
ΠΕΖΟ Α΄
Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απʼ το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. Απʼ το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών . αναριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου.
Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο . μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος.
Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω…
Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα- βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου-πληγή για τα μάτια μου.
Μες στο ναό, αμήχανος-σα Θεός χωρίς πιστούς…, σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι . κανείς δεν το τραβάει, μήπως και δεν τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θʼ αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν.
Και σα να ʽθελα να μπω σʼ ένα τούνελ του χρόνου που θα ʽβγαζε σʼ εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απʼ τον Επιτάφιο.
ΠΟΙΗΜΑ Α΄
Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στʼ αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απʼ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τʼ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά νʼ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απʼ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απʼ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απʼ την ευτυχία μου…
Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θʼ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»
ΕΓΚΩΜΙΟ Α΄
Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.
Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα νʼ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;
Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σα θα μπεις…
Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά.
Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απʼ τα χείλη των νεκρών.
Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.
Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε , λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.
Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…
Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απʼ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…
Οι καρδιές πώς σπάγαν…,για να σμίξουν μαζί,
κι απʼ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.
Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τʼ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…
Άνοιξη θα είναι που θʼ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!










Για τις 4 επόμενες μέρες ο υποφαινόμενος αναλαμβάνει εφημερία σαιτάρχη
Καλές γιορτές σε όλους
Ο Δυτικός πολιτισμός μας συνεχώς προσπαθεί να μας απομακρύνει από την ιδέα του θανάτου. Μια μεγάλη Παρασκευή μας έχει μείνει πια -ή οι προσωπικές μεγάλες Παρασκευές του καθενός μας- για να αναλογιστούμε την έννοια του θανάτου.
Ο Γιάννης Κυριαζής στο τελευταίο του βιβλίο πέτυχε να εκφράσει την απώλεια, το πένθος, αλλά και την ελπίδα για το επέκεινα (όσοι έως θανάτου αγάπησαν θα ξαναγκαλιαστούνε ζωντανοί).
Γιάννη σε ευχαριστούμε που μας θυμίζεις όλα όσοα τείνουμε να ξεχνάμε – και ακόμη που προσφέρεις μια άλλη οπτική των πραγμάτων και στους αιωνίως πεσιμιστές και μηδενιστές σαν κι εμένα…που δεν πιστεύουν στο επέκεινα…
Δεν πρέπει να φταίει το κλίμα των ημερών. Εξάλλου ποτέ δεν υπήρξα θρήσκος για να μπορώ να πω πως επηρεάζομαι από τις ημέρες.
Το βιβλίο το διάβασα μονορούφι, δεν είναι και μεγάλο. Το διάβασα τρεις και τέσσερις φορές μέσα σε δύο ημέρες. Κάποιοι στίχοι με τσίμπησαν χωρίς να το περιμένω:
“Με σηκώνεις σαν το Λάζαρο απ’ τον τάφο
κουρασμένο από τις τόσες αναστάσεις του”
“Έρως ανέστη εκ νεκρών”
“Θρηνούν για όσα ζήσαν και ζουν για όσα θρηνήσαν
τα πάθη της ψυχής τους”
Αλλά και στροφές ολόκληρες, μουλιασμένες στο “αχ” της στέρησης, της απώλειας και της προδοσίας, βαριά χαρακτηριστικά μιας ελληνικότητας που δεν κάνει διακρίσεις στους φορείς της. Η προσωποποίηση του χρόνου (με Χ κεφαλαίο παρακαλώ) και η ανελέητη συμπεριφορά του απέναντι στους πάντες μοιάζει να είναι κύρια συνιστώσα αυτής της ποιητικής σύνθεσης:
“Ο Χρόνος, ανελέητος, μ’ ένα φανάρι και με βραχνή φωνή τριγυρνά στους δρόμους κι εξαναγκάζει τους εναπομείναντες περαστικούς να τον ακολουθήσουν ως την πομπή. Γύρω απ’ το λαιό του, ένας κόκκινος κύκλος. Ακούω στις τσέπες του να κουδουνίζουν τ’ αργύρια. Τόσους αιώνες δεν είχε πού να τα ξοδέψει…”
Είναι Εκείνος επίσης που ευθύνεται για τις “ακατάσχετες μνημοραγίες” του Γιάννη και του κάθε αναγνώστη που βιώνει όσα τον βαραίνουν μέσα από την Παραφορά του Ερωταφίου. Είναι εκείνος που βασανίζει εδώ κι αιώνες όσους, χωρίς ποτέ να το επέλεξαν, ζουν την κάθε τους ημέρα μέσα από τις αναμνήσεις. Είναι Εκείνος που τους γεμίζει το αίμα με την επιθυμία της λησμονιάς και την ουσία της εκδίκησης. Λοτός δεν υπήρξε ποτέ και η εκδίκηση θα πολεμηθεί με στίχους:
“Σκαμνί έχω το παρόν μου, σχοινί το παρελθόν μου
και για κλαδί το μέλλον.
