
Προδημοσίευση.
Περιοδικό και Εκδόσεις Οδός Πανός
και εκδόσεις Σιγαρέττα
Αθήνα 2008
Mottetti
II
Molti anni, e uno piω duro sopra il lago
straniero su cui ardono i tramonti.
Poi scendesti dai monti a riportarmi
San Giorgio e il Drago.
Imprimerli potessi sul palvese
che s’agita alla frusta del grecale
in cuore… E per te scendere in un gorgo
di fedeltΰ, immortale.
Πολλά χρόνια και ένας πιο σκληρός πάνω απʼ την
ξένη λίμνη όπου φλέγονται τα ηλιοβασιλέματα.
Ύστερα κατέβηκες από τα βουνά για να μου ξαναφέρεις
τον Αϊ Γιώργη και το Δράκο.
Να μπορούσα να τους αποτύπωνα πάνω στη σημαία
που κουνιέται στο μαστίγωμα του γραίγου
στην καρδιά…Και για σένα στη δίνη
να έμπαινα μιας πίστης, αθάνατος.
1-2 :Πολλά χρόνια:Αυτά που έζησα πριν να σε συναντήσω, «μια συνάντηση» που όπως λέει ο Montale «έπρεπε να καθυστερήσει, στην συνέχεια, τριάντα χρόνια».
3-4 : πάνω απʼ την ξένη λίμνη:στην Ελβετία ίσως. Η γυναίκα και αυτού του Mottetto είναι μια «άρρωστη εξαιτίας της υπερβολικής αγάπης για τη ζωή, μετέωρη ανάμεσα στο όλα και στο τίποτα».
4: τον Αϊ Γιώργη και το Δράκο:σύμβολο της πάλης κατά του κακού. Ο Αϊ Γιώργης και ο Δράκος είναι τα σύμβολα της Γένοβας.
IV.
Μια μέρα ο Mirco (ψευδώνυμο του Montale), έμαθε ότι ο πατέρας της Clizia ήταν νεκρός, διαισθάνθηκε αυτόν τον πόνο και πιο πολύ τον έθλιβαν τα τρεις χιλιάδες μίλια που τον κρατούσαν μακριά, πολύ μακριά απʼ αυτό το πένθος. Και του φάνηκε ότι όλες οι ανησυχίες και οι κίνδυνοι της περασμένης του ζωής συνέκλιναν προς αυτή την Clizia που τότε του ήταν άγνωστη, προς μια συνάντηση που έπρεπε να καθυστερήσει, τελικά τόσα χρόνια. Ίσως, έλεγε, ο πόλεμος με φύλαξε κυρίως απʼ αυτό : διότι χωρίς την Clizia η ζωή μου δεν θα είχε κανένα νόημα, κανένα προορισμό.
Ανέσκαψε το παρελθόν, είδε ξανά ορισμένα χωριά κάτω από το βουνό Corvo· ξαναβρήκε τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο αλλά ήδη βοηθούμενος , ασυναίσθητα, από το αστέρι της Clizia, από την ομπρελίτσα του ηλιοτροπίου. Εκείνη την μέρα ο Μίρκο καθισμένος σε ένα καφέ , και στο περιθώριο μιας εφημερίδας έγραψε αυτούς τους στίχους και τους έριξε στον άνεμο.
Lontano, ero con te quando tuo padre
entrς nell’ombra e ti lasciς il suo addio.
Che seppi fino allora? Il logorμo
di prima mi salvς solo per questo:
che t’ignoravo e non dovevo: ai colpi
d’oggi lo so, se di laggiω s’inflette
un’ora e mi riporta Cumerlotti
o Anghιbeni – tra scoppi di spolette
e i lamenti e l’accorrer delle squadre.
Μακριά, μαζί σου ήμουνα όταν ο πατέρας σου
μπήκε στη σκιά και σʼ άφησε το αντίο του.
