
Ερμηνεύουν και υπερασπίζονται την ποίηση, ενώ εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν και πώς η ποίηση δύναται να εκφράσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Να μιλήσει δηλαδή, όχι μόνο για τον εσωτερικό κόσμο της, μα και για τον κόσμο έξω από αυτήν. Αναρωτιούνται αν η ποίηση λειτουργεί κατά πως φαίνεται ή και αλλιώτικα. Αναρωτιούνται αν η ποιητική γραφή περικλείει δυνάμεις που πρέπει να ανακαλύψει ή απλά να αποδεχτεί κανείς. Διερωτήσεις του πρωτάρη. Δουλειά από τέταρτο χέρι. Φιλολογία επί μαρμάρων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παρόμοια με τον τρόπο που γίνεται κάποιος ακαδημαϊκός, εντελώς αυθαίρετα δηλαδή, έχουν αποκτήσει τον τίτλο του ποιητικού μέντορα ενώ οι παραβλέψεις και τα λάθη των κρίσεών τους είναι ασυγχώρητα, όμοια με εκείνα των ακαδημαϊκών. Παίρνουν θέση υπέρ ενός, μονομερούς και εντελώς περιφερειακού χαρακτήρα, κανόνα, ο οποίος αποδεδειγμένα αδυνατεί να εκφράσει ουσιαστικά το ποιητικό φαινόμενο. Και να επισημάνουμε πως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για εκείνους που εύκολα πηγαίνει το μυαλό μας. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι και γενικώς «περί της ποίησης» οι οποίοι όντας εχέφρονες μένουν σιωπηλοί, υπό την έννοια πάντοτε πως δεν διακατέχονται από την «ευθύνη» να διαφωτίσουν κανέναν.
Ποια είναι μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από την άποψη πως μόνο ένα μέρος της γλώσσας μπορεί να υποστηρίξει την ποίηση; Πως το εικονικό είναι συγχωνευμένο με το πραγματικό; Πως η ποίηση βρίσκει τον δρόμο της χρησιμοποιώντας τα γνωστικά εργαλεία που βάναυσα έχουν θέσει ολόκληρη την παγκόσμια κοινωνία στην υποτέλεια; Πως αναμένεται επιτέλους κάποιο ποιητικό όραμα; Φωστήρες από τα Άβδηρα.
Σαν απάντηση λέω πως αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση. Πως το εικονικό είναι εκζήτηση της βλακείας και μόνο οι αστοιχείωτοι έχουν λόγους να του προσδίδουν σημασίες και έννοιες. Πως το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από εκείνον που χρειάζεται να τεμαχίζει αδιάκοπα τη γνώση και τη διάνοια για να το αντιμετωπίσει. Πως η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης· και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη. Πως το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και πως το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής.
Ο ποιητικός λόγος δεν θα ήταν ποιητικός εάν από τη φύση του δε διέθετε τις δυνάμεις εκείνες που τον καθιστούν μυστικό ελεγκτή των πραγμάτων. Από την άλλη, ο ποιητικός λόγος ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, ή άλλη σύμβαση, για να καταφέρει να είναι ποίηση. Ο ποιητικός λόγος δεν «ασχολείται» μήτε «συστηματικο-ποιείται». Η ποίηση εκφράζει την κατάσταση της αληθινής σχέσης με τη ζωή, με τους ανθρώπους και κάθε τι που από αυτούς απορρέει. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της, όταν κανείς την διαβάζει.
Στην πραγματικότητα η ποίηση έχει ήδη δράσει πριν ακόμη γραφτεί, ή καλύτερα, είναι μία αδιάκοπη αν και μεταβαλλόμενης ισχύος δράση, η οποία βρίσκεται μονίμως λίγο ή πολύ πιο μπροστά από τα πράγματα. Γιʼ αυτό και η ποίηση είναι χρήσιμη, γιατί μπορεί να μεταστρέψει τον αναγνώστη. Η ποίηση που δεν μεταστρέφει είναι ραβασάκι της ντροπής. Η κοινωνία οφείλει να επωφελείται από τον ποιητικό λόγο γιατί πολύ απλά αργεί εκείνη η μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα είναι ποιητές. Η κοινωνία μπορεί να αναζητήσει τις πιο καίριες απαντήσεις μέσα στην ποίηση.
Διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων (και δυστυχώς όχι μόνο μεγάλων ηλικιών) που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον. Και αν ακόμη θεωρούν πως μία επίγνωση μπορεί να σταθεί για κάτι τέτοιο ικανή, δηλαδή να παράσχει στον κάτοχό της άδεια ποιητική, πόσο πραγματικά αξίζει εφόσον τίποτα δεν επιφέρει; Έχει οδηγήσει πουθενά πέρα από τις ξέρες των κρατικών βραβείων το γνωστό κατεστημένο της ποιητικής γραφής στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια;
Η επίγνωση δεν είναι ποιητικά χρήσιμη αν δεν αντανακλά μία με φυσικό τρόπο ορισμένη Θέση. Δηλαδή, η επίγνωση δεν αφορά κανέναν πέρα από τον κάτοχό της εάν δεν είναι Κενή. Διατυμπανίζουν ένα αλαλούμ επινοήσεων τόσο απομακρυσμένων από την υπαρξιακή συνθήκη που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν οτιδήποτε εκτός από ποίηση.
Στην πραγματικότητα ένας αρκετά διευρυμένος κύκλος ασθενών προσωπικοτήτων, προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δοκίμια, άρθρα και ποιήματα που μόνο κατʼ επίφαση είναι τέτοια. Εάν οι άνθρωποι αυτού του συγκεκριμένου κύκλου ανακαλύπτουν μόλις τώρα τις δυνάμεις, τις τήξεις και τις ρίξεις του σύμπαντος που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ανθρώπινο», αυτό δεν σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραζόμαστε την αδαημοσύνη τους. Αντί να καταγράφουν όλες αυτές τις εντυπώσεις σε ένα προσωπικό ημερολόγιο, με την ανοχή εκδοτών και περιοδικών που είτε δεν είναι σε θέση να κρίνουν, είτε ελέγχονται, έχουν αυτοανακηρυχθεί ικανοί να καταπιάνονται με ένα τόσο δυναμικό και συνάμα εξοντωτικό φαινόμενο όπως η ποίηση.
Συνοδεία σʼ αυτήν την παράτα: η κριτική. Εκείνη που θέλει, μα ουδέποτε απέδειξε πως είναι σε θέση να ονομάζεται έτσι. Για όλους αυτούς τους θεατρίνους η ποίηση ξεκινά και σταματάει στις μεταξύ τους συμφωνίες. Σε μία ολοφάνερη πλέον omertà. Τους ποιητές τους τρέμουν.
Θα εμφανιστούν οπωσδήποτε ορισμένοι απʼ αυτούς και θα θέσουν το γνωστό εκείνο «ερωτηματάκι», πείτε μας τότε εσείς, κύριε υπογράφοντα αυτού του δύσμοιρου κειμένου, ποια είναι η άλλη «άποψη» για την οποία κάνετε λόγο; Και θα περιμένουν, τι; Να τους τρίψει κάποιος στα μούτρα τα κιτάπια που εδώ και χρόνους έχουν με τον καλύτερο τρόπο εκφράσει το ποιητικό φαινόμενο; Όχι βέβαια, αυτό θα το έκανε μονάχα άλλος ένας «μέντορας» όμοιός τους.
