
Οι ποιητές της νέας χιλιετίας (Καθημερινή, 6-4-08)
Εκπρόσωποι της γενιάς – φουρνιάς του 2000 συναντήθηκαν σε ένα «Karaoke poetry bar» και μας θύμισαν τη δουλειά τους
Της Τιτικας Δημητρουλια
Η είσοδός τους στη λογοτεχνική σκηνή υπήρξε ορμητική. Oι πολυάριθμοι ποιητές που εμφανίστηκαν στα Γράμματα λίγο πριν και λίγο μετά το 2000, έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό – καθώς αποδείκνυαν ξανά, μετά την ύφεση της δεκαετίας του ’90, τη δύναμη της ποίησης και τη συνέχειά της, μας έδειχναν όπως λέει ο γνωστός ποιητής Γιάννης Βαρβέρης «ότι το Μαντείον δεν απέθανε και δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ».
2008 πια σήμερα, και αυτή η γενιά – φουρνιά του 2000 έχει ήδη συναντηθεί τον Νοέμβριο του 2007 στην πρώτη της κοινή εκδήλωση, το «Karaoke poetry bar», μια εγκατάσταση στην οποία η ποίηση συναντήθηκε με την περφόρμανς καιτοβίντεο(βλ. http://karaokepoesie.blogspot.com). Στο πλαίσιο της έκθεσης «Destroy Athens», λειτούργησε ένα καραόκε μπαρ όπου τα τραγούδια είχαν αντικατασταθεί από ποιήματα και τα βίντεο διερευνούσαν τους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μπορεί να συναντήσει τους αναγνώστες της, διατηρώντας την ανατρεπτικότητά της (ο κατάλογος κυκλοφορεί, εκδ. Futura).
Και μανιφέστα
Φυσικά, δεν ήταν όλοι εκεί, δεν είναι όλοι μια παρέα. Οι συμμετέχοντες όμως διακήρυξαν, μεταξύ άλλων πολλών, πως τους ενδιαφέρει:
«- Η ελεύθερη διακίνηση των κειμένων χωρίς συστολή ή αλαζονεία, με τόλμη, αυτογνωσία αλλά και ελάχιστο (ή περισσότερο) θράσος.
– Η εξερεύνηση τρόπων για την ποιητική εμπειρία πέρα από τη μοναχική ανάγνωση (που, πάντως, δηλώνεται η πιο σημαντική, και που δεν αντικαθίσταται με τίποτε άλλο).
– Η χειραφέτηση των ποιητών σε σχέση με την ιδιότητά τους, η δικτύωση μεταξύ τους για την ανάπτυξη διαλόγου και γόνιμων αντιπαραθέσεων […]
– Η συμφωνία ότι τα κείμενα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ονόματα. […]» (από το κείμενο-μανιφέστο της Κατερίνας Ηλιοπούλου: http:// www.e-poema.eu/dokimio.php?id=123).
Πολλοί από τους νέους αυτούς ποιητές έχουν ήδη περιληφθεί στις λίστες των λογοτεχνικών βραβείων ή έχουν ήδη βραβευτεί (Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Ελευθεράκης, Μαρία Τοπάλη, Θεώνη Κοτίνη, Δημήτρης Κοσμόπουλος). Ολοι συνεχίζουν να γράφουν, να μεταφράζουν ποίηση, να τη σχολιάζουν. Ενα στοιχείο κοινό στους περισσότερους είναι η προσήλωσή τους στη γλώσσα και η συνομιλία τους με την ελληνική και την παγκόσμια ποιητική παράδοση – σε αντίθεση με πολλούς από τους ομηλίκους τους πεζογράφους. Ενα δεύτερο, η έγνοια τους για την ποιητική. Ενα τρίτο, η διερώτησή τους περί της ταυτότητας, περισσότερο ή λιγότερο πολιτική. Εκεί τελειώνουν τα κοινά κι αρχίζει του καθενός η ιδιοπροσωπία. Πολλοί οι καλοί στη γενιά αυτή και κάποιοι αδικούνται από την αναπόφευκτη αυτή επιλογή (θα επανέλθουμε όμως στο μέλλον). Το ζητούμενο, πάντως, είναι η ποίηση αυτή να φτάσει στο κοινό της. Μένοντας στις τελευταίες συλλογές, αρχίζουμε με τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο («Πουλιά της νύχτας», Κέδρος). Ο Κοσμόπουλος καταθέτει μια ποίηση στιβαρή, εσωτερική, αγκιστρωμένη στον τόπο και το χνάρι της Ιστορίας, αρυόμενη από την παράδοση τη θεματική και μορφική της ποικιλία. Εστιάζοντας και αυτός στην ταυτότητα, τη συνέχεια, τη δημιουργία του εαυτού μέσα από τη σχέση με τον Αλλον, ο Δημήτρης Ελευθεράκης («Η στέππα», Νεφέλη) ψηλαφεί το συντονισμό του ανθρώπου και του ποιητή με την Ιστορία και συναιρεί την υπαρξιακή με την ποιητική αγωνία. Αντίστοιχα, στην ποίηση του Σταμάτη Πολενάκη («Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ», Οδός Πανός) η Ιστορία γίνεται μια αέναη διεργασία, απλωμένη στο παρόν και το μέλλον, και φωτίζει ένα τοπίο δηωμένο όσο και αισθητικά γόνιμο, μέσα στην έντονη διακειμενικότητά του.
O Βασίλης Ρούβαλης («Νότος», Κέδρος) γράφει μια ποίηση εμποτισμένη από το μύθο και την Ιστορία, ακολουθώντας αυτό που μένει κι αυτό που χάνεται, της ψυχής και των λέξεων. Ο Δημήτρης Αγγελής («Μυθικά νερά», Εκδόσεις των Φίλων), ποιητής της μυχιότητας, βιωματικός, με το βλέμμα στραμμένο στη θνητότητα αλλά και στη βία του σύγχρονου πραγματικού, συντονίζει τη μεταφυσική του αγωνία με το ενδιαφέρον για την ανθρωπινότητα στο χρόνο και στο χώρο. Τέλος, η Μαρία Τοπάλη («Λονδίνο και άλλα ποιήματα», Νεφέλη) αρθρώνει ένα λόγο πολιτικό, μετανεωτερικό και έμφυλο, μπολιάζοντας την προβληματική των σχέσεων με το μύθο και την αστική πολυχρωμία με την ξενότητα.
Εξεγερμένος, εξομολογητικός και παράφορος ο Γιάννης Στίγκας («Η όραση θα αρχίσει ξανά», Κέδρος), με εναργή εικονοποιία και ιδιαίτερο, κοφτό ρυθμό, ψάχνει τρόπους να γίνει το ποιητικό βλέμμα καίριο, ο ποιητικός λόγος δραστικός, να πυρπολεί εξαγνιστικά και να δημιουργεί εξαρχής το όραμα, να αγρυπνά για την πραγμάτωσή του. Εξίσου παράφορος, αλλά σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, ο Γιάννης Αντιόχου («Curriculum vitae», Μελάνι), αναζητά σπαρακτικά την ανέφικτη αθωότητα σε έναν κόσμο διάλυσης, οδύνης και εκπεσόντων αγγέλων και συναντά στη θέση της τα προσωπεία του θανάτου. Σε αντίθετη τροχιά κινείται η Μαριγώ Αλεξοπούλου («Το φθονόμετρο», Κέδρος). Μινιμαλιστική, με το διάλογο στο κέντρο της προβληματικής της, η ποίησή της σχολιάζει χαμηλόφωνα τη δύσκολη επικοινωνία, το στόμωμα του έρωτα, το απροσδόκητο της καθημερινότητας. Ο Χάρης Ψαρράς («Στην αγκαλιά του κύκλου», Κέδρος), αποτυπώνει με ρυθμικές εναλλαγές και ζωηρές στη σκοτεινότητά τους εικόνες τον κύκλο της φθοράς και της αναγέννησης, της πίστης και της διάψευσης, προσεγγίζοντας τα μικρά και τα μεγάλα από λοξές οπτικές γωνίες. Στοχαστικός κι ερωτικός ο λόγος του Κώστα Κουτσουρέλη («De arte amandi», Νεφέλη) ανατρέχει, με ποικιλία ρυθμών και τρόπων, στην παράδοση και εντέχνως την παρακάμπτει, αφορμάται από το βίωμα και το ανάγει σε φιλοσοφική διερώτηση. Τέλος, ο Γιώργος Λίλλης («Στο σκοτάδι μετέωρος», Μελάνι) προσηλώνεται στην αντοχή των υλικών, των πραγμάτων και των ανθρώπων, φωτίζει το απάγκιασμά τους στη μνήμη, διυλίζει το μάταιο της ανθρώπινης μοίρας.
Ιδιότυπα λυρικός, ο Βασίλης Αμανατίδης («4-D», Γαβριηλίδης) προσεγγίζει την υπαρξιακή αγωνία με τον τρόπο της ειρωνείας και τη συνδυάζει παιγνιωδώς με μια ειλικρινέστατη έγνοια για την αναπαράσταση και τους τρόπους της στη διακαλλιτεχνική του ποίηση. Θα κλείσουμε με μια πρωτοεμφανιζόμενη όσο και πολλά υποσχόμενη ποιήτρια, την Κατερίνα Ηλιοπούλου («Ο κύριος Ταυ», Μελάνι). Στέρεο ποίημα ποιητικής μαθητείας, «Ο κύριος Ταυ» ξαφνιάζει με το στέρεο της κατασκευής αλλά και τις ανάσες των εικόνων και των ρυθμών του. Καλή ανάγνωση!
Γιάννης Αντιόχου
Eκείνος
Κι έκανα να σηκωθώ
Γιατί δεν άντεχα τόση νύχτα
Και το κίτρινο είτε ήταν
Είτε δεν ήταν ήλιος
Τουλάχιστον διαπερνούσε το σκοτάδι
Κι είπες: «Αν μ’ αφήσεις θα πεθάνω.
Κάτσε αγάπη μου να πεθάνουμε μαζί.
Σςςς… Είναι Εκείνος
Δεν σταματά πουθενά»
Κι είπα: «Δεν έχω το κουράγιο»
Και πέθανες
Μα Εκείνος
-πόσο δίκιο είχες-
Δεν σταματάει πουθενά. […]
Κατερίνα Ηλιοπούλου
Η λεμονιά
Στον κήπο μου ζει μια λεμονιά
Την ποτίζω από απόσταση με το λάστιχο
Γιατί στην πραγματικότητα είναι μια τίγρης.
Oμως εκείνη μου καταφέρνει τις δαγκωματιές σε ανύποπτο χρόνο.
Συχνά ξυπνάω με φρέσκες πληγές
Κι ακόμα καμιά φορά όταν περπατώ μου γραπώνει το σβέρκο.
Oμως εγώ την αγαπώ.
Ποιo άλλο δέντρο χωνεύει τόσο δραστικά τη σιωπή για να συνθέσει τους καρπούς του;
Λεμόνι———–
Κέρινο τοτέμ του θανάτου
Αυτόφωτη λαγνεία.










Εύγε στην κ. Τιτίκα!
Σε 2 μόλις σελίδες καταφέρνει να παρουσιάσει τους ποιητές της νέας χιλιετίαςμ ως Κασσάνδρα. Δεν θα σταθούμε στα ονόματα.
Απλώς θα θυμηθούμε την ρήση του Έζρα Πάουντ…”αφήστε έναν νέο ποιητή στην ησυχία του…”
Οι λίστες είναι ευπρόσδεκτες…αλλά ποιός θα μας μιλήσει για αυτούς που δεν ανέβηκαν στο τρένο είναι άλλο ζήτημα…
Ας μεταφέρουμε την κουβέντα εδώ, αν δεν σας πειράζει…
Το τόπικ είναι ίσως πιο ενδιαφέρον από ένα απλό αφισάκι…
Η “λαϊκή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης” ή άλλως η “εσπρέσσο” του διαδυκτίου, είναι εδώ και σας περιμένει…
Στο χρόνο αναμονής επιτρέψτε μου να ακονίζω τα νύχια μου!
Λίστες υπάρχουν και για τους επιβαίνοντες και για τους μη. Οι επιβάτες (απλή φυσική, καθαρά ζήτημα χώρου και θέσεων) είναι πάντα θεαματικά λιγότεροι απ’τους πεζούς.