Τι ήξερα μέχρι τότε· το σαράκι
το πρώτο μʼ έσωσε μόνο γιʼ αυτό:
που σε αγνοούσα και δεν έπρεπε: στα χτυπήματα
του σήμερα το ξέρω, αν από κει κάτω λύγιζε
μια στιγμή και μου ξανάφερνε το Cumerlotti
ή το Anghιbeni – μέσα σε οβίδες που σκάνε
σε βογκητά και σε φρουρούς που τρέχουν.
1. Μακριά, μαζί σου ήμουνα: απουσία-παρουσία της αγαπημένης γυναίκας.
2.δες τη συλλογή η Μπόρα στ.19-22
Όπως τότε / που γύρισες και με το χέρι, καθάρισες/ το μέτωπο από το σύννεφο των μαλλιών,/με χαιρέτησες- και τότε μέντα σε πήρε η σκοτεινιά.
7-8. Cumerlotti, Anghιbeni:χωριά της Vallarsa, στους πρόποδες του βουνού Corvo,όπου ο Μontale είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης.
8. οβίδες: συνεκδοχή για τις βόμβες·
VI.
Ένα καλοκαιρινό απόγευμα, ο Μίρκο (ψευδώνυμο του Montale) βρισκόταν στην Μόντενα και περπατούσε κάτω από τις στοές. Ήταν μια μέρα χαρούμενη για έναν άνθρωπο όχι χαρούμενο. Και ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά του ένας γέρος με στολή γεμάτη σιρίτια που τραβούσε με μια αλυσίδα δύο απείθαρχα σκυλάκια χρώματος σαμπανιζέ, δυο μικρά σκυλιά που με την πρώτη ματιά δεν φαινότανε ούτε λυκόσκυλα ούτε Bassotti (ράτσα σκύλου), ούτε Volpini (ράτσα μικρού σκυλιού). Ο Μίρκο πλησίασε τον γέρο και τον ρώτησε : «Τι σκυλιά είναι αυτά ;» Και ο γέρος του απαντάει ψυχρά και αλαζονικά : «Δεν είναι σκυλιά , είναι siacalli» (sciacalli στην τοπική διάλεκτο).
Η Clizia αγαπούσε τα παράξενα ζώα. Πόσο θα χαιρόταν να τα δει, σκέφτηκε ο Μίρκο. Και από κείνη την μέρα όταν στο μυαλό του ερχόταν η πόλη της Μόντενα την συνέδεε πάντα με την ιδέα της Clizia και των δύο sciacalli. Παράξενη έμμονη ιδέα.
Ένα βράδυ ο Μίρκο πήρε ένα μολύβι και ένα εισιτήριο του τραμ και έγραψε αυτές τις γραμμές [τους στίχους 1-7 αυτού του Mottetto] , μέχρι τη λέξη ανταύγεια της δεύτερης στροφής και έβαλε τελεία. Σταμάτησε , έσβησε την τελεία και την άλλαξε με άνω και κάτω τελεία, γιατί ένιωθε ότι χρειαζόταν ένα παράδειγμα που θα μπορούσε να είναι και στο κλείσιμο. Και τελείωσε έτσι [στ.8-10].Έβαλε την παρένθεση επειδή ήθελε να απομονώσει το παράδειγμα και να προσδώσει ένα διαφορετικό τόνο στη φωνή, το ξάφνιασμα μιας απόκρυφης και μακρινής ανάμνησης. Χρόνος σύνθεσης 1937.
La speranza di pure rivederti
m’abbandonava;
e mi chiesi se questo che mi chiude
ogni senso di te, schermo d’immagini,
ha i segni della morte o dal passato
θ in esso, ma distorto e fatto labile,
un tuo barbaglio:
(a Modena, tra i portici,
un servo gallonato trascinava
due sciacalli al guinzaglio).
Η ελπίδα και μόνο να σε ξαναδώ
με εγκατέλειπε·
κι αναρωτήθηκα αν αυτό που μου κλείνει
κάθε έννοια δική σου, οθόνη προβολής ,
έχει τα σημάδια του θανάτου ή από το παρελθόν
είναι σʼ αυτό, αλλά παραμορφωμένη και εφήμερη
μια ανταύγεια δική σου:
( στην Μόντενα, μέσα στις στοές
ένας υπηρέτης με γαλόνια τραβούσε
δυο τσακάλια απʼ το λουρί).