Αλλά μήπως είναι δυνατό να ανεχθούν τις αυθεντικές πηγές; την πραγματική φύση της Μούσας, εφόσον το ποιόν τους δεν περιλαμβάνεται στη δική της λίστα; Αλλά γιατί άραγε θεωρούν πως η ποίηση χρειάζεται στην εποχή μας υπεράσπιση; Μήπως απλά για να καταφέρουν να συγχωνεύσουν με έμμεσο τρόπο τις δύστυχες αράδες τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Είναι δυνατόν να χρειάζεται η ποίηση υποστήριξη; Όχι βέβαια. Αν αυτό συμβαίνει προφανώς δεν μιλάμε για ποίηση. Μιλάμε για φιλολογική ενασχόληση.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς ξεκάθαρα στην βάση τους, διότι με τις απόψεις τους δείχνουν να μην αντέχουν καν τον ρόλο που τους αρέσει να παίζουν. Μήπως υπάρχει έστω κι ένας από δαύτους που αντέχει τον δημόσιο διάλογο με θέμα την ποίηση; Τους το προτείνω, όπως τους προτείνω συνάμα να αλλάξουν βιβλιοθήκη, να αλλάξουν ζωή και εαυτό. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις, αν είσαι ποιητής.
Φαίνεται πως ο νεότερος κόσμος έχει επικινδύνως υποταχθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και ψυχαναλυτικών ιδεών, το οποίο έχει οδηγήσει τα πράγματα στην κατάντια που επικρατεί γύρω μας. Καθώς και στην κατάντια να έχουμε για ποιητές αυτού του κυκλώματος τα φερέφωνα. Πρόσφατα μάλιστα από την πλευρά τους τα πράγματα κάπως αγρίεψαν. Μα ποιος μπορεί να φοβηθεί τους δειλούς που κρύβονται πίσω από μια κόλα χαρτί; Διακρίσεις, περιοδικά, ανθολογίες, πανεπιστήμια, κατινισμός, λιβανιστήρια. Κανείς δεν τα χρειάζεται όλα αυτά. Αυτή είναι αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο που την 21η Μαρτίου δεν υπάρχουν ποιητές σε κοινή θέα.
Μάρτιος 2008
Το “ποιείν” έλαβε και (δημοσιεύει…για την ιστορία) τις παρακάτω προσκλήσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2008.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Η Στοά του Βιβλίου και το PoeticaNet
γιορτάζουν την Ημέρα της Ποίησης
και σας προσκαλούν
στο 35ο Ποιητικό Βήμα σε έναν αντιποιητικό κόσμο
stoabibliou@poeticanet.gr
η ποίηση στον αιώνα της πληροφορίας
Θα εισαγάγουν/ανιχνεύσουν το θέμα:
Δημήτρης Δημηρούλης
καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας & Μ.Μ.Ε.
στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, συγγραφέας,
Ελισάβετ Αρσενίου
επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας
του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου, ποιήτρια
Το κοινό θα αποσπάσει πληροφορίες από τα ποιήματα των:
Βασίλη Αμανατίδη,
Κλεοπάτρα Λυμπέρη,
Παυλίνα Παμπούδη,
Γιάννη Στίγκα,
ενώ το hip hop συγκρότημα
ENEMY
Θα παρουσιάσει τραγούδια από τον καινούργιο του δίσκο
και θα συγκρουστεί live με ζωντανά ποιήματα
Συμμετέχουν:
ο Δημοσθένης Αγραφιώτης
ποιητής, καλλιτέχνης διαμέσων,
και η Αμερικανίδα ποιήτρια
Heather Raikes
η οποία θα μιλήσει για τη δουλειά της
από video, που γυρίστηκε ειδικά για την εκδήλωση αυτή.
Συντονιστής
Ιωσήφ Βεντούρας,
ποιητής
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
τη Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008 , ώρα 20.00
στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου
(Αρσάκειο Μέγαρο, Πεσμαζόγλου 5)
ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Διαβάστε τα αγαπημένα σας ποιήματα
μαζί με σπουδαίους έλληνες ποιητές
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2008
και την έκδοση του βιβλίου Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα
σε επιμέλεια – ανθολόγηση του Ευριπίδη Γαραντούδη,
ο ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα)
σας προσκαλεί σε μια γιορτή ποίησης,
στην οποία εσείς και σπουδαίοι σύγχρονοι έλληνες ποιητές
θα διαβάσετε τα αγαπημένα σας ποιήματα.
Συμμετέχουν οι ποιητές:
Γιώτα Αργυροπούλου, Αλέξανδρος Αρδαβάνης, Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Δάλλας, Μάνος Ελευθερίου, Βασίλειος Ζούβιας,
Ρούλα Κακλαμανάκη, Στάθης Κουτσούνης, Μαρία Κυρτζάκη, Δήμητρα Κωτούλα, Τζένη Μαστοράκη,
Νίνος Φένεκ Μικελίδης, Μάριος Μιχαηλίδης,
Τίτος Πατρίκιος, Μανόλης Πολέντας,
Μανόλης Πρατικάκης, Μαριλένα Πρωίμου,
Σταύρος Σταυρόπουλος, Θανάσης Χατζόπουλος
Διαλέξτε, λοιπόν, το αγαπημένο σας ποίημα
και ελάτε να το διαβάσετε στην παρέα μας
την Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008,
στις 8:00 το βράδυ.
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΤΕ
Όσοι από εσάς ενδιαφέρεστε να λάβετε μέρος στην ποιητική βραδιά του ΠΟΛΥΧΩΡΟΥ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ δηλώστε τη συμμετοχή σας στέλνοντας στο e-mail: polychoros1@metaixmio.gr ή στο fax: 211 3003562 τα εξής στοιχεία, με την ένδειξη «Βραδιά Ποίησης»:
Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, e-mail
Τον τίτλο του ποιήματος που θα διαβάσετε, τον ποιητή και τον αριθμό των λέξεων του ποιήματος.
ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Το αγαπημένο σας ποίημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 300 λέξεις.
Οι συμμετέχοντες μπορούν να διαβάσουν μόνο έργα τρίτων (ελλήνων και ξένων ποιητών).
Δηλώσεις συμμετοχής έως τις 17/3/2008.
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Οι ενδιαφερόμενοι θα ειδοποιηθούν τηλεφωνικά για τη συμμετοχή τους.
Η ελληνική πολιτική ποίηση
γιορτάζει στο Megaron Plus !
Συναυλία–παράσταση αφιερωμένη στην πολιτική ποίηση
Τραγουδούν η Μαρία Φαραντούρη
και ο Ζαχαρίας Καρούνης
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Ώρα έναρξης 8.30 μ.μ.