Χρόνε, ψυχρέ, προδότη, Ιούδα Ισκαριώτη,
να σε κρεμάσω θέλω.
Σ’ ό,τι κι αν αγαπήσω, μαθαίνεις πώς να δώσει
φιλί της προδοσίας.
Μα όμως δε σ’ αντέχει ούτε κι αυτό- για σκέψου!-
και σπάει το σχοινί μου.
Ερωτοκόνε Χρόνε, ως πότε θα διαβάζω το Δυσαγγέλιό σου;…”
Για μένα η Παραφορά του Ερωταφίου δεν είναι κατ’ ανάγκη μια ερωτική ποιητική σύνθεση. Δεν ξέρω καν αν έχουμε το δικαίωμα να της προσδόσουμε ένα μοναδικό χαρακτηρισμό. Για μένα είναι μια ωδή στην απώλεια και την προδοσία των ανθρώπων και ίσως κάποιες φορές του εαυτού μας. Οι θεοί που κηδέψαμε στη ζωή μας θα μας συντροφεύουν ως το θάνατό μας. Και λίγο παραπάνω.
ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΗ
Μύρισε Πάσχα
Στην καρδιά μου.
Μέθυσαν οι γκρεμοί μου
Ελπίδα.
Ο πόνος του ανήφορου
Αναστήθηκε.
Όχι, δε θα δακρύσω.
Η δική μου δοξολογία
Είναι μοναξιά και…
Σιωπή.
Η δική μου δοξολογία
Είναι πιο αληθινή απο…
Ποτέ.
Δοξολογώ το σκοτάδι με…
Σκοτάδι…
Μύρισε Πάσχα,
Στην πεινασμένη μου καρδιά.
Κάπου, μια χορωδία συναθροίζει το κλάμα.
Ο ανήφορος του πόνου
Αναστήθηκε.
Η δική μου σπονδή είναι μοναχική.
Φτάνει αιφνίδια στο βλέμμα Σου…
Δοξάζω το σκοτάδι με…
Σκοτάδι…
Πάνω στη μεγάλη στροφή του θανάτου Σου,
Αρπάζω το άρμα που γράφει,
Να Σε δω απο ψηλά,
Να Πεθαίνεις,
Μέγιστη Παρασκευή
Μέγιστη Οδός,
Για Μένα…
Aν έγραφα κριτικές για βιβλία ποιήσεως, θα τις τιτλοδοτούσα απαξάπασες-δε θα ‘ταν δα και πολλές. Για την “Παραφορά του Ερωταφίου”, για παράδειγμα, θα έδινα στην κριτική μου έναν ωραίο, κεφαλαιογράμματο, χορταστικό τίτλο
ΟΛΑ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ ΩΜΟ ΣΟΥ
και, κατόπιν, θα μονολογούσα. Θα ‘λεγα ότι έκτοτε του στίχου, οι πολυκατοικίες λυγίζουν τη μέση τους σα χυμώδεις ανθόκορμες χωριατοπούλες, καθότι έμαθαν να παιχνιδίζουν με τη μυρωσκιά τους. Θα ‘λεγα ότι τα ακάλυπτα ξέφωτα είναι πυξίδες της γερής αφής-ή μάλλον όχι, μαύρες τρύπες άπειρης βαρύτητας που έλκουν κόρες οφθαλμών καταπίνοντας αρνητικά φωτογραφιών. Το πού πέφτει, άλλωστε, το φως εξαρτάται από το χέρι που κρατά τον προβολέα. Το χέρι, εξάλλου, που κρατά τον προβολέα κατευθύνει την επισήμανση σ’ ‘ο,τι έχει ψηλαφήσει στο μαλακό σκοτάδι κι άλλες τέτοιες βλακείες…
κάποιους στίχους ντρέπεσαι να τους πιάνεις στο βρομόστομά σου.
