ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.
Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απʼ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.
Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απʼ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.
Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.
Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.
ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ
Τούτο το κομμάτι του Χριστού
Μικρότερο ως συνήθως του προσήκοντος
Τούτο το κομμάτι του φτωχού
Σκανδαλωδώς ογκωδέστερο
Αυτού που του αναλογεί
Σε μένα το κομμάτι
Εντός του οποίου κείται
Φλουρί ηχομόνωσης τριαδικής
Τις φορές που θα κλάψουμε φέτος ακούω
Τις φορές που θα θρηνήσουμε φέτος οσφραίνομαι
Τις φορές που θα σταθούμε φέτος μουδιασμένοι
Αναλογίζομαι ο παρανοϊκός
Που παύει πια να με νοιάζει
Της μοιρασιάς η αδικία
Μόνο τη λίρα σφίγγω παρήγορη
Των θορύβων μονωτική
Και των φορών προστάτιδα
Που θα σηκώσω φέτος
Αμείλικτο το μολύβι
ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ
Καθώς στέρεες ξεπροβοδίζονται μειλίχιες οι λέξεις
Στον ατελεύτητο της ποίησης ωραϊστό ορίζοντα
Πληγές ανοίγονται στο σώμα μου σαν πόρτες
Ώσπου αυτό διάπυρο χορεύει με τους ξένους
Χορό συρματοπλέγματος: το κόκκινο
Κανείς τους δε θα τολμά νʼ αγγίξει, σκέφτομαι
Κι ύστερα βυθίζομαι μες στη βαθιά φωνή
Που αγέρωχη προστάζει μειλίχια προσταγή:
Ανώνυμε ποιητή, ρίξε μια ομοβροντία
Πέλεκυς στάζει βαρύς στους ώμους της γυναίκας
Εκεί που το λευκό ανεσπέρως ενδημεί
Τήκοντας τις λέξεις σε αναδευτήρα βλέννας
Μες στης κατάργησης τo αστείρευτο
Τρελό αρωματοποιείο του φακού μου
Aπʼ το ΟΥΑΙ, τότε, αρπάζεται η ποίηση
Κι ανασυντάσσεται σαρωτική κι αδέξια
Στα βάθη της αβύσσου, όταν της ζωής
Εγώ του τίποτα που έρχεται απʼ το τίποτα
Νιώθω ένα το κάτι πυρετού μʼ αισθήσεις
Στην αρχή φθορίζει ο έρωτας
Με ολάκερη την έκλειψη ορατή απʼ τη στεφάνη
Να γυαλίζει γύρω απʼ την πρόθεση γύρω
Τη γύρω ζάλη να διαγράφει εφηβαίο
Ότι αυτό κραυγή πληρότητας της σχάσης
Του ανθρώπου σʼ ανάκλιντρα μυρωδικών
Κι είναι τόσα τα σταχτοστέφανα
Αγίων και μελάνια
Σαν αίφνης ξυπνούν στα μάτια μου
Ταυτόχρονα και θλιμμένα
Που θέλω ανεξάλειπτος
Και αναπυρσευτής
Θέλω στα φτερά των ορτυκιών και στη φλούδα
Του μήλου να κουρνιάζω την πείνα μου
Θέλω να βλέπω των σαλιγκαριών τη βλέννα
Στους δρόμους να ραμφίζει πυξίδα φυσική
Θυμίζοντας στα χνάρια μας το χώμα που ξεχάσαμε
Δίχως να παραγράψουμε την αδίστακτη
Προσμονή της ύστατης εκπνοής
Που το ποίημα παραδίδει πίσω απʼ την αυλαία
Σʼ ένα ξένο των ματιών μας κοινό
Γιατί όποτε προσεύχεσαι ελπίζεις
Δεν ορκίζεσαι
Όμως εγώ ορκίζομαι πως είμαι παντού
Η ζέστα μες στα φτερά του ορτυκιού
Κι η συνοχή της φλούδας και της καρδιάς
Του καρπού που αλλόκοτο βιδώνει τον κόσμο
Στα πινέλα των ζωγράφων όπως είναι
Ενιαίος και άπειρος ομορφιάς