Γενική είσοδος: 20 ευρώ
Φοιτητικό: 10 ευρώ
Στο πλαίσιο του εορτασμού της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, το Megaron Plus, σε μια συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, η οποία έχει πλέον καθιερωθεί τα τρία τελευταία χρόνια, οργανώνει συναυλία–παράσταση με θέμα την ελληνική μελοποιημένη πολιτική ποίηση, την Πέμπτη 20 Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Την έρευνα, την επιλογή των τραγουδιών και την ενορχή-στρωση της παράστασης ανέλαβε ο συνθέτης Γιώργος Παπαδάκης, στο σενάριο συνεργάστηκε η ποιήτρια και στιχουργός Αγαθή Δημητρούκα και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Βασίλης Νικολαΐδης. Τραγουδούν η Μαρία Φαραντούρη και ο Ζαχαρίας Καρούνης με τη συνοδεία οκταμελούς ορχήστρας. Συμμετέχουν οι ηθοποιοί Εύα Κοταμανίδου και Νίκος Μπουσδούκος.
Η ενασχόληση της ποίησης με την πολιτική υπήρξε σχεδόν πάντοτε συνεχής, ποικιλόμορφη και εκτεταμένη. Στην ελληνική ποίηση, από τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο ως τον Κωστή Παλαμά και τον Άγγελο Σικελιανό, από τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Κώστα Βάρναλη ως τον Γιώργο Σεφέρη και τον Γιάννη Ρίτσο, από τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Τίτο Πατρίκιο ως τους ποιητές των νεώτερων γενεών, το πολιτικό στοιχείο, στις διάφορες διατυπώσεις του, αποτελεί ένα σταθερό συστατικό της ποιητικής μας ανθρωπολογίας.
Η συναυλία-παράσταση που θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής παρουσιάζει ένα ευρύ ρεπερτόριο αρχίζοντας από την εποχή των τραγουδιών που αναφέρονται στα επεισόδια από τη ζωή, τα αισθήματα και τη δράση των αγωνιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, που και αυτά, βεβαίως μπορούν να θεωρηθούν εκτός από πατριωτικά–εθνικοαπελευθερωτικά και τα πρώτα πολιτικά μετά τα τραγούδια του Ρήγα. Μια ποικιλία από τραγούδια της ανώνυμης και της επώνυμης δημιουργίας εκφράζουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο τα κοινά αισθήματα που προκαλούνται από τα γεγονότα και γενικά από τις διάφορες μορφές καταπίεσης ή περιορισμού των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που επιβάλλονται εκ μέρους κάθε αυταρχικής εξουσίας. Περιλαμβάνονται επίσης τραγούδια από την εποχή της εθνικής αποκατάστασης μέχρι τον Βʼ Παγκόσμιο πόλεμο.
Στο πρόγραμμα αντιπροσωπεύεται η μεγάλη και βαθιά τομή στην ιστορία του τραγουδιού της νεότερης Ελλάδας, που εισηγήθηκαν στα μέσα του 20ου αιώνα ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις. Το είδος του τραγουδιού που καλλιέργησαν οι δυο μεγάλοι μας δημιουργοί είναι βαθύτατα πολιτικό. Ο Χατζιδάκις με την επεξεργασία της μορφής και την αισθητική του πρόταση που καλλιέργησε το κοινό αισθητήριο, ο δε Θεοδωράκης, περισσότερο από κάθε άλλον συνθέτη στην ιστορία του τραγουδιού, συνέδεσε, όπως είναι γνωστό, άμεσα και δυναμικά την τέχνη του με το λαϊκό κίνημα σε μια κρίσιμη στιγμή του.
Ενδεικτικά, ορισμένοι τίτλοι των τραγουδιών που θα ακουστούν είναι οι εξής: Ευριπίδη Τρωάδες – μουσική Ελένη Καραΐνδρου, Δημοτικό Θρήνος της Άλωσης, Θούριος Ρήγα Φεραίου, Κλέφτικο – Οι κλέφτες μπαρμπερίζονται, Ανδρέα Κάλβου Εις Σάμον – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Το άσμα της δικαιοσύνης (πολιτική σάτιρα Επιθεώρηση), Η κοσμογονία (πολιτική σάτιρα Επιθεώρηση), Κάποια μάνα αναστενάζει στίχοι-μουσική Βασίλης Τσιτσάνης, Το πρόσωπο της νύχτας στίχοι -μουσική Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννη Ρίτσου Επιτάφιος – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Τάσου Λειβαδίτη Δραπετσώνα – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Οδυσσέα Ελύτη Ένα το χελιδόνι – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Νίκου Γκάτσου Χελιδόνι σε κλουβί – μουσική Μάνος Χατζιδάκις, Μπρένταν Μπήαν Άνοιξε λίγο το παράθυρο – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Ιάκωβου Καμπανέλλη Μαουτχάουζεν – μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Μάνου Ελευθερίου Τραγούδια του Αγώνα – μουσική Μίκης Θεοδωράκης.
Η έκφραση πολιτικών συναισθημάτων παρέχει μερικές από τις πλέον σημαντικές στιγμές της νεοελληνικής ποίησης. Αυτός είναι ο λόγος που το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου αποφάσισε η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης να είναι αφιερωμένη στην πολιτική ποίηση. Στις 20 Μαρτίου, στην εκδήλωση του Megaron Plus, θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ορισμένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μελοποιημένα από τους μεγαλύτερους συνθέτες μας.
Eταρεία Συγγραφέων περιοδικό (δε)κατα
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ και
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ του περιοδικού (δε)κατα
Η φετινή Ημέρα Ποίησης θα είναι μια Βραδιά αφιερωμένη στη φύση και το περιβάλλον. Tην οργανώνουν το Γαλλικό Ινστιτούτο, η Εταιρεία Συγγραφέων και το περιοδικό (δε)κατα . Περί τους 30 ποιητές θα διαβάσουν ποιήματά τους σχετικά με τη φύση και το περιβάλλον την Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, Σίνα 31, στις 7:30 μ.μ. Θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ του Άγγελου Παπαστεφάνου Στενά του Νέστου, ενώ στο πιάνο ο Αστέρης Παπασταματάκης θα παίξει κομμάτια τζαζ.
Το ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΕΥΧΟΣ (13ο, Άνοιξη 2008), που θα παρουσιαστεί την ίδια βραδιά, είναι το πάντρεμα λογοτεχνίας, επιστήμης, δημοσιογραφίας και ακτιβισμού. Εστιάζει στο περιβάλλον, στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και σε άλλα θέματα που προκύπτουν από το αίτημα προστασίας του πλανήτη μας σε παγκόσμια και τοπική κλίμακα, με έρευνες, δοκίμια, άρθρα, διηγήματα, ταξιδιογραφήματα, ποιήματα, σχόλια, και κριτικές βιβλίου.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΕΚΤΟΝ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, στο θέατρο “Αλεκτον” θα λάβει χώρα μια συναυλία όπου πέντε νέοι καλλιτέχνες θα τιμήσουν με το δικό τους τρόπο την υψηλότερη των τεχνών.
Ο Στέφανος Κακαβούλης και η Μαρίλια Αξιώτη θα τραγουδήσουν γνωστές μελοποιήσεις και καινούργιες ποιημάτων από μεγάλους συνθέτες όπως Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Σπανό, Μούτση, Λάγιο κ.α.