XIII.
Μια καρναβαλική επαμφοτερίζουσα Βενετία, αλά Hoffmann: οπτασία του μαύρου – κατραμιού και της κόκκινης- παπαρούνας, αλλά επίσης , και πιο πολύ, ένα είδος του Άδη όπου ένα « απατηλό τραγούδι» θέτει σε κίνδυνο το ταξίδι του Ορφέα στην αναζήτηση της Αγαπημένης. Δημοσιεύτηκε μαζί με το ποίημα «Το μπαλκόνι» τον Φεβρουάριο του 1939 στο περιοδικό Corrente με τον τίτλο Η Βενετία του Hoffmann και η δική μου· την δημοσίευση την συνόδευε η ακόλουθη «Σημείωση του Συγγραφέα ». «Αυτά τα ποιήματα προορίζονται να τυπωθούν μαζί με άλλα κάτω από τον γενικό τίτλο Mottetti και θα χωρίζονται μόνο από έναν αύξοντα αριθμό. Ο σημερινός, καθαρά ενδεικτικός, τίτλος θέλει να είναι ο ανακλαστήρας μια στιγμής, ένα υπονοούμενο και μακάρι ένα κλειδί προσφορά στον αναγνώστη (αν βέβαια το έχει ανάγκη).Το «απατηλό» τραγούδι του πρώτου ποιήματος μπορεί να είναι το τραγούδι του Παντού, στην δεύτερη πράξη των Διηγημάτων του Hoffmann ( δες την σημείωση στ.3 του παρόντος ποιήματος )· όμως το μοτίβο του ποιήματος δεν είναι μανιέρα. Από την καθαρή έμπνευση δεν μπορώ, δυστυχώς να κερδίσω τίποτα». Γράφτηκε το 1938.
La gondola che scivola in un forte
bagliore di catrame e di papaveri,
la subdola canzone che s’alzava
da masse di cordame, l’alte porte
rinchiuse su di te e risa di maschere
che fuggivano a frotte –
una sera tra mille e la mia notte
θ piω profonda! S’agita laggiω
uno smorto groviglio che m’avviva
a stratti e mi fa eguale a quell’assorto
pescatore d’anguille dalla riva.
Η γόνδολα που γλιστράει μέσα σε μια δυνατή
λάμψη από παπαρούνες και κατράμι,
το απατηλό τραγούδι που ανέβαινε
από σωρούς σκοινιών, οι μεγάλες πόρτες
που πίσω σου κλείναν και γέλια μασκοφόρων
που φεύγανε σε ομάδες-
μια βραδιά μέσα στις χίλιες κιʼ η νύχτα μου
έγινε πιο σκοτεινή! Εκεί κάτω σαλεύει
μια άψυχη μάζα που μου δίνει σιγά-σιγά ζωή
και με κάνει να μοιάζω με κείνον τον αφοσιωμένο
ψαρά χελιών, στην όχθη.
3. « Το απατηλό τραγούδι» σημειώνει ο Montale, « μπορεί να είναι “το τραγούδι του παντού” στην δεύτερη πράξη των διηγημάτων του Hoffmann του Offenbach.Η θεατρική διδασκαλία βάζει τη σκηνή « στην Βενετία» με την ένδειξη « στοά σε γιορτή, σε ένα παλάτι στο Μεγάλο Κανάλι.- Ένα κανάλι στο βάθος προσιτό στις γόνδολες.- Ύψωμα προς το προσκήνιο.- κ.τ.λ. Ο Ιππότης Παντού δαιμονισμένο πνεύμα που θέλει με τρόπο δόλιο να εξαπατήσει τον ποιητή Hoffmann μέσω της ωραίας Ιουλιέτας ».