Ώστε εγώ ο ένας της λέξης ειμαρμένος
Το θρόισμα νʼ αγαπώ γιατί σε περιέχει
Κι απύθμενα μες στα οστά σου έρπει
Με σκυρόδεμα αμβροσίας στηρίζοντας το τραγούδι μου:
Το νόημα να εκκινά
Απʼ της εκφοράς την αύρα
Και νʼ αναπλάθει απνευστί
Την εικόνα της Δακράνασσας
Μʼ ομοβροντία όψιμη ανώνυμου ποιητή
Μακριά από του χώματος τη μόνιμη αφή
ΓΥΝΑΙΚΑ
Mέσα σου εκσπερματώνω και γεννιέμαι
Γυναίκα
Και δυο φορές μαθαίνω πώς
Να σʼ αγαπώ: μάνα κι ερωμένη
Τι σημαίνει να πάλλονται
Οι φωνητικές χορδές του αηδονιού
Δεν έχεις καταλάβει: ούτε γιατί
Η αψάδα στο λαιμό του κομμένου
Τριαντάφυλλου
Σου προσφέρει πορφυρή την αμαρτία του κόσμου
Ύδωρ ανθισμένο στους μηρούς σου
Ανάσα άνασσας λαβωματιάς
Δεν έχεις καταλάβει, όμως αντέχεις˙
Με την κοιλιά να σε βαραίνει
Τρέχεις στα χωράφια να στυλώσεις
Τα σπαρτά
Γυναίκα-είσαι η ελπίδα της καμένης σάρκας
Να λιώσει ένα ακόμη μέταλλο
Πάνω σε μια αξιοπρέπεια
Προτού χαράξει η μέρα που όλους θα μας
Καταπιεί
Γυναίκα, δεν έχεις καταλάβει-δεν πειράζει
Είμαι εδώ απʼ τα πόδια σου να εξηγώ
Ποιον διάλεξε η Φύση στη φουρτούνα
Ποιος με κρατά καθώς σκουντουφλώ
Και προσπαθώ αγόρι μικρό να περπατήσω
Εδώ που μʼ έφερες
Κι όπως μέσα στις τόσες απαιτήσεις μου
Κλαις και διαμαρτύρεσαι
Εγώ δε σε παρεξηγώ-τόσα μπορεί το φως
Και άλλα τόσα
-παύει η ομορφιά ποτέ της να εργάζεται;
Κι αν κάπου κάπου
Την πλάτη σου γυρνάς και με προδίδεις
Παίρνοντας πίσω βίαια
Όλες μου τις αισθήσεις απʼ τη σάρκα μου
Όπως μόνο η σάρκα μου μπορεί
Εγώ πάλι ανάπηρος στο ποίημα ανεβαίνω
Και κλείνω με τους ίδιους στίχους
Τα ίδια πνιγμένα δάκρυα στα μάτια
Μέσα σου εκσπερματώνω και γεννιέμαι
Γυναίκα
Κι απʼ τα χείλη σου περιμένω το Θεό:
Μάνα κι ερωμένη της ζωής μου
Πλανεύτρα της βαρύτερής μου ήττας
Ουσία του ευάλωτου αγγίγματος
Παλαίστρα της τρανότερης αγάπης μου
Ο Δημήτριος Γ. Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Είναι Βιολόγος (M.Sc.). Φοιτά στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών για την απόκτηση δεύτερου τίτλου. Έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης: Η αδελφότητα της θλίψης (Δωδώνη, 2006) και Υδροβάτης (Δωδώνη, 2007).










Αυτή τη φορά ,τα συγχαρητήρια αντιστρόφως.Σ΄εσάς ,κ. Παστάκα, για την ανόθευτη αγάπη σας προς τους νέους ποιητές.
Σε σένα , Δημήτρη, “απλώς”,υποκλίνομαι…
Πάντα χρήσιμη η περισυναγωγή ποιητικών φυτωρίων.
Η ποίηση του κ. Δημήτρη Μουζάκη αναφύεται ευώδης.
Ιδιαιτέρως οι ποιητικές κατακλείδες,
καταβολάδες που πολλαπλασιάζουν τις αισθήσεις.
Θα ήθελα να απευθύνω, μια ερώτηση στον κ.Παστάκα
Γνωρίζετε καλύτερα από εμένα ότι υπάρχουν άνθρωποι
που κρύβουν στα συρτάρια τους, ποιητικά διαμάντια.
Δυστυχώς δε θα λάμψουν ποτέ στο φως
Είτε διότι οι ίδιοι δε το επιθυμούν
είτε επειδή δεν έχουν προσβάσεις σε εκδοτικούς οίκους.
Αγνοούνται προκλητικά από τους νεόπλουτους του πνεύματος.