Ό Πέτρος Αλατζάς και η Εύα Κεχαγιά θα απαγείλουν ποίηση των Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίτσο, Καρούζο, Εγγονόπουλο, Δημουλά, Βαρβέρη κ.α.
Και ο Θωμάς Κοντογεώργης θα συνοδεύει στο πιάνο.
Ώρα έναρξης: 22.00
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ
ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
Με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Ποίησης
στο “Πατάρι του Αρμού”
συγγραφείς, ποιητές
και άνθρωποι των γραμμάτων διαβάζουν
Έζρα Πάουντ, Τζελαλαντίν Ρουμί, Άννα Αχμάτοβα, Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε,
Στεφάν Μαλλαρμέ, Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Πιέρ Ρεβερντί, κ.α.
Ποιήματα θα διαβάσουν οι:
Γιώργος Βαρθαλίτης, Σωτήρης Γουνελάς, Γιάννης Ζέρβας,
Άγγελος Καλογερόπουλος, Καδιώ Κολύμβα,
Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Λάνταβος,
Πολυξένη Μπίστα, Όλγα Παπαδοπούλου,
Δημήτρης Προύσαλης, Δημήτρης Τριανταφυλλίδης,
Κώστας Χατζηαντωνίου, κ.α.
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008
ώρα 8.00 μ.μ.
Τη βραδυά θα συντονίσει ο ποιητής
Άγγελος Καλογερόπουλος
Εκδόσεις Αρμός
Μαυροκορδάτου 11
106 78 Αθήνα
τηλ. 210 3830604 – 210 3304196
fax. 210 3819439
www.armosbooks.gr










“Διακρίσεις, περιοδικά, ανθολογίες, πανεπιστήμια, κατινισμός, λιβανιστήρια.”
Εύγε! Κόντρα στα φερέφωνα.
Αλλωστέ η καταγγελία τους είναι και ο λόγος ύπαρξής μας. Μας πολεμούν ή φανταζόμαστε ότι μας πολεμούν και ξεσπαθώνουμε με κριτικές. Μα τόσος φθόνος για το Ποιείν και τον Λειβαδά; Kαναγιές…που έγραφε και ο Αρθούρος. Εμείς οι “μυστικοί ελεγκτές των πραγμάτων” γράφουμε avant-garde Ποιήματα. “Πρόσφατα μάλιστα από την πλευρά τους τα πράγματα κάπως αγρίεψαν” . Μα γιατί δεν σιωπούν οπως οι “άλλοι, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι και γενικώς «περί της ποίησης» οι οποίοι όντας εχέφρονες μένουν σιωπηλοί”; Για την μικροεξουσία τους βέβαια. “Θυρωροί της ανύπαρκτης αιωνιοτήτας.” Π Ο Υ Λ Η Μ Ε Ν Ο Ι
Δειγμά γραφής –από το εξαιρετικό site του Ποιητή της Τζαζ:
45.
Συνάντησα μια φίλη μʼ ένα μωρό στη αγκαλιά.
Της είπα πότε πρόλαβες και το ʽκανες;
Μεγαλώνουμε, μου είπε, κοίταξέ το:
Σʼ έξι μήνες θα ξυρίζεται
Σʼ ένα χρόνο θα γαμήσει!
Και ο Μάρτης έλαμπε.
Τούτη η κουβέντα
Κρατήθηκε.
Όσους αναθεματισμούς κατάλαβα, τους συμμερίζομαι.
Αντιπρόταση-κινητοποίηση ή, έστω, κίνηση, δεν έχω αντιληφθεί, παρότι, ως φαίνεται, πολλοί μοιράζονται το ανάθεμα.
Το φαινόμενο αυτό
“ο νεότερος κόσμος έχει επικινδύνως υποταχθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και ψυχαναλυτικών ιδεών, το οποίο έχει οδηγήσει τα πράγματα στην κατάντια που επικρατεί γύρω μας”
είναι πανάρχαιο. Η κλίκα (άρα και η άρχουσα κλίκα) είναι ανθρώπινη φύση, τουλάχιστον (αν όχι και περισσότερο) όσο και η ποίηση.
Δελτίο Τύπου
Έπειτα από την επιτυχημένη παρουσία του ως συνθέτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με το έργο “Lament” την περασμένη Τρίτη, ο Κώστας Μπραβάκης επιστρέφει στην Αθήνα ως τραγουδοποιός τη Δευτέρα 17 Μαρτίου στη μουσική σκηνή “Αλάβαστρον” και παρουσιάζει το νέο του δίσκο με τίτλο
“Ο παράδεισος μακριά” που κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο, μαζί επιλεγμένα ελληνικά και ξένα τραγούδια.
Πρόκειται για έναν “ηλεκτρισμένο” κύκλο τραγουδιών τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά, ένας ιδιαίτερος τρόπος ανάγνωσης της καθημερινής πραγματικότητας.
Μαζί του είναι ο Σάκης Λάιος στα πλήκτρα και τα πνευστά, ο Παναγιώτης Πείδης στο μπάσο, ο Στέργιος Κόγιας στα τύμπανα και η Βαλεντίνη Παυλίδου στο τραγούδι
Η συνέντευξή του στον Αίολο (Χρήστος Μιχαήλ) εδώ:
http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=1504
Και τόση λύσσα Ζώιλε να “σώσεις” το Ποιείν και να μας ανοίξεις τα μάτια…εσύ που δεν ξέρεις όπως λές τα λογοτεχνικά πηγαδάκια και το σινάφι;
Να σαι καλά, σε ευχαριστούμε, η παρουσία σου εδώ είναι πολύτιμη.
Η απουσία σου πολυτιμότερη.
Υ.Γ Πριν λίγο καιρό αν δεν κάνω λάθος τελείωσε και η εβδομάδα “΄Μόδας”. Άιντε 4 και σήμερα για να τελειώσει και αυτή. Υπομονή. Ποίηση είναι, θα περάσει.
Mα συμφωνω μαζι σας κε Αραβανή.
Ειναι τοσο διασκεδαστικο να διατυπωνεις –κακοπιστη παντα– κριτικη και μετα να απολαμβανεις τις αλυσιδωτες ψυχολογικες αντιδρασεις αυτων που αντιστεκονται στα κυκλωματα και στους κονομημενους ινστρουχτορες. Ως σκατοψυχος και ξιπασμενος τιμητης διασκεδαζω αφανταστα. Το αυτο ευχομαι και δι’ υμας.
Ειδικα οταν η κρινομενη ποιηση ειναι εξ ορισμου καλη αφου δημοσιευεται στο Ποιειν που αντιστεκεται, στο Ποιειν που επιμενει.
Φυσικα θελω να σωσω το Ποιειν–διαφορετικα δεν εχω λογο υπαρξης.
(Καλυτερα παντως διαγραμμενος: «Nous excitons la curiosité du public»)
Συνεχίζετε να κάνετε το μέγα λάθος να θεωρείτε το Ποιείν ως ομοιογενες σύνολο-ομάδα πληρωμένων δολοφόνων και μίζερων ποιητών. Ο καθένας διατυπώνει τη θέση του και βρίσκει χώρο-χρόνο εδώ για να κρίνει και να κριθεί, με την προυπόθεση οτι σέβεται το περιβάλλον και διατυπώνει επιχειρήματα.
