώματα….αφού μικρότερους έχουν θρέψει μήπως “ψηλώσουν”…
(μα αυτοί είναι πλέον αλλού..)
Και να προσθέσω στην άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχετε, για το αναγνωστικό κοινό του ποιητή. Κατ’ εμέ -κι επιτρέψτε μου- ο ποιητής γράφει για τον εαυτό του. Απομονώστε τον από το κοινό του, κλείστε τον σε ένα δωμάτιο, στερήστε του το δικαίωμα να εκθέτει όλα αυτά που γράφει. Πάλι θα γράφει. Το μόνον που δεν πρέπει να στερηθεί, είναι η γραφίδα του. Ο ποιητής από εκεί αναβλύζει.
Μάλλον τελικά για αυτό γράφει, για κείνον. Είναι η θεραπεία του. Επειδή βαδίζει και δεν ίπταται. Κι ας τόσο το έχει ποθήσει.
συμφωνώ σε κάθε λέξη με την τοποθέτηση τής
Ignis .Στήν δεύτερη παράγραφο διατύπωσε με απόλυτη καθαρότητα ότι αποτελεί και δική μου αποψη γιά την σχέση ποιητή-αναγνώστη.Οπως και στο θέατρο, πιστεύω σκηνοθέτης πού στήνει παράσταση κλείνοντας “το μάτι στο κοινό “,έχει χάσει από χέρι.το ίδιο πιστεύω συμβαίνει και στήν ποίηση,και σε κάθε μορφή τέχνης.Ο καλλιτέχνης απερίσπαστός χαράζει τόν δικό του δρόμο ,τώρα άν συναντηθεί με τόν αναγνώστη στήν περίπτωσή μας έχει καλώς,ποτέ όμως δεν γράφει για τον άλλο ,μα για τόν ίδιο του τόν εαυτό………και πάντα από βαθύτερη εσωτερική ανάγκη Νομίζω ότι και εσύ br αυτό εννοείς.Ο ιδανικός αναγνώστης πού υπαινίσσεσαι είναι μιά άλλη περσόνα του ίδιου του ποιητή.εφεύρημα πού τόν αναγκάζει να συνομιλεί πάντα εσωτερικά?
αυτό δέν εννοείς?