Όλα αυτά, απολύτως φυσιολογικά (την Πολιτεία την αφήνω στα στιχουργήματά μου, όπου η Ποίηση εκδίδεται με κρατική επιχορηγήση ολόκληρη, και κάθε άνθρωπος, ενασχολούμενος με στίχους, ξέρει διαφορετικούς ποιητές-όνομα δυο φορές-κι ας είναι Πάουντ-δεν τ’ ακούς).
Σαφώς και δεν ενδιαφέρουν τα ονόματα των επιβατών και των μη. Ενδιαφέρει ο τρόπος (το ΠΩΣ) εξασφαλίσθησαν τα εισιτήρια. Πώς εξασφαλίζονται τα εισιτήρια; Εις ποίον κισέ;
Μεγάλη δουλειά, πάντως. Όλοι οι Μεγάλοι έχουν διαβάσει Πάουντ. Στην Ελλάδα, εκτός αυτού, υπάρχει συνωστισμός Μεγάλων σε Κέδρο και Νεφέλη. Όλοι εκεί πάνε. Οι άλλοι πάνε αλλού. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες, δηλαδή, που λέει κι η αλώπηξ.
Στο μεταξύ, κάθε χρόνο εκδίδονται (για συρτάρια ανέκδοτα δε θα μιλήσω) εκατοντάδες βιβλία ποίησης. Εκατοντάδες. Εκατοντάδες.
Δε θέλω να σταθώ σε ονόματα.Μα από τότε που πέθανε ο Ελύτης,έχουν μειωθεί αισθητά οι προσδοκίες μου για ευχάριστα ξαφνιάσματα από το χώρο της ποίησης.
Χρυσές μετριότητες…
Η ποίηση πάσχει,όπως και κάθε άλλη τέχνη στις μέρες μας-κι αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια αν αξίζει να σκοτώνεται κανείς για δαύτη,όπως όλοι μας την καταντήσαμε…
Για να πεις τι φταίει,μάλλον χρειάζεται ολόκληρη κοινωνιολογική ανάλυση-και δε θεωρώ τον εαυτό μου ικανό να την κάνει…
Μπορεί να γράφονται σπανίως κάποια καλά ποιήματα,μα αναρωτιέμαι μερικές φορές αν αξίζει τόσος κόπος για να αναζητήσεις και τελικώς να βρεις λίγες φλούδες χρυσού-αν δεν πρόκειται τελικώς για “οφθαλμαπάτη”…
Αυτό το ποστ,σε συνδυασμό με τα συγκεκριμένα ποιήματα που παρατίθενται,επιβεβαιώνουν νομίζω του λόγου το αληθές.
Τυχαίο είναι άραγε που όσοι ασχολούμαστε με την ποίηση γυρνάμε και ξαναγυρνάμε σε Ελύτη,Σεφέρη,Καβάφη κτλ.;….
Κι ας μη μιλήσει κανείς για την αξία των ελασσόνων-γιατί εγώ τουλάχιστον ΑΠΑΙΤΩ από την ποίηση να μου προσφέρει το ΜΕΙΖΟΝ.
(Ποτέ δεν ήμουν αλαζόνας.Μα δεν μπορώ να μην πω αυτό:ποιήματα όπως αυτά τα δυο που παρατίθενται εδώ,μπορώ να γράψω εκατοντάδες μέσα σε μια μέρα.)
Η ποίηση κάνει μόνο “πρωταθλητισμό”-στο “μαζικό αθλητισμό” υπάγεται ο προφορικός λόγος,το πεζογράφημα,το δοκίμιο κ.ά.
Γι’ αυτό κι έχω υψηλές απαιτήσεις από αυτήν.
Φυσικά,δε με αφορούν καθόλου οι “υψηλές” επιδόσεις της από το “ντόπινγκ ” των δημοσίων σχέσεων και του αλισβερισιού.
Γιάννη, πόσα ποιήματα, άραγε, σαν αυτά
Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο
Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι
Ένα παιδί πεθαίνει
Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι
Εν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι
ή
Κάθε μέρα πέφτει
ένα μαύρο πέπλο
που το καίει ο ήλιος
το βράδυ
το φεγγάρι το ματώνει
κάθε βράδυ κερδίζω κερδίζω
ο θάνατός μου
απλώνει το χέρι
κάθε βράδυ κερδίζω κερδίζω
ή
Γκρίζος ουρανός
γκρίζος ουρανός
ουρλιαχτά
ουρλιάσματα
σπίτια σακαταμένα
μεσ’ στις καρδιές
σκοτεινοί βρόχοι
βράχοι από γυαλί
αόρατα κόκκινα
τραγούδια
γράφεις τη μέρα; Εγώ μπορώ χιλιάδες.
Και βέβαια, από μια τέτοια ρήση
“Φυσικά,δε με αφορούν καθόλου οι “υψηλές” επιδόσεις της από το “ντόπινγκ ” των δημοσίων σχέσεων και του αλισβερισιού.”
εκπορεύεται άπειρη διευκόλυνση της ανθολόγησης τους, της διδασκαλίας τους στα παιδιά, του απαθανατισμού τους.
Συγχώρεσέ με, δε, που το “όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο ώμο σου” μου αρέσει περισσότερο από το “έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη”.
Επίτρεψέ μου να σου πω ότι άποψη της παραγωγής έχεις πολύ περιορισμένη, για να είσαι τόσο αφοριστικός. Βάλε 300 (μπορεί να λέω λίγους) τίτλους το χρόνο. Σε μια 10ετία, 3000. Πόσους έχεις δει;
Πόσο, αλήθεια, εντύπωση μου κάνει, το μη αυτονόητο του γεγονότος ότι οι διαδικασία ανάδειξης ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ πρέπει να γίνεται αλλιώς…όχι έτσι.
Ποίηση αξιώσεων υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει στην Ελλάδα. Αρκεί να ερευνά κανείς και η έρευνα να μην περιορίζεται στην πρωτεύουσα και στους γνωστούς εκδοτικούς οίκους. Αυτή είναι η ποίηση της αγοράς. Εκτός από την αγορά υπάρχει και η μαστοριά και το μεράκι. Έτσι συμβαίνει σε κάθε τέχνη.
“άποψη της παραγωγής έχεις πολύ περιορισμένη, για να είσαι τόσο αφοριστικός”
Δεν έχεις καθόλου άδικο Δημήτρη…
Δεν έπρεπε να είμαι αφοριστικός.
Μα κάτι με πιάνει όταν προβάλλονται-δοξάζονται τέτοιες….ευκολολογίες από καθηγητές Πανεπιστημίων,”έγκριτους κριτικούς” κ.ά. υπεράνω υποψίας “επαΐοντες”….
Ξέρεις πόσες φορές αναρωτήθηκα τι δεν πάει καλά με το κριτήριό μου και δεν μπορώ να “αναγνωρίσω” κι εγώ τη σπουδαιότητα κάποιων που όλοι,λες κι είναι συνεννοημένοι,προβάλλουν;….
Τώρα πια έπαψα να αναρωτιέμαι.
To 1994 o Γ.Π. Σαββιδης (φτου κακα!..λογιος, μηδεποτε αντιεξουσιαστης-αριστερος-κομμουνιστης,
συμβιβασμενος) εγραφε:
“Eπειδή είχαν φρακάρει, εδώ και κάμποσον καιρό, τα δύο ράφια της βιβλιοθήκης μου, όπου στοιβάζονται, ύστερα από μια πρώτη διαλογή, οι ποιητικές συλλογές που λαβαίνω, αποφάσισα να κάνω μιαν εκκαθάριση. Άλλοτε, αυτή τροφοδοτούσε ένα εξοχικό τζάκι – «Προσφορά στον Ήφαιστο», όπως σε περαστική στιγμή αυτοκριτικής (1914) είχε τιτλοφορήσει μια συλλογή του ο Άριστος Kαμπάνης. Tώρα, απλώς εγέμισα μισή σακκούλα απορριμμάτων και διασώθηκαν καμιά σαρανταπενταριά συλλογές, που δεν είναι δα και του πεταμού – είτε επειδή έχουν αφιερώσεις καλών φίλων είτε διότι η τυπογραφία τους είναι εκτάκτως φροντισμένη.”
Ζώιλε (παραδέχεσαι;) έχεις δίκιο. Αφού κυκλοφορεί πολύ σκαρταδούρα, ας επιπλέει περισσότερη. Όλα είναι μια χαρά. Ζούμε στον παράδεισο. Οι άξιοι, έχουν απαξάπαντες προκριθεί. Οι άλλοι στα τζάκια.
Θυμίζω τι έπραττε ο Εγγονόπουλος όταν του έστελναν βιβλία που δεν του άρεσαν
Πηγαίνοντας την βόλτα του, στο πάρκο τα άφηνε (δεν τα εγκατέλειπε) σε ένα παγκάκι, να τα βρει κάποιος άλλος να τα διαβάσει
Δεν τα χρησιμοποιούσε προσάναμμα για το τζάκι
Υ.Γ. Έχει και η απόρριψη την λεπτότητά της
Θυμάμαι όταν στις αρχές της εφηβείας αγόρασα έναν από τους πρώτους μου δίσκους (το Dark side of the moon), ήθελα να τον επιστρέψω.
Τα τραγούδια, σκεφτόμουν, δεν ήταν καν σαφώς διαχωρισμένα μεταξύ τους.
Χαίρομαι, παρόλα αυτά, που δεν τον άφησα σε παγκάκι-τον κράτησα και επανήλθα.
ΥΓ: Έχει και η απόρριψη την αμφιβολία της (σα να έχει κέφια)
Ο Γ.Π. Σαββιδης σημερα δεν θα εκαιγε τιποτα. Ολες οι εκδοσεις ποιησης ειναι φροντισμενες και ολες φερουν αφιερωσεις καλων φιλων. Το καψιμο ειναι μια πραξη βδελυκτη–παραπεμπει στο Ολοκαυτωμα. Ο Γ.Π. Σαββιδης, ο κατεστημενος κριτικος, μαλλον ηταν κρυπτοφασιστας. Δεν υπηρχαν τοτε μπλογκ –που συσκευαζουν στα μπουκαλακια του Duchamp τα λογοτεχνικα απονερα– να τον βαλουν στη θεση του. Αυτος– αστος– συζητουσε με τον κομμουνιστη Αυγερη…
Ο Σικελιανος το 1914:
“Zω, και θα ζω εξω καθε πολεμικης, διοτι ειμαι φυσικα υπερανω. Η ενοτητα μου, καθως λεει ο Πλωτινος, βρισκει διεξοδο στο ανεκφραστο και εχει πια υποταξει ολες τις δευτερευουσες αξιες της ζωης μου”
και
“Ολος ο κοσμος των περιοδικων των Αθηνων μου διακειται εχθρικα για την επιμονη αρνηση μου να συνεργασθω.”
(Ποσο μου λειπει το: “μωρη κουρβα, πιανεις το Σικελιανο στο στομα σου”.)
Αν νομίζετε ότι τα ποιήματα είναι άψυχα
Ρωτήστε ένα βιβλιοθηκάριο πόσο δυσκολεύεται
να συνετίσει τα ποιήματα των ανωνύμων
Όταν τα επώνυμα ένδοξα αδέλφια τους
ανυποψίαστα κοιμούνται ,οι άτιτλοι φυγάδες
ανοίγουν τα φτερά τους, αναπεπταμένοι των σελίδων
Σημείωση: Γαραντούδειος ανθολογία. Από την Πάτρα μόνο δυο ποιητές
Εκείνη τη μέρα έλειπα από το Πολύεδρο για να τον ρωτήσω, πώς και δεν προσέκρουσε σε εκείνο τον τεράστιο βράχο της ποίησης (τον Χρίστο Λάσκαρη)
και διασώθηκε.
ΑΝΕΡΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
Υπάρχουν βιβλία
Που χέρι δεν τα χάιδεψε.
Έμειναν μια ζωή στο ράφι
ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
Ξέχασα και την παροιμία που ήθελα να υπενθυμίσω στον κ.Γαραντούδη
Εγώ γελάω μα δώδεκα και δεκατρείς γελάνε με μένα!!!
Όχι, Ζώιλε. Θα έκαιγε-παρεχτός, βέβαια, των άξιων, που υβρίζονται κατεστημένοι από mindless ατάλαντους, θρασείς ιντερνετίου.
Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός
Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κύριου καὶ εἰς τὸν Θρῆνον τῆς Θεοτόκου
Τὸν δι᾿ ἡμᾶς σταυρωθέντα δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν,
αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ ξύλου καὶ ἔλεγεν,
«Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Τὸν ἴδιον ἄρνα ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα
πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον ἠκολούθει ἡ Μαρία τρυχομένη
μεθ᾿ ἑτέρων γυναικῶν ταῦτα βοῶσα,
«Ποῦ πορεύῃ, τέκνον; τίνος χάριν τὸν ταχὺν
δρόμον τελέεις;
μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ,
κἀκεῖ νυνὶ σπεύδεις, ἵν᾿ ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσῃς;
συνέλθω σοι, τέκνον, ἢ μείνω σε μᾶλλον;
δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με,
ὁ ἁγνὴν τηρήσας με,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Οὐκ ἤλπιζον, τέκνον, ἐν τούτοις ἰδεῖν σε
οὐδ᾿ ἐπίστευόν ποτε ἕως τούτου τοὺς ἀνόμους ἐκμανῆναι
καὶ ἐκτείναι ἐπὶ σὲ χεῖρας ἀδίκως,
ἔτι γὰρ τὰ βρέφη τούτων κράζουσί σοι τὸ «εὐλογημένος».
ἀκμὴν δὲ βαΐων πεπλησμένη ἡ ὁδὸς
μηνύει τοῖς πᾶσι τῶν ἀθέσμων τὰς πρὸς σὲ πανευφημίας.
καὶ νῦν τίνος χάριν ἐπράχθη τὸ χεῖρον;
γνῶναι θέλω, οἴμοι, πῶς τὸ φῶς μου σβέννυται,
πῶς σταυρῷ προσπήγνυται
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ὑπάγεις, ὢ τέκνον, πρὸς ἄδικον φόνον
καὶ οὐδεὶς σοὶ συναλγεί, οὗ συνέρχεται σοὶ Πέτρος
ὁ εἰπῶν σοι,
«οὐκ ἀρνοῦμαί σε ποτέ, κἂν ἀποθνῄσκω».
ἔλιπέ σε Θωμᾶς ὁ βοήσας, «μετ᾿ αὐτοῦ θάνωμεν πάντες».
οἱ ἄλλοι Δὲ πάλιν, οἱ οἰκεῖοι καὶ γνωστοὶ
καὶ μέλλοντες κρίνειν τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, ποῦ εἰσιν ἄρτι;
οὐδεὶς ἐκ τῶν πάντων, ἀλλ᾿ εἰς ὑπὲρ πάντων
θνῄσκεις, τέκνον, μόνος, ἀνθ᾿ ὧν πάντας ἔσωσας,
ἀνθ᾿ ὧν πᾶσιν ἤρεσας,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Τοιαῦτα Μαρίας ἐκ λύπης βαρείας
καὶ ἐκ θλίψεως πολλῆς κραυγαζούσης καὶ κλαιούσης,
ἐπεστράφη
πρὸς αὐτὴν ὁ ἐξ αὐτῆς οὕτω βοήσας,
«Τὶ δακρύεις, μήτηρ; τὶ ταῖς ἄλλαις γυναιξὶ συναποφέρῃ;
μὴ πάθω; μὴ θάνω; πῶς οὖν σώσω τὸν Ἀδάμ;
μὴ τάφον οἰκήσω; πῶς ἑλκύσω πρὸς ζωὴν τοὺς ἐν τῷ ᾍδῃ;
καὶ μὴν καθὼς οἶδᾳς ἀδίκως σταυροῦμαι,
τὶ οὖν κλαίεις, μήτηρ; μᾶλλον οὕτω κραύγασον
ὅτι «θέλων ἔπαθεν,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ἀπόθου, ὦ μῆτερ, τὴν λύπην ἀπόθου,
οὐ γὰρ πρέπει σε θρηνεῖν, ὅτι κεχαριτωμένη ὠνομάσθης,
τὴν οὖν κλῆσιν τῷ κλαυθμῷ μὴ συγκαλύψῃς,
μὴ ταῖς ἀσυνέτοις ὁμοιώσῃς ἑαυτήν, πάνσοφε κόρη,
ἐν μέσῳ ὑπάρχεις τοῦ νυμφῶνος τοῦ ἐμοῦ.
μὴ οὖν ὥσπερ ἔξω ἱσταμένη τὴν ψυχὴν καταμαράνῃς.
τοὺς ἐν τῷ νυμφῶνι ὡς δούλους σου φώνει,
πᾶς γὰρ τρέχων τρόμῳ ὑπακούσει σου, σεμνή,
ὅταν εἴπῃς, «ποῦ ἐστιν
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Πικρὰν τὴν ἡμέραν τοῦ πάθους μὴ δείξῃς,
δι᾿ αὐτὴν γὰρ ὁ γλυκὺς οὐρανόθεν νῦν κατῆλθον
ὡς τὸ μάννα,
οὐκ ἐν ὄρει τῷ Σινᾷ, ἀλλ᾿ ἐν γαστρί σου.
ἔνδοθεν γὰρ ταύτης ἐτυρώθην, ὡς Δαυὶδ προανεφώνει,
τὸ τετυρωμένον ὅρος νόησον, σεμνή,
ἐγὼ γὰρ ὑπάρχω, ὅτι λόγος ὧν ἐν σοὶ σὰρξ ἐγενόμην,
ἐν ταύτη οὖν πάσχω, ἐν ταύτῃ καὶ σῴζω,
μὴ οὖν κλαίης, μῆτερ, μᾶλλον κράξον ἐν χαρᾷ,
«θέλων πάθος δέχεται
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
«Ἰδού», φησί, «τέκνον, ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν μου
τὸν κλαυθμὸν ἀποσοβῶ, τὴν καρδίαν μου συντρίβω
ἐπὶ πλεῖον,
ἀλλ᾿ οὐ δύναται σιγᾶν ὁ λογισμός μου,
τό μοι λέγεις, σπλάγχνον, «εἰ μὴ θάνω, ὁ Ἀδὰμ
οὐχ ὑγιαίνει»;
καὶ μὴν ἄνευ πάθους ἐθεράπευσας πολλούς,
λεπρὸν γὰρ καθήρας καὶ οὐκ ἤλγησας οὐδέν, ἀλλ᾿ ἠβουλήθης,
παράλυτον σφίγξας οὐ κατεπονήθης,
πῆρον πάλιν λόγῳ ὀμματώσας, ἀγαθέ,
ἀπαθὴς μεμένηκας,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Νεκροὺς ἀναστήσας νεκρὸς οὐκ ἐγένου,
οὐδ᾿ ἐτέθης ἐν ταφῇ, υἱέ μου καὶ ζωή μου,
πῶς οὖν λέγεις,
«εἰ μὴ πάθω, ὁ Ἀδὰμ οὐχ ὑγιαίνει»;
κέλευσον, σωτήρ μου, καὶ ἐγείρεται εὐθὺς κλίνην
βαστάζων.
εἰ δὲ καὶ ἐν τάφῳ κατεχώσθη ὁ Ἀδάμ,
ὡς Λάζαρον τάφου ἐξανέστησας φωνή, οὕτως καὶ τοῦτον,
δουλεύει σοι πάντα ὡς πλάστῃ τῶν πάντων,
τὶ οὖν τρέχεις, τέκνον; μὴ ἐπείγου πρὸς σφαγήν,
μὴ φιλῇς τὸν θάνατον,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου.
«Οὐκ οἶδᾳς, ὦ μῆτερ, οὐκ οἶδᾳς ὃ λέγω,
διὸ ἄνοιξον τὸν νοῦν καὶ εἰσοίκισοιν τὸ ῥῆμα ὃ ἀκούεις,
καὶ αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν νόει ἃ λέγω,
οὗτος, ὃν προεῖπον, ὁ ταλαίπωρος Ἀδάμ, ὁ ἀρρωστήσας
οὐ μόνον τὸ σῶμα ἀλλὰ γὰρ καὶ τὴν ψυχήν,
ἐνόσησε θέλων, οὐ γὰρ ἤκουσεν ἐμοῦ καὶ κινδυνεύει,
γνωρίζεις ὁ λέγω, μὴ κλαύσης οὖν, μῆτερ,
μᾶλλον τοῦτο κράξον, «τὸν Ἀδὰμ ἐλέησον
καὶ τὴν Εὕαν οἰκτεῖρον,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ὑπὸ ἀσωτίας, ὑπ᾿ ἀδηφαγίας
ἀρρωστήσας ὁ Ἀδὰμ κατηνέχθη ἕως ᾍδου κατωτάτου
καὶ ἐκεῖ τὸν τῆς ψυχῆς πόνον δακρύει.
Εὕα δὲ ἡ τοῦτον ἐκδιδάξασά ποτε τὴν ἀταξίαν
σὺν τούτῳ στενάζει, σὺν αὐτῷ γὰρ ἀρρωστεῖ,
ἵνα μάθωσιν ἅμα τοῦ φυλάττειν ἰατροῦ παραγγελίαν,
συνῆκας κἂν ἄρτι; ἐπέγνως ἃ εἶπον;
πάλιν, μήτηρ, κράξον, «τῷ Ἀδὰμ εἰ συγχωρεῖς,
καὶ τῇ Εὔᾳ, σύγγνωθι,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ῥημάτων δὲ τούτων ὣς ἤκουσε τότε
ἡ ἀμώμητος ἀμνάς, ἀπεκρίθη πρὸς τὸν ἄρνα,
«Κύριέ μου,
ἔτι ἅπαξ ἂν εἴπω, μὴ ὀργισθῇς μοι,
λέξω σοι ὃ ἔχω, ἵνα μάθω παρὰ σοῦ πάντως ὃ θέλω,
ἂν πάθῃς, ἂν θάνῃς, ἀναλύσεις πρὸς ἑμέ;
ἂν περιοδεύσης σὺν τῇ Εὕᾳ τὸν Ἀδάμ, βλέψω σε πάλιν;
αὐτὸ γὰρ φοβοῦμαι, μήπως ἐκ τοῦ τάφου
ἄνω δράμῃς, τέκνον, καὶ ζητοῦσα σὲ ἰδεῖν
κλαύσω, κράξω, «ποῦ ἐστιν
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ὡς ἤκουσε ταῦτα ὁ πάντα γινώσκων
πρὸ γενέσεως αὐτῶν, ἀπεκρίθη πρὸς Μαρίαν,
«Θάρσει, μῆτερ,
ὅτι πρώτη μὲ ὁρᾷς ἀπὸ τοῦ τάφου,
ἔρχομαι σοὶ δείξαι πόσων πόνων τὸν Ἀδὰμ ἐλυτρωσάμην
καὶ πόσους ἱδρῶτας ἔσχον ἕνεκεν αὐτοῦ,
δηλώσω τοῖς φίλοις τὰ τεκμήρια δείκνυς ἐν ταῖς χερσί μου,
καὶ τότε θεάσῃ τὴν Εὔαν, ὢ μῆτερ,
ζῶσαν ὥσπερ πρῴην καὶ βοήσεις ἐν χαρᾷ,
«τοὺς γονεῖς μου ἔσωσεν
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Μικρὸν οὖν, ὦ μῆτερ, ἀνασχοῦ καὶ βλέπεις,
πῶς καθάπερ ἰατρὸς ἀποδύομαι καὶ φθάνω
ὅπου κεῖνται,
καὶ ἐκείνων τὰς πληγὰς περιοδεύω, τέμνων ἐν τῇ λόγχῃ τὰ πωρώματα αὐτῶν καὶ τὴν σκληρίαν,
λαμβάνω καὶ ὄξος, καὶ ἐπιστύφω τὴν πληγήν,
τῇ σμίλῃ τῶν ἥλων ἀνευρύνας τὴν τομὴν χλαίνη μοτώσω,
καὶ δὴ τὸν σταυρόν μου ὡς νάρθηκα ἔχων
τούτῳ χρῶμαι, μῆτερ, ἵνα ψάλλῃς συνετῶς,
«πάσχων πάθος ἔλυσεν
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Ἀπόθου οὖν, μῆτερ, τὴν λύπην ἀπόθου,
καὶ πορεύου ἐν χαρᾷ, ἐγὼ γὰρ δι᾿ ὃ κατῆλθον
ἤδη σπεύδω
ἐκτελέσαι τὴν βουλὴν τοῦ πέμψαντός με,
τοῦτο γὰρ ἐκ πρώτης δεδογμένον ἢν ἑμοὶ καὶ τῷ πατρί μου,
καὶ τῷ πνεύματί μου οὐκ ἀπήρεσέ ποτε
τὸ ἐνανθρωπῆσαι καὶ παθεῖν με διὰ τὸν παραπεσόντα,
δραμοῦσα οὖν, μῆτερ, ἀνάγγειλον πᾶσιν
ὅτι «πάσχων πλήττει τὸν μισοῦντα τὸν Ἀδὰμ
καὶ νικήσας ἔρχεται
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
«Νικῶμαι, ὦ τέκνον, νικῶμαι τῷ πόθῳ
καί οὐ στέγω ἀληθῶς, ἵν᾿ ἐγὼ μὲν ἐν θαλάμῳ,
σὺ δ᾿ ἐν ξύλῳ,
καὶ ἑγὼ μὲν ἐν οἰκίᾳ, σὺ δ᾿ ἐν μνημείῳ,
ἄφες οὖν συνέλθω, θεραπεύει γὰρ ἑμὲ τὸ θεωρεῖν σε,
κατιδῷ τὴν τολμᾶν τῶν τιμώντων τὸν Μωσῆν,
αὐτὸν γὰρ ὡς δῆθεν ἐκδικοῦντες οἱ τυφλοὶ κτείναι σὲ ᾖλθον.