Αν θέλετε να γεννάτε μύθους κτλ για το Ποιειν, ελεύθερα.
Αν πληρώνεστε για να γεννάτε μύθους καλή αποταμίευση. Θα βγάλετε πολλά.
Ευτυχώς που το υλικό είναι ανοικτό στους αναγνώστες.
“Η ημέρα της ποίησης είναι ο θεσμός της απουσίας της”
Ποίηση.
Και για να στο κάνω Ζώιλε πιο λιανα για να το καταλαβεις:
Θυμάσαι τι γράφουν τα περιοδικά και οι εφημερίδες (μερικές φορές):
Το χ δημοσιεύει μόνο ενυπόγραφα κείμενα. Τα ενυπόγραφα κείμενα δεν εκφράζουν απαραιτήτως τις θέσεις του περιοδικού.
Έτσι γίνεται διάλογος Ζώιλε.
Αλλιώς τρώμε τη σάρκα μας για να χορτάσουμε.
To κατάλαβα, αλλα ζω στον κοσμο του Ηοbbes και του Κονδυλη–homo hominis lupus.
Ας μου επιτραπούν κάποιες αντι-επετειακές σκέψεις.
Η ποίηση περιγράφει και αποκαλύπτει την προσωπική αλήθεια εκάστου.Ίσως για αυτό το λόγο η αξία της είναι σχετική, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα (ότι τάχα έχει οικουμενικό βεληνεκές). Επειδή ο ποιητής γράφει κυρίως η μόνο μέσα από τον ” πόνο” του, λειτουργεί εξανθρωπιστικά δηλαδή επαναφέρει η προσπαθεί να επαναφέρει τον άνθρωπο στα μετρα του.
Με άλλα λόγια επιχειρεί να αποπαγιδεύσει τον συνάνθρωπο από τους τρόπους και τους ρυθμούς
που επιταγχύνουν τη φθορά του.
Τέτοιες λοιπόν διαδικασίες (εννοώ ποιητικές) δεν έχουν χρείαν επετειών μηδέ επαιτείας.
Φιλικά
Μόλις γύρισα από τον Μπραβάκη-ΕΞΟΧΟΣ!…
Αναδημοσίευση, Καθημερινή 18/3/08, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_18/03/2008_263195
Ορισμένα στερεότυπα για την ποίηση
Είμαστε όντως «έθνος ποιητών»; Κανένας λόγος όμως δεν υπάρχει να νιώθουμε ότι ανταγωνιζόμαστε σε λογοτεχνικά καλλιστεία
Του Παντελη Μπουκαλα
Για την ποίηση και τους ποιητές κυκλοφορούν από παλιά κάμποσα στερεότυπα που η μακροημέρευσή τους διόλου δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι ορισμένα εξ αυτών είναι αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα. Με αφορμή την επερχόμενη Ημέρα της Ποίησης, την Παρασκευή 21 του μηνός, θα προσπαθήσω εδώ να προσδιορίσω και να συζητήσω με υποχρεωτική συντομία κάποια από αυτά, με τη σιγουριά ωστόσο ότι και του χρόνου για τα ίδια πάνω-κάτω θα μιλάμε· ό,τι εννοούμε ως κοινό αίσθημα δεν αλλάζει εύκολα, ιδίως όσο η εκπαίδευση συνεχίζει να μην καλλιεργεί την όρεξη της ποίησης ή, παρά το πάθος των «ταμένων» δασκάλων, να την αφήνει στου δρόμου τα μισά.
Δικαιώματα σε αισθήματα
Οι ποιητές, λοιπόν, σύμφωνα, με ένα από τα ανθεκτικότερα στερεότυπα, το οποίο συγκεφαλαιώνει μια πίστη που όπως κάθε πίστη αντλεί ισχύ από τον εαυτό της κι από τίποτε άλλο, είναι οι κατεξοχήν ευαίσθητοι, αν όχι οι πλέον ευαίσθητοι των ανθρώπων· από κάποια στιγμή κι έπειτα μάλιστα είχε γίνει πολύ του συρμού η λέξη «αισθαντικός», περίπου ως συνώνυμη του «ποιητή», η οποία μοιράζει πλέον τις εμφανίσεις της με την επίσης βαριά στον ήχο αλλά όχι οπωσδήποτε και στο νόημα λέξη «βιωματικός». Κανένας τίτλος, αν είναι καν τίτλος το «ποιητής», δεν χορηγεί αποκλειστικά δικαιώματα σε αισθήματα ή σε διανοήματα, το «αρχή άνδρα δείκνυσι» άλλωστε έχει και εδώ την ισχύ του. Αν σέρνεις στίχους στο χαρτί, δεν σημαίνει ότι αποκαθιστάς οπωσδήποτε άμεση επικοινωνία με τις μούσες ούτε ότι συγκαταλέγεσαι αυτομάτως στους «προφήτες», στους «διά γραφήν ιερούς σαλούς», στους «μάγους». Οποια κι αν είναι είναι η πόζα σου, που σε φέρνει υποτίθεται πιο κοντά στο «μοντέλο, η «δωρεά» δεν αρκεί ούτε καν για το ξεκίνημα σε έναν δρόμο μακρότατο και κοπιώδη, με σαφώς περισσότερες τις απογοητεύσεις του από τις ευφρόσυνες στιγμές του.
Αυτή λοιπόν η αριστοκρατικής σύλληψης ταξινόμηση και ιεράρχηση, όπου οι ποιητές λογίζονται αυτονοήτως ανώτεροι στο «άθλημα» της ευαισθησίας όχι μόνο από το «απλό κοινό» αλλά και από όσους επιδίδονται στην καλλιέργεια «πεζότερων» εκδοχών της τέχνης, δημιουργεί έναν μύθο, έναν κολακευτικό μύθο, που, καθόλου παράδοξο, συνυπάρχει και ενίοτε συνεκφέρεται με έναν κατεδαφιστικά απαξιωτικό μύθο: πως οι ποιητές είναι ψώνια, τύποι μάλλον και καρικατούρες παρά ανθρώπινα πλάσματα που φάγανε κάποια στιγμή την πετριά τους και έκτοτε διαβιούν εκτός πραγματικότητας, σ’ έναν παράλληλο κόσμο καμωμένο από χαρτί, μελάνη και ιδέες. Είναι λοιπόν κάτι σαν μέντιουμ στην υπηρεσία των μουσών, δεν κατατρύχονται από βιοτικές έγνοιες και μιλούν σε μια γλώσσα σκοτεινή – εξ ου και το «τι θέλει να πει ο ποιητής;», ένα άλλο κλισέ κι αυτό, που παραδίδεται από (εκπαιδευτική) γενιά σε γενιά.
Με το «τι θέλει να πει ο ποιητής» συναρτώνται δύο άλλα στερεότυπα, αντιφάσκοντα και μολαταύτα συνυπάρχοντα. «Γιατί σιωπούν οι ποιητές;» είναι το πρώτο (οι ποιητές, εδώ, νοούνται ως τμήμα της ασαφούς κατηγορίας των «διανοουμένων», η «σιωπή» των οποίων συχνά-πυκνά καταγγέλλεται χωρίς ουσιώδη αιτία), «γιατί δεν ακούμε τους ποιητές;» το δεύτερο, όπου συνήθως η απάντηση (η διάγνωση του Φρίντριχ Χέλντερλιν, «Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;», κατά τη μετάφραση του Σεφέρη) δίνεται πριν καλά καλά τεθεί το ερώτημα· κάθε φορά που κατηγορούμε τον «μικρόψυχο καιρό», αρπαζόμαστε από κάποιον άλλον, «γενναιόψυχο», μόνο που δεν τον προσδιορίζουμε.