Ποιος αισθαντικός σκαπανέας
με αυταπάρνηση θα εξορύξει τους πολύτιμους λίθους των Aγνώστων;
Υ.Γ. Έχει το ποίημα ζωή πριν από εμάς;
Μήπως το ποίημα είναι αρχέγονος σπόρος
που με τη γέννησή μας
ελπίζει να σπαρθεί σε γόνιμο έδαφος;
Έχουμε εξουσία ζωής ή θανάτου επί του ποιήματος;
Εμείς διαλέξαμε το ποίημα ή αυτό εμάς;
Μονωδός «Εμπειροτέχνης ποιητής» Ανειδίκευτος της εκτροφής ωδικών λέξεων.
Χαίρομαι κι εγώ ιδιαίτερα που με αυτά σας τα post μού δίνετε την ευκαιρία να γνωρίσω αξιόλογους νέους ποιητές.
Πολύ καλός…
Ειδικά η “κοπή πίτας” είναι ένα Ποίημα-και σπανίως διαβάζω ποιήματα από νέους ποιητές…
Μ’ αρέσει ο τρόπος γραφής του Δημήτρη Μουζάκη.Έχει “κάτι” να πει-εν αντίθέσει με πολλούς που περιφέρουν ασκόπως το μολύβι στο άγονο χαρτί- και το λέει με τον πιο οξύ ποιητικώς τρόπο.
Χαίρομαι να σε διαβάζω, Δημήτρη…
Κι επειδή μάλλον δεν κατέχω το ακριβές ποιητικό σου στίγμα ακόμη,κάθε σου ποίημα για μένα αποτελεί μια έκπληξη…
Φωνή με τον προσωπικό της τόνο και από τις όντως σθεναρές.
Και καθώς “δεν παύει η ομορφιά ποτέ της να εργάζεται” (αυτό παραφράζοντας το γράμμα του στίχου), αναμένουμε και τη βέβαιη συνέχεια της πορείας, γνωρίζοντας, παράλληλα και σιγά-σιγά, τους σταθμούς που προηγήθηκαν. Όλοι, όπως φαίνεται, έχουν κάτι να μας πουν. Ας ακούσουμε λοιπόν.
Βολκώφ
συγχαρητήρια. είναι από τα ποιήματα που σε βαστάνε στο στίχο τους επιτακτικά. ούτε λέξη για να μη τη διαβάσεις. σε … στρώνουν. με όποια έννοια. ακόμη και ως απλό αναγνώστη.
Πολύ ωραία ποιήματα από ένα ελπιδοφόρο ποιητή. Ιδιαίτερα μου άρεσε το Κοπή Πίτας
O Δημήτρης Μουζάκης διαισθάνομαι πως θα φτάσει πολύ πιο ψηλά. Και χαίρομαι που είναι σε πολύ καλό δρόμο σε τόσο νεαρή ηλικία
(Και μια παρένθεση άσχετη, πολύ άσχετη: εκείνο το “βιολογικό” το ζηλεύω! σα δευτερο τίτλο, να μην το πω; )
Ο ΔΓΜ είναι φίλος μου. Αδερφικός. Αυτό που κατάφερε ο άτιμος με τον Υδροβάτη (και κυρίως με το Πρελούδιο) είναι να με κάνει να ξεχάσω εντελώς τη φιλία μας. Έγραψε στίχους που δε σηκώνουν τη μεροληψία. Αληθινά αριστουργήματα.
Τα συγχαρητήριά μου, Nugs. Ειλικρινά με εντυπωσίασες.
τυφλός ωρολογοποιός σε διαρκή μαθητεία… και όταν οι μηχανισμοί αρνούνται την ευαισθησία του μικρού κατσαβιδιού υπάρχει ο νόμος της σφύρας.
Καλωσήλθες επιτέλους με κείμενα αγαπητέ.
…”κάτι αλήθεια υπάρχει εδώ,κάτι “μαγικό”,κάτι
πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθου…”
Παραφράζοντας τον γνωστό στίχο του Διονύση
Σαββόπουλου,καταθέτω την αποψη μου.
Υ.Γ
“το θρόισμα να αγαπώ γιατι σε περιέχει”.
Στίχοι σαν κι αυτόν σου φτιάχνουνε τή μέρα!
Συγχαρητήρια!
ας ρωτήσουμε τον Dawkins αγαπητέ..
το κοπή πίτας ποίημα πραγματικά !!