Μώσης δὲ τοιοῦτο τῷ Ἰσραὴλ εἶπεν ὅτι, «μέλλεις βλέπειν ἐπὶ ξύλου τὴν ζωήν»
ἡ ζωὴ δέ τίς ἐστιν;
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
«Οὐκοῦν εἰ συνέρχει, μὴ κλαύσῃς, ὢ μῆτερ,
μηδὲ πάλιν πτοηθῇς, ἐὰν ἴδῃς σαλευθέντα τὰ στοιχεῖα,
τὸ γὰρ τόλμημα δονεῖ πᾶσαν τὴν κτίσιν,
πόλος ἐκτυφλούται καὶ οὐκ ἀνοίγει ὀφθαλμόν,
ἕως ἂν εἴπω,
ἡ γῆ σὺν θαλάσσῃ τότε σπεύσουσι φυγεῖν,
ναὸς τὸν χιτῶνα ῥήξει τότε κατὰ τῶν ταῦτα τολμώντων,
τὰ ὅρη δονοῦνται, οἱ τάφοι κενοῦνται,
ὅταν ἴδῃς ταῦτα, ἐὰν πτήξης ὡς γυνή,
κράξον πρὸς μέ, «φεῖσαί μου,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Υἱὲ τῆς παρθένου, θεὲ τῆς παρθένου
καὶ τοῦ κόσμου ποιητά, σὸν τὸ πάθος, σὸν τὸ βάθος
τῆς σοφίας,
σὺ ἐπίστασαι ὁ ἧς καὶ ὁ ἐγένου,
σὺ παθεῖν θελήσας κατηξίωσας ἐλθεῖν ἀνθρώπους σῶσαι,
σὺ τὰς ἁμαρτίας ἠμῶν ἦρας ὡς ἀμνός,
σὺ ταύτας νεκρώσας τῇ σφαγῇ σου, ὁ σωτήρ, ἔσωσας πάντας,
σὺ εἰ ἐν τῷ πάσχειν καὶ ἐν τῷ μὴ πάσχειν,
σὺ εἶ θνῄσκων, σῴζων, σὺ παρέσχες τῇ σεμνῇ
παρρησίαν κράζειν σοι,
«Ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
Προηγειται ο εντοπισμος των mindless (ειστε η εξαιρεση–συνηθως ειναι ψευδωνυμοι), η αποστολη της καλοτυπωμενης συλλογης στον στρυφνο κριτικο ή –υπαρχουν και τα προτρεπτικα email–η ριψη της οθονης με ολα τα συμπραγκαλα στον βιβλιοφιλικο Καιαδα. Κομματακι χρονοβορα η διαδικασια και καθολου συφερτικη.
Ο Μονταινι στο “Για την αγωγη των παιδιων”:
“Aν αυτος ο μαθητης συμβαινει να εχει τοσο παραξενη φυση, που προτιμα να ακουει μια διαδοση απ’τη διηγηση ενος ωραιου ταξιδιου[…]που δεν ακουει παρα τον ηχο που τον καλει στις φαρσες των γελωτοποιων–δε βρισκω αλλο φαρμακο, εκτος απ’ το να τον στραγγαλισει ο δασκαλος του…”
Δεν ξέρω τι λέτε ….μου πέσανε πολλά μαζεμένα, λόγοι, διενέξεις, ομοιότητες μέσα στις διαφωνίες, πληροφορίες κλπ, και είμαι καινούρια στο χώρο και σαστίζω. Όλα αυτά, κι αυτά που δεν ξέρω. Μα ένα σάλτο κάνω και δεν παραμένω.
Δεν ξέρω και ποια είναι η κυρία αυτή που εμμένει πως παρουσιάζει τους νέους ποιητές της νέας χιλιετίας (από τόσο νωρίς; τς τς τς….τι θα γίνει τα επόμενα 992 χρόνια δηλαδή;;;;)
Το μυαλό μου θολώνει τις νύχτες..
Ξέρω πως διάβασα μόλις ένα υπέροχο ποίημα, ένα αληθινό ποίημα που αμυδρά μου θυμίζει εκείνον τον πάνθηρα της Πλαθ (αμυδρά, ωραία να ξεφυτρώνουν αιλουροειδή ανάμεσα σε στίχους, ένα σάλτο ως την κατακλείδα και σαρκοβόρα στο μεταξύ να ξεκοκαλίζουν λέξεις) ή τον τίγρη του Νερούδα
Μιλάω για το ποίημα της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Μιλάω για όλα τα ποιήματα που κυοφορούν το αναπάντεχο μέσα από φαινομενικά απλές και αθώες εικόνες. Για τα ποιήματα των μικρών ανατροπών. Εκείνο που καιροφυλακτεί και δεν εφησυχάζει. Και δεν θα ημερέψει ποτέ.
ΥΓ. Πάντα ξυπνάμε με τις πληγές, φρέσκες. Φταίνε τα όνειρα, γι’ αυτό
Σας ευχαριστώ, Ζώιλε. Εξαίρεση κι ό,τι να ‘ναι. Μεστός και σοφός είστε. Επιστρέφουμε στα υπεσχημένα τώρα, όμως.
Ω, θυμηθειτε τον λεοπαρδο του Παλαμα που “σαλευε μεσ’ στο σιδεροφραχτο κλουβι” Ιgnis..
Οι τοσο απροσμενες συναψεις απαιτουν μεγαλη “συμπαθητικη φαντασια” (Αγρας). Δυστυχως δεν διαθετω καν ικανες δοσεις απλης φαντασιας..
Καλη σας νυχτα.
Δεν αγανακτώ, πίστεψέ με.
Ας είναι ο κόσμος όσο υγρός του έλαχε να ‘ναι.
Κι ας μένει ο Άνθρωπος στον άνθρωπο κρυμμένος,
όσο βαθιά τολμά ο πανικός του.
Το φεγγάρι θα ‘θελα μόνο πιο σκληρό.
Τέτοια πράγματα, ορισμένως,
σε τυφλώνουν μονομιάς ή προσπερνάνε.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ολιγόλεπτο οπτικοακουστικό σχόλιο για την κρίση της ποίησης, την κρίση της κριτικής και την διαπλοκή εν γένει:
http://www.youtube.com/watch?v=aHmmsKRqXiU
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
ΣΟΝΝΕΤΑ
ΠΡΟΣ ΝΕΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤΗΝ.
(᾿Εξ ἀλληλογραφίας 1876-1879.)
Ι
῍Αν δὲν ἐπλάσθης ὅμοιος πρὸς τὸν βαθὺν ὠκεανόν,
ὅστις συνθραύει τὰ δεσμά τ᾿ ὡσεὶ ἀράχνης νήματα,
κι᾿ ἀλέθει μετὰ βρυχηθμῶν ἠπείρους εἰς συντρίμματα,
πᾶν ὅριον βροτόθετον ἀγέρωχος περιφρονῶν·
῍Αν ὡς ὁ Γάγγης δὲν ἀντλῇς τὴν δωρεάν σ᾿ ἐξ οὐρανῶν,
ἀποκαθαίρων τὰς ψυχὰς εἰς τὰ γλαυκά σου κύματα·
῍Αν δὲν κυλᾷς ὡς Πακτωλὸς χρυσοῦ κ᾿ ἠλέκτρου θρύμματα,
Πηγάζων μυστηριωδῶς ἀπὸ κευθμώνων σκοτεινῶν –
Κἂν ἔσο ῥύαξ διαυγὴς τὴν δίψαν μας δροσίζων·
πᾶν νέφος ἐπὶ τ᾿ οὐρανοῦ, πᾶν τῆς ἀκτῆς σ᾿ ἀνθήλιον
εἰς τὰ ὑγρά σου κρύσταλλα πιστῶς ἐγκατοπτρίζων.
Καὶ δὸς ἡμῖν τῆς Φύσεως ἓν προσιτὸν εἰδύλλιον,
ἀριστοτέχνης ἔνθεος, μὲ τόνους εἰκονίζων
τοῦ πένθους τὰς ψυχρὰς σκιὰς καὶ τῆς χαρᾶς τὸν ἥλιον.
ΙΙ
῍Αν τὴν θνητὴν κιθάραν σου ᾿Απόλλων δὲν χορδίζῃ,
κ᾿ ἡ θεϊκὴ τὰ στήθη σου πνοή του δὲν πληροῖ·
῍Αν τῶν Μουσῶν τὸ φίλημα δὲν σ᾿ ἀναζωπυρῇ,
τὰ χείλη σου δὲν ἀκονῇ καὶ δὲν ἀποσφραγίζῃ –
῍Αν τολμηρά τις ἔννοια πρὸς ἔξοδον δὲν σφύζῃ,
καὶ μέγας νοῦς τὴν κεφαλὴν δὲν σοῦ στενόχωρῇ·
῍Αν τὴν ψυχήν σου αἴσθημα βαθὺ δὲν πλημμυρῇ
κ᾿ ἐκ πάθους ἡ καρδία σου σφοδροῦ δὲν ἐκχειλίζῃ –
Σιώπ᾿, ἀκούων εὐλαβῶς μετὰ τῶν ἀμυήτων,
κι᾿ ἄφες εἰς ἄλλους τὸν χορόν, τὴν λύραν τοῖς κλητοῖς.
Διότ᾿, ἂν μαθητὴς Μουσῶν δὲν ἦσαι καὶ Χαρίτων,
ὅσον καὶ ἂν μετὰ ῥυθμοῦ τὸ βῆμά σου κροτῇς,
κ᾿ ἐπὶ δακτύλων καὶ ποδῶν χορεύῃς, οὐδὲν ἧττον
ἄμουσος εἶσαι στιχουργός· δὲν εἶσαι Ποιητής.
ΙΙΙ
Τῆς διανοίας σου, ποιῶν, μὴ περικείρεις τὸ πτερόν,
κ᾿ ἐντὸς στενῶν μὴ σώρευε τὰς σκέψεις σου ὁρίων,
ὡς ἀπρονόητος ἀνὴρ συμπύκνους περικλείων
ἀλληλομάχους πετεινοὺς ἐντὸς κλωβίων πνιγηρῶν.
᾿Αλλ᾿ ὅμως καὶ μὴ ὤργονε δεκαπεντάπλεθρον ἀγρόν,
ἂν δὲν ἦν᾿ ἔμπλεον σπορᾶς τοῦ νοῦ σου τὸ ταμεῖον.
Μηδὲ ἀραίονε πολύ, ὡς κάπηλος, μιγνύων
εἰς τὴν θερμήν σου ποίησιν ψυχρόν, νηφάλιον νερόν.
Διότ᾿ ἱέραξ κολοβὸς δὲν φθάν᾿ εἰς θεῖα ὕψη·
κ᾿ ἰδέαι ἀεικίνητοι, ὁ χῶρος ἂν ταῖς λείψῃ,
τὴν χάριν των συμβλάπτουσιν, ἂν ὅχι τοὺς κροτάφους.
Διότι, σπείρων ἐνδεῶς, θερίζεις μετ᾿ ἐνδείας·
Λέξεις κεναί, εἶναι γνωστόν, δὲν θέλγουν τὰς καρδίας·
καὶ στίχους δίχως ποίησιν τοὺς προτιμοῦν – ἀγράφους.