«Σιωπή των ταγών»
Αν έχουν να πουν οι ποιητές, το λένε με τα γραφτά τους, τα ποιήματά τους, καλά ή κακά, εγκοινωνισμένα ή αναχωρητικά. Ακόμα κι αν μια στο τόσο αθροίζουν την υπογραφή τους σε κάποιο κείμενο διαμαρτυρίας, επί παραδείγματι, ή και προεκλογικής-προτρεπτικής χρήσης, ή παρεμβαίνουν με την «πρόζα» τους, σποραδικά ή συστηματικότερα, στα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα ή στα θεωρούμενα εθνικά, ο λόγος τους και η υπογραφή τους δεν βαραίνουν, δεν πρέπει δηλαδή να βαραίνουν περισσότερο από των άλλων· τίποτε το ευγενέστερο δεν διαθέτουν εκ προοιμίου και εξ ιδιότητος οι κινήσεις τους αυτές, δεν βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια εξαιτίας της «ποιητικογένειάς» τους και μόνο, ούτε και είναι οπωσδήποτε στοχαστικότερες. Για να μιλήσω συγκεκριμένα, ο Οδυσσέας Ελύτης ως πολίτης αναγνωρίζεται και εντοπίζεται (και μέσα στις αντιφάσεις του) πρωτίστως στο «Αξιον Εστί», στη «Μαρία Νεφέλη» κτλ. παρά στο «μήνυμα» που εξέδωσε κάποια στιγμή υπέρ του ήδη εξαχνωθέντος και λησμονηθέντος κόμματος του κ. Αντώνη Σαμαρά, της «Πολιτικής Ανοιξης». Και για να κρίνουμε αν ένα ποιητικό έργο, που απλώθηκε με τις εσωτερικές του αντινομίες και ανατροπές στη διάρκεια δεκαετιών, του Γιώργου Σεφέρη ή του Γιάννη Ρίτσου, λόγου χάρη, δεν θα το περάσουμε βέβαια από την κρησάρα των δικών μας πολιτικών ή ιδεολογικών προτιμήσεων και εμμονών, ώστε να το επαινέσουμε (με όρους εξωλογοτεχνικούς που ώς έναν βαθμό υποκρίνονται τους αυστηρώς φιλολογικούς) στην περίπτωση συμφωνίας και να το μειώσουμε αν βρίσκεται σε απόσταση ή και σε εναντίωση με τις δικές μας πεποιθήσεις.
Για να επανέλθω στη «σιωπή των ταγών», στα μαθηματικά τού πραγματικού κόσμου η εξίσωση ποιητής = στοχαστής (ή, γενικότερα, λογοτέχνης = στοχαστής), μολονότι εισάγεται σαν αυτονόητη, είναι αναπόδεικτη, μεροληπτική, άκριτα τιμητική. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μόνο ή το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι τεχνίτες του λόγου είναι να αποσυρθούν στον χρυσελεφάντινο πύργο τους, για να μη «λερωθούν» από τον όντως κόσμο. Κάθε άλλο. Ως πολίτες όμως υπάρχουν έξω από οποιοδήποτε καθεστώς «τιμοκρατίας» νέου τύπου, χωρίς συντεχνιακά διάσημα. Δεν συντρέχει λοιπόν λόγος (άλλος, τέλος πάντων, από την «ανάγκη πατέρων» που υποτίθεται πως έχουν οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως ηλικίας) να αντιμετωπίζονται λατρευτικά, σαν να αποτελούν κάποιο άτυπο συμβούλιο σοφών ή «γερόντων», και τούτο είτε τους απασχολεί το ερώτημα του ομότεχνού τους Παλλαδά του Αλεξανδρέως, «την πόλη πώς ωφέλησες γράφοντας στίχους», είτε όχι.
Δύο επιπλέον στερεότυπα, από τον χώρο της μυθοπλασίας το ένα, παραμυθητικό το άλλο. «Είμαστε έθνος ποιητών» λέμε από παλιά, από τότε που ο «κανονικός» ακόμα έμμετρος στίχος έδινε μια ήδη δουλεμένη μορφή μέσα στην οποία μπορούσαν να «τρέξουν» (ή να βαλτώσουν) ρητορικές και αισθηματολογίες (η «ευκολία» αυτή έγινε ακόμα μεγαλύτερη με τον λεγόμενο ελεύθερο στίχο, όπου σε πολλές περιπτώσεις, και λόγω της απουσίας της φόρμας, τίποτε δεν λειτουργεί σαν σταθμός αυτοκριτικού αναστοχασμού ανάμεσα στην «έμπνευση» και το γράψιμο). Στατιστικές που να επιβεβαιώνουν ότι γράφουμε στίχους σε αναλογία μεγαλύτερη από την παρατηρούμενη σε άλλες χώρες και λαούς δεν γνωρίζω. Τα τελευταία χρόνια πάντως, το «πνεύμα της εποχής» καθοδηγεί προς τη συγγραφή μυθιστορημάτων: αυτά προκόβουν στην αγορά, και γι’ αυτά υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι εκδοτικοί οίκοι· «ιδίοις αναλώμασι» μόνο ποιήματα συνεχίζουν να εκδίδονται.
Πέρα από τους μύθους
Δεν υπάρχουν επίσης στατιστικές, ή τέλος πάντων ζυγαριές που να μας αποδεικνύουν ότι αληθεύει η πίστη μας πως «η ελληνική ποίηση είναι από τις καλύτερες του κόσμου» (αυτό το πιστεύουμε με το ίδιο πάθος που πιστεύουν οι πολιτικοί μας ότι «ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία μας»). Τα δύο Νομπέλ ή η οικουμενική δημοτικότητα του Κ. Π. Καβάφη έχουν το βάρος τους, αλλά σχετικό. Η ελληνική ποίηση έχει να παρουσιάσει λαμπρούς ποιητές (είτε τους συμπεριλαμβάνουν στους «κανόνες» τους οι γραμματολόγοι της Δύσης είτε όχι) αλλά και λαμπρά ποιήματα μέσα στο άνισο έργο άλλων ποιητών. Κανένας λόγος όμως δεν υπάρχει να νιώθουμε ότι ανταγωνιζόμαστε σε κάποιας μορφής λογοτεχνικά καλλιστεία και να χρησιμοποιούμε επικουρικά, σαν τίτλο ευγενείας, το γεγονός ότι σε τούτα τα μέρη γράφεται ποίηση, στις διάφορες εποχές της ελληνικής, επί χιλιετίες· αυτή η μακρότατη διάρκεια, προτρεπτικά πρέπει αν λειτουργεί, όχι βαυκαλιστικά. Ν’ αγαπήσουμε λοιπόν την ποίησή μας γι’ αυτό που είναι, και είναι πολύτιμο, κι όχι για να υφάνουμε έναν επιπλέον μύθο που τελικά θα μας αφήσει έξω από την ανάγνωσή της.