4. «Σωροί από σκοινιά πάνω σε κάποια ακτή. Οι πόρτες ήταν ψηλές. Βέβαια τον χώριζαν απʼ αυτήν. Αλλά όλα είναι χωρισμός στα Mottetti και αλλού».
5. Μάσκες : διφορούμενο ανάμεσα στις καρναβαλικές παρουσίες ( στο κλίμα ακριβώς του λιμπρέτου του Hoffmann) και σε παράξενα πρόσωπα.
Εισαγωγή στα Mottetti
Πρόκειται για είκοσι (εικοσιένα με «Το μπαλκόνι» το οποίο τέθηκε από τον ίδιο τον ποιητή ως εισαγωγικό ποίημα όλης της συλλογής Οι Περιστάσεις , στην οποία ανήκουν και τα Μottetti) ερωτικά λυρικά ποιήματα που όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής στάλθηκαν «με τα φτερά της φαντασίας» σε μια Clizia (I. B.) που ζούσε γύρω «στα τρεις χιλιάδες μίλια μακριά». Η μυστηριώδης I. B. είναι η Iris Brandais(1905-1990),μια νεαρή Εβραία πρόσφυγας κατά τις διώξεις των Εβραίων, της οποίας το όνομα γεννά στον ποιητή μια σειρά από εικόνες που συνδέονται με την ζέστη και τον πάγο ( στα αγγλικά “ice” ). Ο Montale γνώρισε την Irma Brandeis το ʼ33, όταν η νεαρή ιταλιανίστρια [συγγραφέας μιας μελέτης για τον Δάντη : The Ladder of Vision, 1961] πήγε για να τον συναντήσει στο Gabinetto Viesseux όπου ο Montale ήταν διευθυντής. Η σχέση τους , στην ουσία πνευματική, διήρκεσε μέχρι το 1939. Η Irma γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη το 1905 από εβραϊκή οικογένεια με αυστριακή καταγωγή.
Η Clizia στην μυθολογία ήταν κόρη του Ωκεανού και αγαπημένη του Ήλιου, που ζήλεψε η Λευκοθέα και εξ αιτίας του θανάτου της εγκαταλείφθηκε από τον Ήλιο και μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο. Η Clizia είναι λοιπόν ένα σύμβολο μιας γενναίας αφοσιωμένης αγάπης. Στα Mottetti πράγματι ( ένα μικρό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα τα ορίζει ο Montale ) είναι παρούσα η τυπική κατάσταση κάθε λυρικού ποιητή που ζει πολιορκημένος από την απουσία –παρουσία μιας μακρινής γυναίκας. Κατάσταση που εκτείνεται πέρα από τα όρια αυτής της μουσικής σουίτας, γεγονός που καθιστά τη συλλογή Περιστάσεις ( και θα μπορούσαμε να πούμε και όλη την ποίηση του Montale) «ένα μεγάλο ποίημα της απουσίας και του χωρισμού».
Τα Mottetti γράφτηκαν μεταξύ του 1934(Ι-ΙΙΙ) και του 1939(V), «Το μπαλκόνι» όμως είναι του 1933· και ανάμεσα σʼ αυτά τα άγνωστης ημερομηνίας, το XII (που προστέθηκε στα άλλα, μαζί με το V, μόνο στην δεύτερη έκδοση) είναι ίσως των αρχών του 1940. Έτσι, εάν η Clizia, παραλήπτης για πολλά χρόνια στην ποίηση του Montale ανάμεσα στις Περιστάσεις και στην Μπόρα είναι στην βάση της έμπνευσης σχεδόν όλων των ποιημάτων της σειράς που προστέθηκαν, τέσσερα ( δηλαδή τα Mottetti με νεότερη ημερομηνία, προγενέστερα όμως του 1937) είναι για να τον οδηγήσουν ,σύμφωνα με τα λεγόμενα του ποιητή, σε δυο άλλες γυναίκες. Η μία, στο «Μπαλκόνι», είναι «ένα πρόσωπο που πέθανε πολύ νέα, από μια ανίατη ασθένεια»( πρόκειται για την Anna των Uberti , την φίλη του ποιητή με την οποία περνούσε τα καλοκαίρια του στο Monterosso την περίοδο 1920-1924, η οποία έζησε στην πραγματικότητα μέχρι το 1959, αλλά θεωρούμενη νεκρή από τον ποιητή ύστερα από τον οριστική τους απομάκρυνση).