ΙV
῾Η Φύσις σ᾿ ἔδωσ᾿ ἀληθῶς πολλὴν ἐλευθερίαν,
ὡς μήτηρ πρὸς μονογενῆ, ἐκ τῆς τυφλῆς στοργῆς·
κ᾿ ἐπίσης ψαύεις, ποιητά, τὸν βόρβορον τῆς γῆς,
ὡς ἵπτασαι μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τὴν ἄϋλον χορείαν.
᾿Εκ τούτου πλὴν δὲν ἕπεται, εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν
κ᾿ ἐντὸς χωρίων νοσερῶν πῶς πρέπει νὰ πνιγῇς.
Οὐδ᾿ ὡς ὁ χοῖρος, εἰς πηλοὺς καὶ ῥύπους ἐμπαγείς,
νὰ μεταδίδῃς προχωρῶν ἀλλοῦ τὴν δυσωδίαν.
᾿Αλλ᾿ ὡς ὁ Φοῖβος καθαρὸς τὰ φλογερά του βέλη,
ἐξ ὑψηλῆς περιωπῆς, κατὰ τοῦ σκότους στέλλει,
ἀπονεκρῶν τοῦ Πύθωνος τὴν ἰοβόλον κεφαλήν –
Οὕτω τὰ ἐλαττώματα καὶ σὺ τῶν κατωτέρων
ν᾿ ἀποκαλύπτῃς χρεωστεῖς· καί, καίων καὶ καθαίρων,
νὰ σώζῃς ἐκ τῆς λύμης των τὸν συρφετόν μας τὸν πολύν.
V
Κι ἂν ᾿Αβδηρίτης, προσελθὼν πρὸς ἄλλους ᾿Αβδηρίτας,
ὀδύρηται, πῶς δὲν ἠχεῖ τῆς Μούσης τ᾿ ᾆσμα παρ ἡμῖν,
κι᾿ ἄκληρος δάφνης, ἐπαιτῇ τῶν Ζωϋλίσκων τὴν τιμήν,
προφέρων μάρτυρας σοφοὺς καὶ πράσσα κι᾿ ἀμανίτας,
Σύ, παρελθὼν μετὰ σιγῆς ἀτέχνους τεχνοκρίτας,
ἰδὲ τριγύρω σου μὴ ζῇ ἓν πλάσμ᾿ ἀκόμη πρὸς στιγμήν,
μὴ ψάλλ᾿ εἰσέτ᾿ ἡ ἀηδὼν καὶ τ᾿ ἄνθη πέμπουσιν ὀσμήν,
καὶ στρέφ᾿ ἡ ἅλμη κύματα κι᾿ ὁ οὐρανὸς πλανήτας.
Καὶ ψάλλε, ἄν τι ἔτι ζῇ, τὴν τέρψιν, τὸν κλαυθμόν του.
Ψάλλε πρὸς τ᾿ ᾆσμα τῶν πτηνῶν, τὸν θροῦν τῶν ἀνθηλίων,
καὶ ψάλλε πρὸς τὸν πάταγον, τὸν ῥόθον τῶν κυμάτων.
Πλήν, ἂν ἐξέλιπε ζωὴ ἀπὸ ξηρᾶς καὶ πόντου,
εἰς θρύμματ᾿ ἂν κατέρρευσαν αἱ τάξεις τῶν ἡλίων –
Καὶ τότε ψάλλε, θνήσκων σὺ ἐπὶ τῶν συντριμμάτων.
VΙ
Τῷ ὄντι τ᾿ ἀπεφάνθησαν κριταί, ποῦ δίχως κρίσεως
ἱδρύθησαν ἐπὶ ἑδρῶν κ᾿ ἐπὶ κλεινῶν βημάτων·
πῶς, ὅπως σβύν᾿ εἰς τὸ κενὸν ἀέριον διᾷττον,
οὕτως ἐσβέσθη παρ᾿ ἡμῖν καὶ τ᾿ ἄστρον τῆς ποιήσεως!
Πλὴν σύ, ἀπὸ ἀνατολῆς μεταίρων μέχρι δύσεως
ἐπισκοποῦσαν τὴν αὐγὴν τῶν νοερῶν σ᾿ ὀμμάτων,
δὲν διορᾷς τὴν ποίησιν καὶ διὰ τῶν ἐσχάτων,
διὰ τῶν πλέον εὐτελῶν συστατικῶν τῆς Φύσεως;
Βρύα καὶ χόρτα νὰ βλαστοῦν ἐκ σηπεδόνος εἶδον·
ἀλλ᾿ ὅμως αἷμ᾿ αὐτὰ γεννοῦν, ποῦ εἶν᾿ ἐρώτων μύησις,
ὅταν ὑφέρπ᾿ εἰς παρειὰς καὶ χείλη κορασίδων.
Τὸν βοῦν τὸν τρέφουν τ᾿ ἄχυρα· κ᾿ ἐν τούτοις – Οἵα ποίησις! –
τροφὴν ὁ βοῦς, ἐγκέφαλον εἰς τοὺς κριτάς μας δίδων,
κάμνει νὰ ἦν᾿ ὅλοι ζωή, ὅλοι σοφίας – οἴησις!
VΙΙ
῍Αν ἄλλος Μίδας ὁ κριτὴς ἡμίζωόν τι στέφῃ,
βαρβαρικῶς περιφρονῶν τὴν λύραν, χάριν τῶν αὐλῶν·
᾿Αν ἐκζητῶν τὸ χρήσιμον – ἀναίσθητος πρὸς τὸ καλόν –
ἄρρητ᾿ ἀθέμιτα ληρῇ κι᾿ ὅ,τ᾿ εἶπας διαστρέφῃ·
Σύ, φεύγων τ᾿ ἀλληγορικὰ τῆς ἠθικῆς του νέφη,
πέτα ἐκεῖ ποῦ σ᾿ ὁδηγεῖ ὁ Φοῖβος ὁ φωτοβολῶν·
καὶ μὴ τοὺς Μίδας θαύμαζε, τὴν μακρωτίαν των ζηλῶν,
μηδὲ μιμοῦ τὸν Σάτυρον δι᾿ ἀμουσίας στέφη.
᾿Αλλ᾿ ἄφες νὰ διατελῇ, ἐνόσῳ ζῇ ἡ Φύσις,
ἄλλο Τεχνίτης, κι ἄλλο τι ἠθικολόγος σκυθρωπός.
Καὶ τοῦτο μόνον, ποιητά, ποτὲ μὴ λησμονήσῃς·
Τὰς Τέχνας ἀπὸ τῆς ῥινός, ὡς βοῦς, δὲν σύρει ὁ σκοπός.
Καὶ τῆς σεπτῆς Ποιήσεως ἀδούλωτος ἡ πτῆσις
δὲν φέρεται περὶ τὸ Τί, ἀλλὰ περὶ τὸ Πῶς.
VΙΙΙ
῾Ο γὺψ τὰ νέφη κατοικεῖ, ἀλλ᾿ ὁ στρουθὸς τὸν πρίνον.
᾿Αστερογείτονα ἡ δρῦς τὴν κεφαλὴν ἐγείρει,
ἀλλ᾿ ὅμως ὁ ἀμπελουργὸς τὸ κλῆμα περικείρει,
πρὶν ἢ τρύγησῃ σταφυλὰς καὶ καρπωθῇ τὸν οἶνον.
Μὴ φέρου πρὸς τὸν ἥλιον ἐπὶ πτερῶν κηρίνων,
καὶ μὴ φυτρόνεις, ποιητά, ὅπου δὲν σ᾿ ἔχουν σπείρει.
Τὸ θράσος διαφθείρει σέ, τὴν Τέχνην παραφθείρει,
τὸ πᾶν ἐπιχειροῦν, τὸ πᾶν ἀσυντελὲς ἀφῆνον.
Καὶ πρὶν ἢ μάθῃς νὰ φορῇς τοῦ λόγου τὰς ἡνίας,
καὶ νὰ κινήσ᾿ ἐλεύθερα, εἰς τύπους ἐζευγμένος,
τὸν δίφρον μετὰ χάριτος ὀχῶν τῆς διανοίας –
Μὴ παρακρούεις ἰταμῶς, ὡς πῶλος λελυμένος,
συγχέων τοὺς χρεμετισμοὺς μετὰ τῆς ἁρμονίας·
καὶ μὴ συνθέτεις, ὡς ἐγώ, σοννέτα – ἐσφαλμένως!
Θα τολμήσω, χωρίς να επιθυμώ να αντιτεθώ σε κανένα (είπα πως δεν γνωρίζω ούτε το ιστορικό, ούτε και κατανοώ τους λόγους μιας τέτοιας συνεχούς αντιθέσεως απόψεων, με τόσο ελάχιστες συγκλίσεις), να φέρω ένα ποίημα εδώ.
Η μετάφραση δική μου, αν είναι κακή ή ατελής συγχωρήστε με.
Λέει όμως με πολύ λίγα λόγια τα όσα οφείλει να είναι ένα ποίημα. Μια μικρούλα σύσταση από ένα κορυφαίο στην χώρα του Ποιητή (ή αντιποιητή, όπως ονομάζεται ο ίδιος) για όποιον αποφάσισε ότι πιέζεται τόσο από τις λέξεις που κατοικούν μέσα του ώστε να επιθυμούν να δραπετεύσουν αποτυπωμένες στο χαρτί
Νέοι ποιητές
Γράφε όπως θέλεις
Σε οποιοδήποτε ύφος σου αρέσει
Πολύ αίμα έχει κυλήσει κάτω από την γέφυρα
Για να συνεχίσουμε πιστεύοντας
Ότι μόνον μια οδός είναι η σωστή
Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.
Με μόνο μια δέσμευση φυσικά,
Πρέπει να βελτιώσεις την λευκή σελίδα
(Νικανόρ Πάρρα, Χιλιανός ποιητής γεν. 1914)
ΥΓ. αγαπητέ Ζώιλε, δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι που δεν γνωρίζω. Αλλά επειδή με ελκύουν οι γατόπαρδοι (ναι, του Giuseppe Tomasi di Lampedusa, έξοχο βιβλίο, το αποτύπωμα της πίκρας της παρακμής) και τα πάσης φύσεως αιλουροειδή των φράσεων, αν θέλετε μπορείτε να με βοηθήσετε με τον λεόπαρδο του Παλαμά.
Για αυτό είμαι και εδώ, σε αυτόν τον ιστότοπο, για να μαθαίνω
Όπως αυτό το θαυμάσιο που φέρατε κύριε Μουζάκη στο νο 24 σχόλιο, ποίημα του Γ. Μπλάνα. Για όσα βρίσκω και μου αρέσουν, χαίρω.
Αυτός εξ άλλου είναι ο λόγος ύπαρξης των βιβλίων. Ελπίζω και του διαδικτύου.
ΥΓ (2) την φαντασία να την φοβάστε, είναι ύπουλη. Είναι το πιο σαρκοβόρο αιλουροειδές. Πιο ταχύ από μια τσίτα, πιο πεινασμένο από μια τίγρη, πιο επαρμένο από ένα λέοντα, και πιο επίμονο από μια ύαινα.
@ Ignis,
Τον λεόπαρδο που αναφέρει ο κ. Ζώιλος θα τον βρείτε στο ποίημα του Παλαμά “Oι αλυσίδες”. Από την “Ασάλευτη ζωή”, μετά τον Άσκραίο”.
Βολκώφ
Ασαλευτη ζωη, Οι αλυσιδες. Η Φαντασια ειναι πραγματι (και οχι μονο) υπουλη–αν και με τρομαζει περισσοτερο η αδολεσχια που κραδαινει το σκηπτρο της Φαντασιας. Ο ηχος που δημιουργειται ειναι εκκωφαντικος, σε βαθμο που καθε αλλη ποιητικη προταση δεν μπορει να ξεπερασει το οριο της ακουστοτητας που εθεσαν (ενδεικτικα αναφερω) η επιτηδειοτητα των μπλογκαρχων και η αμνησια της κριτικης–εξου και καταχωριζεται μετα πολλων επαινων στο μικροαστισμο.
κ. Βολκώφ, χίλια ευχαριστώ!