Η καλη ποιηση συνιστα eo ipso πραξη πολιτικη (παλαιοτερα εγραφαν κοινωνικη). Οι φωνασκουσες ευαισθησιες που αξιωνουν πολιτικη στρατευση ή ευκολο καταγγελτικο λογο παιζουν το παιχνιδι ισχυος που κερδιζει παντα. Ο Μπουκαλας αρθρωνει το νηφαλιο δημοσιο λογο του αλλα οι ” τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες” θα τον συγκαταλεξουν με τους δεοντες υπαινιγμους στο σωρο των διαπλεκομενων ποιητων και κριτικων.
Πράγματι. Ο ποιητής γράφει ποιήματα-και αυτό, δε σημαίνει τίποτε άλλο εξόν απ’ το ότι σέρνει στίχους στο χαρτί. Ως ποιητής, δε, θα κριθεί από τα ποιήματά του και μόνον.
Διερωτώμαι. Ο ευστοχότατος κ. Μπουκάλας, πόσο θεωρεί ότι απέχει η σημερινή πραγματικότητα από τις έξοχες παρατηρήσεις του;
Να αναδιατυπώσω, κρατώντας μόνο την ουσία-αν η απόσταση από τις έξοχες παρατηρήσεις του κ. Μπουκάλα δε διανύεται, μονάχα διαρκεί (που λέει και ο ποιητής ο στιχοσούρτης), αυτό οφείλεται στο “τι θέλει να πει ο ποιητής” της εκπαιδευτικής κοινότητος ή μήπως στην αποσιωπούμενη οσμή της λογοτεχνικής κλικοσηψαιμικότητος;
Ορισμένα στερεότυπα για τη δημοσιογραφία.
1. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, τα στερεότυπα που δεν δημιουργούν οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι αντλούν την ισχύ τους από το κεφάλαιο του συγκροτήματος που υπηρετούν, είναι πίστεις που αντλούν την ισχύ τους από τον εαυτό τους και από τίποτε άλλο.
2. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο οι δημοσιογράφοι είναι οι καταλληλότεροι για να κρίνουν ποιος και πόση ευαισθησία διαθέτει. Συγκεκριμένα: όλοι και όση απαιτεί η στήλη.
3. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, επειδή όλοι λίγο ως πολύ οι δημοσιογράφοι μουτζουρώνουν χαρτιά, όσοι μουτζουρώνουν χαρτιά δεν είναι δυνατόν να είναι ποιητές.
4. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, επειδή οι δημοσιογράφοι γράφουν σκουπίδια, δεν υπάρχει καμιά διάκριση ανάμεσα στα σκουπίδια και στην ποίηση.
5. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, επειδή οι δημοσιογράφοι παριστάνουν τους υπερασπιστές της μοναδικής αλήθειας, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι κάτι ψεύτικο παριστάνουν.
6. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, οι καιροί μας είναι μικρόψυχοι διότι δεν ακούμε τους δημοσιογράφους, οι οποίοι θυσιάζονται στην πάταξη της μικροψυχίας, με κίνδυνο να γίνουν οι καιροί μας γενναιόψυχοι και να χάσουν αυτοί τη δουλειά τους.
7. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, όλοι πρέπει να προσδιορίζουμε αυτό για το οποίο μιλάμε με ακρίβεια, εκτός από τους δημοσιογράφους, που δεν έχουν τον απαραίτητο χώρο.
8. Σύμφωνα με ένα δημοσιογραφικό στερεότυπο, οι μύθοι που δεν σπείρουν οι δημοσιογράφοι είναι ολέθριοι για το κοινωνικό σύνολο.
Όταν ο λόγος θέλει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα…
Τελικά ποιος είναι ποιητής ρε παιδιά, ο τυχαίος του αστυνομικού δελτίου που ψάχνει για ηθικό άλλοθι; Δε διαμορφώνει συνειδήσεις ο ποιητής, τι κάνει; Kόβει και ράβει την ηθική ευθύνη στα μέτρα του ταλέντου του;
Ουδείς ποιητής -όσο ζει- απαλλάσσεται της ηθικής ευθύνης της πένας του…
Εδώ δεν απαλλάσσεται ο απλός πολίτης, έτσι δεν είναι;
“Δε διαμορφώνει συνειδήσεις ο ποιητής, τι κάνει;”
Γραφει. Το ηθος του συγγραφεα ειναι το εργο του. Ο τρεχων βιογραφισμος: η εθελοτυφλη ψευδαισθηση πως το ηθος ενος συγγραφεα εντοπιζεται στην πολιτικη του δραση ή στις προσωπικες του σχεσεις ή στην σεξουαλικοτητα του. Ο Σεφερης, λενε, ηταν αρχηγος λογοτεχνικης κλικας, ο Μακρυγιαννης ηταν τοκογλυφος, o Xαμσουν φασιστας. Ε, και λοιπον;
Τουλαχιστον δεν ηταν σκιτζηδες. Αναζητηστε την αληθεια ή την ψευτια τους –το ηθικο ποιον τους–στο εργο τους.
Kε Μιχο η αρμοδιοτητα για τους ζωντανους σας ανηκει κατ’ αποκλειστικοτητα. Αμφιβαλλω εαν υπαρχει ενας ανεπιληπτος –τουλαχιστον οσο εσεις–απο δαυτους ωστε να δεχτει την αναμετρηση μαζι σας. Αλλωστε θα του ξεφουρνισετε μια ισως αγνωστη και γι’ αυτον επιληψιμη λεπτομερεια της ζωης του και θα τον συντριψετε.
Βλεπετε πιστευω πως οποιος ψευτιζει την τεχνη του ψευτιζει την ζωη του. Και πως ο αναγνωστης που γνωριζει τη αυτοκτονια του Καρυωτακη δεν ειναι αναγκαστικα καλυτερος αναγνωστης απο αυτον που δεν τη γνωριζει. Και πως ενα καλο ποιημα δεν προσφερει μονο αισθητικη απολαυση αλλα υποτυπωνει μια ηθικη σταση.
Πληροφοριακα, καμποσες φορες δεν πληρωνω εισιτηριο και δεν δινω ποτε τη θεση μου σε γριουλες. Και δεν θελω να μαθω τον λαθρεπιβατη–αδιαφορω για τις δημοσιες ή ιδιωτικες αμαρτιες των συγγραφεων. Προφανως ειμαι κρυπτοκομφορμιστης αφου δεν διασκεδαζω με το κουτσομπολιο που καμωνεται την εμβριθεια.
Αυτο βεβαια δεν με εμποδιζει να ειμαι σκατοψυχος –εαν με γνωριζατε θα ειχατε απειρα ραμματα για τη γουνα μου.
Aγαπητέ κ. Μίχο, είπατε
“πως το χαμηλό ηθικό ανάστημα χαμηλώνει και το έργο των ποιητών της τρέχουσας κοπής”.