Συγχαρητήρια, Γιάννη Κυριαζή. Σ’ όσους σε βλέπουν, συγχαρητήρια επίσης.
E X C E L L E N T !
Τι εξαίσιο ήταν αυτό, άφωνη μένω, στερεύουν οι λέξεις όλες μπρος την δύναμη που διαθέτουν ετούτες εδώ που είδα. Κατάστικτο ομορφιάς, δύσκολο να ξεχωρίσεις κάτι μέσα στα τόσα ρέοντα που έχει.
Ευχαριστώ σας που μου το γνωρίσατε, θα σπεύσω να το βρω να το διαβάσω .
Μα είναι ερωτικό, κάθε μέρα ο Έρως κηδεύεται. Σαν τον Ιησού κι αυτός, έρμαιο στα χέρια των οπαδών του, θρυμματίζεται.
Και δεν θα αγκαλιαστούνε ζωντανοί. Δεν γίνεται. Όταν έχεις αφήσει “ένα πλατύ ποτάμι να περάσει μέσα από τα δάκτυλά σου”, μόνον στην πέτρα μπορείς να ελπίζεις. Στην πέτρα και στην έρημο.
ΥΓ.
Τι Γολγοθά τραβούν κι όσοι δεν είναι θρήσκοι κι ούτε θα γίνουν ποτέ γιατί προτιμούν (σε όλους τους τομείς) την εξακρίβωση, τους τύπους των ήλων, από την δοθείσα και συμπαγή σαν λίθο άκαμπτη πίστη… δεν έχουν τίποτε να πιστέψουν ούτε καν μια αυτεπιβαλλόμενη ψευδαίσθηση. Σε τίποτε. Πόση ερημιά…
Αλλά δεν θα αλλάξουμε ποτέ. Η αλήθεια κόβει σαν πάγος, αλλά τουλάχιστον αυτή μόνη υφίσταται.
Τεντωμένη σαν σινδόνη με τους ήλους της καθημερινής σταύρωσης.
Να ευχαριστήσω το Ποιείν και τη Σοφία Κολοτούρου,που φρόντισαν για την ανάρτηση αυτού του ποστ,καθώς και όλους όσοι σχολίασαν την “παραφορά του Ερωταφίου”.
Να πληροφορήσω, για να αποφευχθεί η ταλαιπωρία όσων θα ψάξουν το βιβλίο, ότι μπορούν να το βρουν μόνο στο Βιβλιοπωλείο του Κονιδάρη,Τοσίτσα 1Α.
Και μια απαραίτητη διευκρίνιση:
η “παραφορά του Ερωταφίου” γράφτηκε από έναν άθεο…
Όσο για το στίχο “όσοι έως θανάτου αγάπησαν θα ξαναγκαλιαστούνε ζωντανοί” που μπορεί να παρεξηγηθεί,να πω εδώ ότι αυτά λέγονται από κάποιον που αλλού χαρακτηρίζεται….”βασιλεύς των ανιδέων”…
Καλά να περάσετε όλοι.