Και να πω ότι απήλαυσα την ποιητική σας συλλογή, την οποία ανακάλυψα μόλις πέρυσι τον Απρίλιο (ευλογημένο διαδίκτυο, προσφέρεις τελικά!) το ύφος της που δεν ομοιάζει σε κανένα άλλο από όσα γνωρίζω, το λεξιλόγιο, την ορμή που αναδύεται. Τον προσεγμένο, επιμελημένο λόγο. Και αν χρειαζόταν να ξεχωρίσω, τα I, XII, XVII, XXV…
Συνήθως με ενοχλεί η ομοιοκαταληξία, στα δικά σας όμως έχει ιδιάζουσα λάμψη, τα κάνει να ρέουν διαυγέστερα.
κ.Ζώιλε (καλό σαν επίθετο νομίζω!)
σας πρόλαβαν, πάντως ευχαριστώ, ντροπή μου να μην το γνωρίζω αυτό του Παλαμά.
Και δεν ξέρω τι συμβαίνει με τους μπλογκάρχες, τώρα τελευταία ενδίδω στο δέλεαρ των σχολιασμών στα blogs για να έχω και γνώμη ασφαλή του τι παίζει, αλλά η σαβούρα των blogs είναι φοβερή! (Φύκια για μεταξωτές κορδέλες…) Και καλώς να μην είναι κανείς καλός (κι εγώ υποπίπτω στo ατόπημα του να αποθέτω ποιήματα, ενώ δεν γνωρίζω να γράφω) αλλά αυτό πια με το κοινό που επιθυμούν να έχουν ορισμένοι, παραπάει!!! Ή μήπως δεν ακούν οι ίδιοι την φωνή τους κι επιθυμούν αποκτήσουν δια μέσου των φιλοφρονήσεων των άλλων…(το ‘να χέρι νίβει τ’άλλο και τα δυο το πρόσωπο…)
Όσο για την αδολεσχία, ναι, είναι ένα πρόβλημα, στην πραγματικότητα ο λόγος είναι ένα καλοτεντωμένο σχοινί που πάνω του ισορροπούμε. Ή έστω προσπαθούμε να ισορροπήσουμε.
Κρατώντας τα απαραίτητα, πετώντας τα περιττά, κόβοντας και προσθέτοντας, χτενίζοντας κι αφαιρώντας, αναιρώντας και επιμένοντας, πασχίζουμε.
(μα η ζωή θα διαφεύγει, όπως και οι λέξεις που δεν εξημερώνονται)
Με το “Σχολιάστε!” ειδα πως μ’ εχει προλαβει ο κος Βολκωφ. Ιgnis, ειστε πολυ προσεκτικη αναγνωστρια, μια ιδανικη ακροατρια. Συνοψιζετε, με περισσοτερο κεφι και με μηδενικη μιζερια, τα 70 και βαλε σχολια που σωρευονται καθημερινα στο Ποιειν. Ειμαι βεβαιος οτι μας δοκιμαζετε (:oρθα, ετσι εκμαιευετε το summum bonum ή το ποιητικο ερμα που ισως λανθάνει ἡμᾶς).
Πού να ‘ξερα τότε που έγραφα αυτά τα σχόλια μαζί με τον Δημήτρη Μουζάκη,πως επρόκειτο το ΔΙΑΒΑΖΩ να βραβεύσει τελικώς την κα Κατερίνα Ηλιοπούλου ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα -στην ίδια κατηγορία που υποψήφια ήταν κι η Σοφία Κολοτούρου…
Πιο συγκεκριμένα:
Ο Γιώργος Χιώτης στην ποίηση, ο Παναγιώτης Μουλλάς στο δοκίμιο, η Βασιλική Νευροκοπλή στο παιδικό βιβλίο, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου στο λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά, η Κατερίνα Ηλιοπούλου, πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, η Νίκη Χατζηδημητρίου στο διήγημα και ο Γιώργος Παναγιωτίδης στο μυθιστόρημα είναι οι νικητές των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού Διαβάζω 2008.
Γιάννη, για φαντάσου τι βραβείο θα έπαιρνες αν εξέδιδες τα “εκατοντάδες μέσα σε μια μέρα” (κι εγώ τα χιλιάδες)…
…ή μήπως όχι; Μήπως δεν είναι εκατοντάδες (ή χιλιάδες); Μήπως έτσι νομίζομεν οι νάρκισσοι;
Το πορτραίτο μας όλο και ασχημαίνει.
ακριβώς το δεύτερο Δημήτρη…. 🙂
ΤΟ ΘΗΡΙΟ
Εκεί στην άκρη της γιορτής
ήρεμο το θηρίο περιμένει την ώρα
που θα σπαράξει τους ανυποψίαστους χαροκόπους.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ναρκισσισμός;;;;;
Πορτραίτα Dorian Gray ;;;;;;
Τι πράγματα είναι αυτά, ρε παιδιά;;;
Τι δουλειά έχουν αυτά με το γνήσιο τάλαντο;;;;
Η πραγματική αξία του καθενός είναι ό,τι μένει όταν όλα (μα όλα) έχουν περάσει.
Εκεί φαίνεται ποιος άφησε χνάρι στην άμμο και τον έσβησε το κύμα μετά από λίγο, ή κάπου πιο βαθιά, στην καρδιά και στην μνήμη χαράχτηκε ανεξίτηλος.
Και συμφωνώ με Fuji, δεν χωρά ναρκισσισμός σε αυτά, ούτε καν υπό τύπον αστειότητος. Στην πραγματικότητα κάθε τέτοιο δείγμα, γίνεται δήγμα στο φθαρτό σαρκίον του δημιουργού και δηλητηριάζει την σχέση του με τους αναγνώστες του.
Ωχ,ωχ,ωχ!!!
Και ναρκισσιστές και χαροκόποι,αν κατάλαβα καλά….
Δημήτρη…μας πήραν πρέφα κι άλλοι. 🙂
Ας όψεται το θηρίο-η κα Ηλιοπούλου. 🙂
ΟΙ Α-ΚΟΛΑΣΤΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Η ποίηση
είναι υπόθεση του κώλου τους.
Κι αφού δεν βρέθηκε
κανένα χέρι να τραβήξει το καζανάκι
λέω και πως η ποίησή τους είναι αθάνατη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Προτείνω στο “Διαβάζω”
να θεσπίσει ένα βραβείο
“Αορατότητας”
το οποιο θ’απονέμεται
σε Ιδιωτικές Εκδόσεις δημιουργών
που ποτέ δεν ειχαν
σαν εξομολόγο το σεβάσμιο
Θεοσφύρικτο και ποτέ
δεν εσκυψαν στα σαλόνια
των Εκδοτικών Οίκων να πιάσουν
το σαπούνι.
Με Εκτίμηση
_ Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
“Και όμως θα μπορούσα να ορκιστώ
στoυ Φεγγαριού το Λόγο,
που τόσο πιστά τήρησα
σε κάθε νυχτερινή συναυλία,
πως δική μου ήταν η φωνή
που μέσα στο στόμα τους
φωτιές γεννούσε.
Μέχρι που μ’άκουσα ηχογραφημένη
στης Αλαζονείας το φτηνό μπορντέλο.
Τότε θυμήθηκα εκείνον τον ποιητή
που νεκρό τον βρήκαν
με όλα του τα πλούτη
στην αριστερή παλάμη καρφωμένα.
Απο τότε σταμάτησα να ομιλώ
και κατασκευάζω ανώνυμα καρφιά.”
Μ.Ρ.
Μη βαράτε τον Κυριαζή, κύριοι…
Ο άνθρωπος γράφει εκατοντάδες σαν και δαύτα τη μέρα. Που πα, ωρέ Γιάννη, με πενιχρές εκατοντάδες;
Εγώ, πάλι, γράφω χιλιάδες. Κι όπως με το φθαρτό κατάμαυρο σαρκίο μου, ξεχωρίζω μυίγα επί επιφανείας γάλακτος, πιείτε με να φτερουγίσω σέρφερ στους λαιμούς σας.
Έσκασα στα γέλια….ο χαροκόπος.
Ας είναι καλά ο Μπασκόζος-δ/ντής του ΔΙΑΒΑΖΩ και κάποτε καθοδηγητής μου στην ΚΝΕ-και τα συν αυτώ…θηρία.
Το έχω ξαναγράψει κι αλλού,να το πω κι εδω.
Θυμάμαι φοιτητή τον εαυτό μου,Κνίτη,να συμμετέχω στον Μαρξιστικό όμιλο Λογοτεχνίας και να ετοιμάζουμε κριτικη παρουσίαση της γενιάς του 30 για το φεστιβάλ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ.
Μου είχαν αναθέσει,ως….θεωρητικό μυαλό που ήμουν,μαζί και χαροκόπος από τότε…, το κριτικό….θάψιμο του Σεφέρη,τον οποίον…ΛΑΤΡΕΥΑ.
Μ’ ανάγκασαν να γράψω αρκετές φορές το λόγο μου-ο…ιδεολογικός μου καταπιεστής….ο σημερινός δ/ντής του ΔΙΑΒΑΖΩ με μουστάκι τότε….,κύριος Γιάννης Μπασκόζος.
Οι θώκοι έχουν ξεκαθαριστεί (και καταληφθεί).
Έχουμε Επώνυμους Στιχονταραβεριστές (ΕΣ-ο Λιακόπουλος παράκουσε, ΕΛ δεν υπάρχουν). Είναι όλοι τους άξιοι.
Έχουμε Προτεστάντες Ανώνυμους Στιχαφοδεύοντες (ΠΑΣ). Είναι όλοι τους ανάξιοι. Βρίζουν ανάξια τους ΕΣ.
Έχουμε Ορθόδοξους Ανώνυμους Στιχονταραβεριστές (ΟΑΣ). Είναι άξιοι επειδή δε βρίζουν τους ΕΣ. Τέτοια Dark Virtual ύβρη δεν την καταδέχονται.
Και βέβαια, όλοι ομοτοπότροφοι στη λεκάνη του Κυριαζή.
Ο Κυριαζής είναι ο νέος Δαρβίνος.
Εγώ θα δώσω τα συγχαρητήριά μου σε όσους πήραν τα βραβεία
αλλά και σε όσους δεν τα πήραν.
Η λήθη δεν κάνει διακρίσεις, δεν εξετάζει πιστοποιητικά.
Ούτε κτυπά σαν τον καρκίνο.
Προειδοποιεί….
Όποιος το αντιληφθεί φεύγει από μόνος του.
Κι εγώ να δώσω συγχαρητήρια σε όλους ,φυσικά…μ’ ένα μου στιχούργημα.
“Φιλώ στο μάγουλο τον φίλο,
στο στόμα τη γυναίκα
και στις πατούσες της την Ποίηση.
Έτσι,έχω πάντα στο τέλος
απολυμάνει τα χείλη μου.”
Το φθαρτό μου σαρκίο αποσύρεται για….χαροκόπι.
Άραγε η (ποιητική) γενιά των 700 ευρώ τι να λέει για αυτά:
Με επίσημο δελτίο τύπου που εξέδωσε η ΕΡΤ σήμερα, Δευτέρα 12-5, ανακοινώνει τη λήξη της συνεργασίας της με την εκπομπή “Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα”. Αναλυτικά η ΕΡΤ αναφέρει:
«Έπειτα από συνάντηση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΡΤ κ. Χρήστου Παναγόπουλου και του Γενικού Διευθυντή Τηλεόρασης, κ. Δημητρίου Γόντικα με τον δημοσιογράφο κ. Στέλιο Κούλογλου, ανακοινώθηκε στον κ. Κούλογλου ότι δεν θα συνεχιστούν στην επόμενη τηλεοπτική σεζόν οι εκπομπές ‘Θεματική Βραδιά’ και ‘Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα’. Η ΕΡΤ ευχαριστεί τον κ. Κούλογλου για τη συνεργασία του.»
Στη συνάντηση ο κ. Παναγόπουλος είπε στον κ. Κούλογλου ότι η συνεργασία με την εκπομπή δε θα συνεχιστεί επειδή απλά… «δεν του αρέσει».