Ποίηση νευρώδης, σφριγηλή, με ευχάριστα ξαφνιάσματα πρόωρης ωριμότητας. Από τις καλύτερες αναρτήσεις νέων ποιητών που αξίζει να διαβαστούν…
Σας συναντώ συχνά στο ποιείν. Είστε τόσο σίγουρος για τα γραφόμενα και τις απόψεις σας που θα τομούσα να πω ότι διακατέχεστε από έπαρση. Aυτή σας η στάση αντικατοπτρίζεται στα ποιήματα σας τα οποία βγάζουν προς τα έξω μια σκληρότητα που δεν νομίζω να βοηθά την ποίηση. Βρίσκω πως θα μπορούσαν να είναι μικρότερα σε έκταση.
Από πότε η σκληρότητα δε βοηθά την ποίηση;
Ο κ. Μουζάκης δε χρειάζεται υπερασπιστές , αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτή ακριβώς η απουσία γλυκερού συναισθηματισμού κάνει τα ποιήματά του τόσο στέρεα.
Ο κύριος Μουζάκης δε χρειάζεται υπερασπιστές, ούτε ασφαλώς ο/η michalis, οπότε, αγαπητή ειρήνη, ας δεχτούμε ότι καθένας μας μιλά για τον εαυτό του: ο κύριος Μουζάκης έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στα ποιήματά του, ο/η michalis έχει το δικαίωμα να “βλέπει” αυτά που θέλει και να μιλά για αυτά, εσύ έχεις το δικαίωμα να εκφράζεις τις αντιρρήσεις σου – κι εγώ, με τη σειρά μου, το δικαίωμα να σχολιάσω, με κοσμιότητα και σεβασμό, τα εξής:
Ο κύριος Μουζάκης δείχνει έπαρση. Δεν θα σταθώ στα σχόλια και στις απόψεις του, τις οποίες παραθέτει με παραστατικότητα ανάλογη του Feynman (χωρίς, ωστόσο, την απλότητα και τη χάρη του τελευταίου) και με εκτεταμένη χρήση του γ’ ενικού, σαν κατηχητής ή δάσκαλος Zen. Θα σταθώ στα κείμενά του, όπου εκεί η έπαρσή του, πηγαία και αυθεντική, τον κρατά όρθιο μπροστά στη μανία των οραμάτων του. Σκεφθείτε τον Ναπολέοντα μετά το Αούστερλιτς ή το Βατερλώ: ίδιος μπροστά στη νίκη και μπροστά στην ήττα, αγέρωχος, ακέραιος, δεν παραδίνεται στη μέθη της επιτυχίας, δεν ψυχορραγεί στο πικρό ποτήρι της αποτυχίας. Πόσο μάλλον για έναν ποιητή, ο οποίος έχει κι εκείνος, όπως όλοι μας, mutatis mutandis, τα Αούστερλιτς και τα Βατερλώ του. Αντί να εγκλωβίζεται στην εκάστοτε συναισθηματική εμπειρία, σηκώνεται, τινάζει τη σκόνη και περπατά, μελετώντας τα λαμπρά παλικάρια, τις αθάνατες ελπίδες και τις αιώνιες διαψεύσεις, για να κάνει στο τέλος τη σούμα του: κι αυτή η σούμα είναι ο ίδιος ο ποιητής, ως χαρακτήρας και ως πρόσωπο πλέον, που δεν έχει ανάγκη να κρύψει τίποτε, ούτε να προσποιηθεί κάποιον άλλο. Είναι δημιουργός του έργου του, και ως τέτοιος, έχει δικαίωμα και υποχρέωση να σταθεί επάνω από αυτό, να σκύψει επάνω του και να δει το πρόσωπό του. Κι αν πρέπει κάποιος να μιλήσει, ας είναι αυτός, μιας και
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.
Όσο για το αν η σκληρότητα βοηθά ή όχι την ποίηση, βρίσκω το ερώτημα ανάλογο με το αν η τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου ή/και η πίστη μας βοηθά το Θεό. Συμφωνώ, ωστόσο, με το σχόλιο του/της michalis (διατηρώ την ονομαστική για την αποφυγή παρεξηγήσεων) ως προς την έκταση και συγκεκριμένα στην επιλογή και παράθεση κάποιων περιττών, κατά την γνώμη μου, λέξεων, οι οποίες give στην έπαρση a bad name.
ΥΓ. Κύριε Μουζάκη, τα δύο πρώτα ποιήματα τα βρήκα εξαιρετικά.