Η άλλη γυναίκα, με την οποία σχετίζονται τα τρία πρώτα mottetti (που και χρονολογικά παρεμβάλλεται ανάμεσα σʼ αυτή την «αχνή» δημιουργία, την «σημαδεμένη από τον θάνατο», και την Clizia, πολύ πιο «αποφασιστική, σταθερή , σίγουρη για τον εαυτό της και για την αποστολή της, ενεργητικά ζωντανή»είναι αυτή που του ενέπνευσε αρκετά ποιήματα όπως το «Σπίτι στην Θάλασσα» και τη «Χρυσαλίδα» της συλλογής τα Κόκκαλα της σουπιάς και του ποιήματος «Κάτω από την βροχή» της συλλογής oι Περιστάσεις), είναι μια γυναίκα περουβιανής καταγωγής που ο ποιητής γνώρισε στην Φλωρεντία το 1929-30 και η οποία ζούσε στην Γένοβα.
Τα Mottetti είναι η βάση μιας αρκετά μεγάλης ποιητικής μνήμης: από τον Pascoli και τον Dʼ Annunzio μέχρι τον Carducci, αλλά και τον Dante, τον Manzoni, τον Shakespeare, τον Baudelaire και άλλους.
Με τον όρο mottetto δηλώνεται , συγκεκριμένα, μια πολυφωνική μουσική φόρμα της εκκλησιαστικής μουσικής , που αναπτύχθηκε από τον XIII αιώνα με διάφορες μορφές· στην λογοτεχνία , χαρακτηρίζει μια ποιητική σύνθεση σύντομη και αποφθεγματική, λαϊκού τόνου , που λείπει στον Montale ο οποίος το αναμόρφωσε πλήρως: η συντομία παραμένει, αλλά δεν υπάρχει τίποτε το λαϊκό.
Τα Mottetti είναι μια από τις πιο εξαιρετικές στιγμές της ποιητικής τέχνης του Montale με νότες αυθεντικής δεξιοτεχνίας. Οι δύο σύντομοι χρόνοι στους οποίους ο ποιητής προσπαθεί να δημιουργήσει, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, είναι γενικά προσδιορισμένοι από δυο διαφορετικές ηχοχρωματικές βαθμίδες, και κάποιες φορές από δυο διαφορετικές ρυθμικές κινήσεις.
Τα Mottetti μπορούν να χωριστούν με διάφορα κριτήρια. Σύμφωνα με το χρονολογικό κριτήριο χωρίζονται εύκολα σε δυο ομάδες:οι πρώτες τρεις συνθέσεις πηγαίνουν στο 1934, όλα τα άλλα ποιήματα είναι της περιόδου 1937-39. Σύμφωνα με τον μελετητή De Robertis τα Mottetti μπορούν να χωριστούν και σύμφωνα με τον ρυθμό τους.










Αγαπητέ μου Γιώργο Μίχο
Θα είσαι ο πρώτος που θα λάβει το βιβλίο.Θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον να δούμε και τα ποιήματα του Γκιγιέν.Θα προσπαθήσω να τα βρω στην ιταλική τους εκδοχή.
Γιώργο βρήκα πολλά ποιήματα του Γκιγιέν στα ιταλικά.Παραθέτω ένα που μου άρεσε.
Νίκολας Γκιγιέν
Epitaffio per Lucia
Muta e provinciale se ne ando via. Con gli occhi pieni di gelida pace,
di pioggia lenta e lenta melodia. La sua voce, cristallo smerigliato, annunciava una gran luce nascosta.
Si chiamò, la chiamavano vagamente Lucia… (In questo breve marmo è riposta tutta la sua biografia).