Το παρασκήνιο της ανακοίνωσης αυτής εξηγεί καλύτερα η επιστολή που προηγήθηκε και εστάλη από τον Στέλιο Κούλογλου προς το γενικό διευθυντή της ΕΡΤ:
———————————————————————
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ- ΕΡΤ
Kύριε Γόντικα,
Εδώ και ένα μήνα περίπου μάταια προσπαθώ να εξασφαλίσω μια επιστολή από την ΕΡΤ, ώστε να βγάλω δημοσιογραφική βίζα για την Κίνα. Μόλις χθες με ειδοποιήσατε μέσω του κ. Αναστασόπουλου ότι η διοίκηση δεν θέλει να προβάλω εκπομπή για την Κίνα. Για το ντοκιμαντέρ «Από τον Μάο στους Ολυμπιακούς Αγώνες» έχουν γίνει ήδη όλες οι προετοιμασίες (εισιτήρια, διαμονή και εταιρεία παραγωγής στο Πεκίνο), έχει συλλεχθεί αρχειακό υλικό καθώς έχουν γίνει ήδη συνεντεύξεις, όπως με την βιογράφο του Μάο. Αδυνατώ να πιστέψω ότι υπάρχουν «πολιτικοί λόγοι» για την άρνηση σας, θέλω να ελπίζω ότι πρόκειται για παρεξήγηση και σας ζητάω να με διευκολύνετε, γιατί χωρίς δημοσιογραφική βίζα η έρευνα στην Κίνα γίνεται δυσκολότερη.
Εν τω μεταξύ από διάφορες πηγές μέσα στην ΕΡΤ μαθαίνω ότι η εταιρεία δεν θα ανανεώσει την συνεργασία μαζί μου για την ερχόμενη τηλεοπτική χρονιά. Αυτό μου προκαλεί έκπληξη καθώς είναι γενικώς αποδεκτό ότι και οι δύο εκπομπές που παρουσιάζω δεν υστερούν σε ποιότητα των υπόλοιπων του σταθμού. Από οικονομικής πλευράς είναι αποδοτικές λόγω των πολλών διαφημίσεων (έφτασα να έχω φέτος 16 λεπτά διαφημιστικά σποτ μέσα σε μια ώρα), ενώ και από πλευράς θεαματικότητας (5% Μέσος όρος το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα και 4.1% η Θεματική Βραδιά, φέτος) ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο της ΕΤ-1.
Ως αιτία για τη διακοπή της συνεργασίας αναφέρεται το περιεχόμενο των εκπομπών μου και ειδικότερα το γεγονός ότι προγραμμάτισα την προβολή της έρευνας για την γενιά των 700 ευρώ και την ακρίβεια, παρότι η διοίκηση μου ζήτησε να την ματαιώσω. Επειδή σε εκπομπές όπως αυτές που παρουσιάζω ο προγραμματισμός (ταξίδια, ντοκιμαντέρ κλπ) ξεκινάει από τον Ιούνιο θα ήθελα να με ενημερώσετε το συντομότερο δυνατόν αν θα συνεχισθεί ή όχι η συνεργασία μας.
9-5-2008
Μετά τιμής,
Στέλιος Κούλογλου.
Θα ήθελα, εξ αφορμής ορισμένων σχολίων, να θέσω ένα ερώτημα, μάλλον ρητορικό, χάριν της συζητήσεως. Τι σημαίνει στʼ αλήθεια «γνήσιο τάλαντο» και πως αυτό ορίζεται; Και θα ήθελα να υπενθυμίσω τη ρήση του Toulouse-Lautrec (από μνήμης, δεν την θυμάμαι ακριβώς) : «Αν τα πόδια μου δεν ήταν έτσι όπως ήταν, δεν θα γινόμουν ποτέ ζωγράφος». Όλοι οι καλλιτέχνες είναι κομπλεξικοί, γιατί αν δεν ήταν δεν θα γινόνταν καλλιτέχνες. Κι ένας καλλιτέχνης είναι τόσο πιο μεγάλος, όσο περισσότερο κομπλεξικός είναι.
Σαν πολύ στα σοβαρά δεν έχουμε πάρει τους εαυτούς μας;
αγαπητέ ομόσταβλε κ.Μουζάκη
η δική μου ύβρις
είναι σκοτεινό αγίασμα.
Mε Εκτίμηση
_Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
“η δική μου ύβρις
είναι σκοτεινό αγίασμα”
Wow!
Ο μικρός πρίγκιπας.
“Δεν είναι 1959, και δεν βραβεύεται το Άξιον Εστί”
Πόσα να μου φυτρώσω πατουσόχερα
να υπογράψω τούτο το λεγόμενο.
Το μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε είναι ότι η σημερινή ποίηση περνάει κρίση .
Αυτό συμβαίνει επειδή, πρώτον, οι περισσότεροι από αυτούς που εκδίδουν δεν γνωρίζουν ότι είναι μέτριοι ποιητές ( για να μην πω ότι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ) .
Δεύτερον, οι σημερινοί ποιητές δεν διαθέτουν μια φιλοσοφία, μια στάση απέναντι στη ζωή, ως βάση του έργου τους .
Αλλά και όταν νομίζουν ότι διαθέτουν, ή είναι απομίμηση παλαιότερων λογοτεχνών ή πολύ ρηχή και κενή, με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται μια προσωπική ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ .
Για παράδειγμα, όταν διαβάσουμε ένα ποίημα του Καρυωτάκη, δεν δυσκολευόμαστε να το ξεχωρίσουμε από ένα του Καβάφη, αναγνωρίζομε αμέσως τον δημιουργό πρώτα – πρώτα από το ύφος της γλώσσας .
Τρίτον, και σπουδαιότερον, κανένας από τους σημερινούς ποιητές δεν παρέχει ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, δηλαδή αναλώνονται σε ποιητικές εικόνες και λέξεις που δεν έχουν ουσία, τουτέστιν δεν αφορούν κανέναν απολύτως . Άρα, λοιπόν, το πρώτο που πρέπει ν’ αναζητήσουν οι μνηστήρες της δόξας, είναι το πνεύμα κι όχι το ύφος .
Εδώ ισχύει η σοφή ρήση ότι όταν δεν έχουμε να πούμε κάτι, καλύτερα να σιωπούμε .
Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τη σημερινή πεζογραφία .
Αυτά .
“Κάθε σελίδα και φωτιά, μυλόπετρα και σπόρος,
τσεκούρια ακονισμένα και κωνική κοτσίδα –
ο Θεός να σας φυλάει • ιδιαίτερα τα λόγια
της συγχώρεσης και της αγάπης, σαν αυτά που είπατε με την δική σας τη φωνή”
Αφιερωμένο
Καθημερινη 26/3/11
Οι νέοι ποιητές της πιο σκληρής εποχής
Τριάντα δημιουργοί ηλικίας έως τριάντα ετών συναντιούνται στην ανθολογία που επιμελήθηκαν ο Γιώργος Μπλάνας και ο Ντίνος Σιώτης
Της Τιτικας Δημητρουλια
30 έως 30. Τριάντα ποιητές ώς τριάντα ετών. Ενα τοπίο της νέας ποίησης
Επιλογή: Γιώργος Μπλάνας, Ντίνος Σιώτης
εκδ. Κοινωνία των δεκάτων
Είναι όλοι τους ώς τριάντα χρόνων. Κάποιοι έχουν μόλις κλείσει τα είκοσι. Οι περισσότεροι είναι πάνω από είκοσι πέντε. Κάποιοι κοντεύουν τα τριάντα και γράφουν απʼ τα είκοσι. Ολοι γράφουν ποίηση και μάλιστα κάμποσο καιρό τώρα. Σπουδάζοντας, κάνοντας μεταπτυχιακά, διδακτορικά, δουλεύοντας. Πολλοί ζουν στην Ελλάδα και αρκετοί εκτός. Κάποιοι εντός και εκτός. Οι περισσότεροι είναι Αθηναίοι στην καταγωγή και ζουν στο κλεινόν άστυ. Οι περισσότεροι είναι άντρες επίσης, οι γυναίκες είναι σχετικά λιγοστές – παρότι η δική μου αίσθηση είναι ότι οι νέες ποιήτριες είναι και πολύ περισσότερες. Πολλοί μεταφράζουν και είναι έντονη η επίδραση της αγγλοσαξονικής κουλτούρας, συγκαλύπτει σχεδόν τις άλλες, όπως συνέβαινε κάποτε με τη γαλλική. Ορισμένους τους ξέρουμε από τις πρώτες ανθολογίες των νεότερων ποιητών: τον Ζήση Αϊναλή, το Μιχάλη Παπαντωνόπουλο, την Εύη Μπούκλη, την Ελλη Παπαγεωργίου, τον Χάρη Ψαρρά, τον Νίκο Βιολάρη, τον Νικόλα Ευαντινό· από τη δίγλωσση, ελληνοαγγλική, ανθολογία «Hellenica: το καινούργιο εντός και πέραν της γλώσσας» (Γαβριηλίδης, 2009) που συγκέντρωσε το 2009 τους νέους ποιητές· και από τη γαλλική του Μισέλ Βόλκοβιτς «12 jeunes poetes» που εκδόθηκε το φθινόπωρο του 2010. Σήμερα, συναντιούνται όλοι στην ανθολογία που επιμελήθηκαν ο Γιώργος Μπλάνας και ο Ντίνος Σιώτης, «30 έως 30». Είναι τριάντα ποιητές ώς τριάντα χρόνων και γράφουν στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας.
Το συνεχές της ποίησης
Τον Απρίλιο του 2008 κάναμε μια πρώτη καταγραφή του ποιητικού τοπίου των νεότερων στις ίδιες αυτές σελίδες της εφημερίδας (6.4.2008), μιλώντας εν θερμώ, με όλα τα ρίσκα που ενέχει κάτι τέτοιο. Είχαμε επίγνωση ότι όπως έλεγε κι ο Τέλλος Αγρας στο τέλος της εισαγωγής του στην ανθολογία «Οι νέοι»: «ο καιρός θα ξεχωρίση». Αυτός ο καιρός, με «τις ιδιότροπες παλιμβουλίες του» σίγουρα δεν έχει ακόμα αποφανθεί. Αλλά τα τρία αυτά χρόνια που περάσαν από τότε οι νέοι ποιητές, εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, σαραντάρηδες, συναντιόντουσαν μεταξύ τους και με τους πρεσβύτερους στα καφέ και στα μπαρ όπου διάβαζαν ποιήματά τους ή έκαναν ευφάνταστες περφόρμανς με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Συνέχισαν να φτιάχνουν τα δικά τους περιοδικά, το φρι-πρες ποιητικό σκεύος «Τεφλόν», το «Κουκούτσι» και άλλα πολλά. Μέσα σʼ αυτά τα τρία χρόνια, όσο κι αν είναι λίγα, δεν δημιουργήθηκε στιγμή κενό, μια εντύπωση υποχώρησης της ποιητικής παραγωγής όπως στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αντίθετα ήταν έντονη η αίσθηση ενός continuum, ενός συνεχούς ποιητικού, όπου δημιουργούν ποιητές με ελάχιστα κοινά και μεγάλες διαφορές.
Αυτό το συνεχές βεβαίως δεν μπορεί να αποτυπωθεί στην ολότητά του. Ο Ντίνος Σιώτης στην εισαγωγή του ανεβάζει τον αριθμό των νέων κάτω από 30 που γράφουν ποίηση στους 200 περίπου. Είναι βέβαιο ότι είναι ακόμη περισσότεροι, όπως πολλοί περισσότεροι είναι οι νέοι ποιητές άνω των τριάντα. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτιστικά, που διαρκώς πληθαίνουν, να αναζητήσει ομαδοποιήσεις, την «Ομάδα Από Ποίηση» (Γαβριηλίδης, 2010), το Poetry now, διακαλλιτεχνικές και περισσότερο θεωρητικές συσσωματώσεις σε νέους χώρους όπως το salon de vortex, που «σκοπεύει στην παρουσίαση και ανάδειξη συλλογικοτήτων και συνεργασιών από τον χώρο των εικαστικών της ποίησης και του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού με επίκεντρο την αναπτυσσόμενη ανεξάρτητη σκηνή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα» (HYPERLINK ”http://salondevortex.wordpress.com/about/” http://salondevortex.wordpress.com/about/). Είναι βέβαιο ότι το πεδίο είναι ευρύτατο και δύσκολα ορίζεται, περιγράφεται, καταγράφεται. Είναι όμως και ζωηρό και ζωντανό, κι αυτό μετράει.
Τα χαρακτηριστικά τους
Για να έρθουμε και στην ανθολογία τώρα, που επιβεβαιώνει αυτή τη ζωντάνια, αφού οι ανθολογίες πολλαπλασιάζονται όταν υπάρχει διακύβευμα, και για τριάντα ποιητές μαζί είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μιλήσει κανείς. Μια δυσκολία που πρώτος την αντιμετώπισε ο Γιώργος Μπλάνας στην εισαγωγή του και ευφυώς την παρέκαμψε: δεν στάθηκε σε ονόματα, αλλά σε κάποια σημαίνοντα κοινά τους, εκ των οποίων και το εξής πολύ ενδιαφέρον: ότι όλοι τους δεν αρκούνται σε επιφανειακά μοντερνιστικά παιχνίδια, αρνούνται τον εύκολο φορμαλισμό, χαρακτηρίζονται από μια αφηγηματικότητα και αναζητούν «την ποίηση μέσα στη γλώσσα», το ποίημα που δεν θα μοιάζει με ποίημα αλλά θα είναι.
Η αλήθεια είναι ότι κρίση μπορεί κανείς να εκφέρει μόνο για τον καθένα ποιητή χωριστά, κι αυτή δεν μπορεί παρά να είναι σχετική, ειδικά για εκείνους που κάνουν πραγματικά τα πρώτα τους βήματα στον χώρο: αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το στοίχημα δεν είναι αν οι νέοι αυτοί ποιητές θα συνεχίσουν να γράφουν ή όχι, αλλά ποια θα είναι η βαρύτητα του λόγου τους, πώς θα ριζώσουν στην εποχή, πώς θα συνδεθούν με τον κόσμο και με το μέλλον. Αυτό που πάντα μετράει δηλαδή και γιʼ αυτό αξίζει να ανατρέχουμε στο παρελθόν. Διαβάζοντας τα περιεχόμενα της ανθολογίας του Αγρα, σχηματίζει κανείς μια ιδέα όχι για προσωπικές πορείες, αλλά για την πορεία των πραγμάτων. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται πόσο σημαντική είναι η κρίσιμη μάζα των ποιητών για την ανάδειξη της εξαίρεσης. Κι αυτή η κρίσιμη μάζα στα τέλη του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου σίγουρα διαμορφώνεται.
Στην ανθολογία αυτή, προφανώς κάποιες φωνές ξεχωρίζουν, κυρίως επειδή έχουν δουλέψει καιρό και έχουν διαμορφώσει ήδη μια ταυτότητα. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το πότε εξέδωσαν ποίηση, συνάγεται απʼ το ποίημα. Ο Γιώργος Μπλάνας λέει ότι στο σύνολό τους οι ποιητές κρύβουν ή αρνούνται τους προγόνους, τις επιδράσεις τους. Σʼ ένα βαθμό αυτό ισχύει κι όντως διαφοροποιούνται από λογιότερους λίγο μεγαλύτερούς τους ποιητές, τους τριάντα και κάτι, που εξαρχής δεν έκρυβαν τη συνομιλία τους με τους ομοτέχνους τους. Είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι η απουσία μιας τέτοιας συνομιλίας δεν οδηγεί πουθενά – το είδαμε στην πεζογραφία των νεοτέρων, το έλεγα και το 2008. Και δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι πρόκειται και στην προκειμένη περίπτωση για επιλογή και όχι για αδυναμία, ότι η άρνηση της επίδρασης είναι η κατάργηση του αναποτελεσματικού παλιού κι όχι μια έλλειψη που θεωρητικοποιείται. Ο Καρυωτάκης δεν έλεγε στα νιάτα του ότι δεν διαβάζει για να μην επηρεάζεται; Αλλά εντέλει διάβασε, πολύ. Νομίζω και κάποιοι από τους νεότατους αυτούς ποιητές διαβάζουν, από νεορομαντικούς ώς τον Σαχτούρη και τον Καρούζο κι από Ρεμπώ ώς τους εξομολογητικούς, τους μπητ, τους στίχους του ροκ και της ραπ, τον θεατρικό λόγο, επιλεκτικά μεταπολεμικούς και γενιά του ʼ70. Είναι οι πιο αναγνωρίσιμοι προς το παρόν, σε ένα φάσμα όπου η ψυχρότητα γειτνιάζει με τη θέρμη και τη φλόγα, η ομοιοκαταληξία με το πεζόμορφο ποίημα, η αυτοαναφορικότητα με την ενδοσκόπηση αλλά και τις απόπειρες χαρτογράφησης του κόσμου.
Για όλα ο καιρός θα δείξει. Το βέβαιο σήμερα είναι ότι το κοινό είναι λιγοστό κι επαναλαμβανόμενο στις περφόρμανς και στις εκδηλώσεις· ότι μέσα στην κρίση η έκδοση ποιητικού βιβλίου να δυσκολεύει και πάλι. Η αδιάλειπτη συνέχεια της ποίησης δείχνει την ίδια στιγμή τη σταθερότητά της ως συστήματος μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο.
Η ανθολογία αυτή δείχνει ότι οι νέοι ποιητές είναι εδώ κι έχουν μπροστά τους μια σκληρή εποχή. Ας συγκρατήσουμε τα ονόματά τους, ας ψάξουμε τα βιβλία τους και ας μείνουμε σε μια εκτίμηση για τα ποιητικά πράγματα στη χώρα μας που μας έρχεται από μακριά και μας δίνει μια άλλη αισιοδοξία: «Είνʼ ευτυχείς οι Ελληνες ποιητές και δεν γνωρίζουν πόσο! Νομίζουν πως είναι παραγνωρισμένοι, περιφρονημένοι, αλλά τα πράγματα αλλού είνʼ ακόμα χειρότερα. Η ποίηση στην Ελλάδα συνεχίζει σχετικά νʼ ανθίζει. Ανέκαθεν ήταν μια γλώσσα μητρική που τη μιλούσαν εντυπωσιακά πολλοί Ελληνες, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και συνθηκών. Συνεχίζουν να εκδίδονται μαζικά ποιητές, οι ποιητικές ιστοσελίδες πολλαπλασιάζονται, κι όσο για την πολυμορφία και την ποιότητα, διόλου δεν νομίζω ότι υστερούν» (Μισέλ Βόλκοβιτς στον πρόλογο της ανθολογίας του).
Ποιοι είναι οι «30»
Οι ποιητές που περιλαμβάνονται στην ανθολογία είναι οι εξής:
Δημήτρης Αθηνάκης, Ζ. Δ. Αϊναλής, Παναγιώτης Αρβανίτης, Κατερίνα Αυγέρη, Νίκος Βιολάρης, Γιάννης Γκιόκας, Αλέξανδρος Δαμουλιάνος, Νίκος Ερηνάκης, Νικόλας Ευαντινός, Βασίλης Ζηλάκος, Μαρία Κατσοπούλου, Ναταλία Κατσού, Στράτος Κοσσιώρης, Γιώργος Κουτούβελας, Χρίστος Κρεμνιώτης, Σωκράτης Μαρτίνης, Ανέστης Μελιδώνης, Εύη Μπούκλη, Νικόλας Νησίδης, Ευτυχία Παναγιώτου, Ελλη Παπαγεωργίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εφη Πυρπάσου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ελένη Τζατζιμάκη, Χρήστος Τριανταφύλλου, Βασίλης Τσιρώνης, Πασχάλης Χριστοδουλίδης, Χάρης Ψαρράς.
τα χρόνια παρέρχονται, οι δεκαετίες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, οι χιλιετηρίδες, και κάποιοι επιμένουν ακόμη να καταρτίζουν λίστες ονομάτων….
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ. ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ! (4. Ζήσης Αϊναλής, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)
Μετά τις τρεις επιτυχημένες ποιητικές βραδιες, που αγκαλιάστηκαν θερμά από το κοινό, το Θέατρο Άττις συνεχίζει το αφιέρωμα στους νέους ποιητές τη Δευτέρα 30 Απριλίου, παρουσιάζοντας τον Ζήση Αϊναλή και τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο
Βραδιές νέων ποιητών αφιερωμένες στη μνήμη του Νίκου Καρούζου
Το καλοκαίρι του 2011, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της 3ης Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Δράματος στη Σικυώνα, Θεόδωρος Τερζόπουλος, κάλεσε νέους Έλληνες ποιητές να παρουσιάσουν το έργο τους. Θέμα της εκδήλωσης ήταν «Η ποίηση της νεότερης γενιάς και η νέα πολιτική συνείδηση». Με αφετηρία την πρώτη αυτή συνάντηση, την τελευταία Δευτέρα κάθε μήνα, δύο ποιητές της νέας γενιάς φιλοξενούνται από το Θέατρο Άττις, παρουσιάζουν την ποίησή τους, συνομιλούν μεταξύ τους και με το κοινό και προσπαθούν να συντάξουν μια νέα απάντηση στο παλαιό ερώτημα: ʽ’ και οι ποιητές; τι χρειάζονται οι ποιητές σε έναν μικρόψυχο καιρό;”
Μια τοπιογραφία της νεότερης ποιητικής γενιάς
Ζούμε σε έναν κόσμο από καταρρέοντα νεόκτιστα, σε μια διαδρομή φρέσκων ερειπίων. Στην Ελλάδα της κρίσης και των επιβεβλημένων επιπτώσεών της, βιώνουμε ένα κενό πολλαπλό. Ένα κενό πολιτικό, ηθικό, πολιτισμικό. Αν κάποιος χτυπιέται περισσότερο από το κενό αυτό, αυτή είναι η νεότερη γενιά. Μια γενιά ηλικιακά αμέτοχη στην δημιουργία του προβλήματος, καλείται να πληρώσει στο ρευστό παρόν, τις αμαρτίες ενός ξένου παρελθόντος, υποθηκεύοντας έτσι το αβέβαιο μέλλον της. Η ιστορία βιώνεται ως προδοσία, η προοπτική ως καταδίκη.
Απέναντι στη φθαρμένη γλώσσα ενός φθαρμένου κόσμου, η νεότερη γενιά καλείται να εφεύρει το δικό της λεξιλόγιο. Η ποίησή της, εκφραστικά πολλαπλή και νωπή στην καταγραφή της, προσπαθεί να αποδείξει το μέλλον. Το ποιητικό ʽ’Εμείς” συμπαγές και ταυτόχρονα αφηρημένο, χωρίς δόγμα και χωρίς βεβαιότητες, ζητά να προβάλει το πραγματικά νέο απέναντι στις σφραγίδες του κυρίαρχου, με μόνο σκοπό και μόνο μέσο τη φωνή του.
30 Ιανουαρίου: Άννα Γρίβα, Ανέστης Μελιδώνης
27 Φεβρουαρίου: Παναγιώτης Αρβανίτης, Νικόλας Ευαντινός
26 Μαρτίου: Γιώργος Πρεβεδουράκης, Γιάννης Στίγκας
30 Απριλίου: Ζήσης Αϊναλής, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
28 Μαΐου: Θοδωρής Ρακόπουλος, Θωμάς Τσαλαπάτης
Ώρα έναρξης: 21.00
Είσοδος ελεύθερη.
Επιμέλεια αφιερώματος: Θωμάς Τσαλαπάτης
Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Βογιατζή
Χορηγός επικοινωνίας: περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ
“Ούτε αυτή η εποχή είναι εποχή για ποίηση – 31 ποιητές των νέων γενιών δίνουν το στίγμα τους Βραδιά ποίησης με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21/3/13, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραια
Γιώργος Αλισάνογλου, Δημήτρης Άλλος, Νίκη Ανδρικοπούλου, Παναγιώτης Αρβανίτης, Χρήστος Γιαννακός, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Άννα Γρίβα, Γιάννης Δούκας, Νίκος Ερηνάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Βασίλης Ζηλάκος, Κατερίνα Ζησάκη, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Λένα Καλλέργη, Βάγια Κάλφα, Χρήστος Κούκης, Ελευθερία Κυρίτση, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέξιος Μάινας, Ανέστης Μελιδώνης, Γιάννα Μπούκοβα, Κάλλια Παπαδάκη, Γιώργος Πέππας, Σταμάτης Πολενάκης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Πέτρος Στεργιόπουλος, Ελένη Τζατζιμάκη, Θοδωρής Τόλης, Θωμάς Τσαλαπάτης, Έλενα Ψαρρέα.
Ημ/νία & Ώρα Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013, 19:30
Χώρος Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά
Περιοχή Πειραιάς
Διεύθυνση Ελευθερίου Βενιζέλου 22 & Κολοκοτρώνη
Τηλέφωνο 2104126730 & 2104126750
Οργάνωση Περιοδικό Μανδραγόρας, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά
Web Site http://www.mandragorasmagazine.wordpress.com