Δεν καταλαβαίνω τη στατιστικώς σημαντική σύνδεση του ποιητικού ταλάντου με το ηθικό ανάστημα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν καταλαβαίνω τη σύνδεση της ανθρώπινης κλίσης ευρύτερα (είτε ομιλούμε δια φυσικούς, μαθηματικούς είτε μηχανολόγους και σκακιστές) με το ηθικό ανάστημα, εκτός ορισμένων περιπτώσεων (του δικαστή, ίσως).
Επιτρέψτε μου τη διαφωνία-δε θα την ιστορικοποιήσω, μολονότι θα μπορούσα. Ο εξαίρετος ποιητής μπορεί να είναι δοσίλογος, τεμπέλης, ημιεπαγγελματίας αγαπητικός, επαγγελματίας επαίτης, χαφιές, μέθυσος, αριστερός εφοπλιστής, δεξιός εισοδηματίας και πολλά περισσότερα.
Ο αναγνώστης, νομίζω, και ιδεωδώς ο κριτικός, οφείλει να βλέπει μόνο τα γραφτά του.
Από την άλλη, ίσως εννοούσατε ότι οι καρεκλοκένταυροι ατάλαντοι, οι οποίοι, σε αντίθεση προς τη γενική σχεδόν πεποίθηση, έχουν επίγνωση της ανεπάρκειάς τους (και τη δηλώνουν σε φιλικά περιβάλλοντά τους, ψυχανεμίζομαι), αναπαράγουν εμπροθέτως ομοίους τους. Οπότε συμφωνούμε και μονολόγησα τζάμπα.
Αγαπητέ κ. Μίχο, ίσως έχετε δίκιο. Ίσως η συζήτηση περί της σχέσης βίου και έργου να είναι απαραίτητη.
Εγώ, από την άλλη, αηδιασμένος από τη σχέση βίου και έργου καθαυτή (γιατί πτυχές του βίου, δυστυχώς, απαθανατίζουν το έργο, ενώ θα έπρεπε μάλλον το αντίστροφο), ορέγομαι την παύση κάθε τέτοιου συσχετισμού.
Ιδιοτελής είμαι. Πίσω από τους τίτλους σπουδών, τις Οξφόρδες και τις ορδές των εχέγγυων του βίου, κρύβεται συχνά, θεωρώ, το ευθυτενές καρδιογράφημα του νεκρού.
Πώς αλλιώς, λοιπόν, να πείσω επ’ αυτού, αν δεν ευαγγελίζομαι την παύση έκαστης εξωποιητικής αύρας (θέσεις για τα κοινά, θέσεις σε περιοδικά, θέσεις σε εκδοτικά συγκροτήματα καιλοιπά βιοανδραγαθήματα);
Κε Μιχο, τι να πω για τον Χαμσουν; Θελησα να δειξω οτι οι πληροφοριες για τον βιο των συγγραφεων δεν σχετιζονται με την ποιοτητα του εργου τους που εχει αυτοχρημα ηθικη διασταση. Αλλωστε δεν ειμαι τοσο τολμηρος και ηθικα ασπιλος ωστε να τα βαζω με ζωντανους. Οταν γραφω πως ο Παουντ ηταν φασιστας ή ο Καβαφης ομοφυλοφιλος φυσικα–οπως ολοι οι επαρκεις αναγνωστες καταλαβαν– κουτσομπολευω. Ο.Ε.Δ.
“Γιατί οι ποιητές θεωρήθηκαν οι κατ εξοχήν διανοούμενοι στη χώρα μας;”
Γιατι στο κλιμα του κρατουντος λαϊκισμου επικρατησε η βολικη αποψη οτι οι ποιητες ειναι προφηταναχτες και υποφητες των Μεγαλων Ουσιων. Την αποψη αυτη ενστερνιζονται οι οπαδοι ενος ξεφτισμενου ρομαντισμου που παριστανουν τους απροσωποληπτους κηνσορες της πραγματικοτητας και διαδιδουν τις –κακοφορμισμενες απο την πολλη χρηση–θεωριες τους για τον φυσει εξεγερσιακο χαρακτηρα της ποιησης. Φυσικα ειναι τοσο λιγο απροσωποληπτοι ωστε δεν παραλειπουν σε καθε καλοπιστη κριτικη τους να εξαπολυουν μυδρους για πουλημενους, παιδακια, μωρα, κακοποιημενα αγορια, κουρβες κ.ο.κ Βεβαια, το παραδεχομαι, εχουν το ηθικο σθενος να τους κατονομαζουν και την γενναιοτητα να εκλαμβανουν την ενδεχομενη σιωπη τους για συνενοχη.
“Γιατί οι ποιητές θεωρήθηκαν οι κατ’ εξοχήν διανοούμενοι στη χώρα μας;”
Ένας αφελής και αμαθής λαϊκός τύπος λέει πως οι ποιητές θεωρήθηκαν οι κατ’ εξοχήν διανοούμενοι στη χώρα μας επειδή η ποίηση διέθετε μεγάλη παράδοση, επειδή ήταν πάντα «λαϊκότερο» είδος λογοτεχνίας, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με το τραγούδι, επειδή ήταν ευκολότερο να συντηρηθεί -έστω και στη βάση της απλής έκφρασης συναισθημάτων- σε συνθήκες εκπαιδευτικής ανέχειας, επειδή οι ποιητές επέδειξαν μεγαλύτερη τόλμη στην υπεράσπιση ζωτικών για την ύπαρξη της Ελλάδας ιδεών, αλλά και επειδή δεν είναι λίγο να μεγαλώνεις με την ιδέα πως ο μπαμπάς όλων μας ήταν ο Όμηρος, έστω και αν δεν είναι παρά ένας μύθος αυτό, αφού όλοι οι σπουδαίοι επιστήμονες γνωρίζουν πως ο Όμηρος ήταν Γερμανός ποιητής, ο οποίος έγραψε σε μια γλώσσα άσχετη με τα βάρβαρα γαυγίσματα των κατοίκων του βαλκανικού νότου.
“Ένας αφελής και αμαθής λαϊκός τύπος…”
Mα η μυθοποιηση του ποιητη και η συνακολουθη απαξιωση του ειναι τυπικο γνωρισμα του εγχωριου λαϊκισμου. Η δοξολογηση του αφελους και αμαθους λαϊκου τυπου και η επικληση μιας χροιασμενης με ορθοπολιτικη αριστεροφροσυνη υπερουσιας λαϊκοτητας ειναι η μορφη της εν Ελλαδι κριτικης. Σε αυτη την προοπτικη αναγινωσκουμε αρθρα για τον μικροαστικο συμβολισμο του Μαλακαση (υπαρχει μεγαλοαστικος η αντιαστικος συμβολισμος;). Καθε προσπαθεια δε αξιολογησης θεωρειται δολια και αντιποιητικη : εφοσον ολες οι προτασεις ειναι λογικα και αισθητικα ισοδυναμες, η διαφορα μετατοπιζεται στην ανθρωπολογια (στο εκλεπτυσμενο κουτσομπολιο ποιητικη αδεια) και η ιεραρχια θεωρειται κατεξοχην αξιωση ισχυος και διαιωνισης της εκαστοτε ελιτ. Δεν υπαρχουν αξιες ή κυρωμενες αληθειες, μονο συμβασεις που κατασκευαζει η πολιτικη εξουσια και τις οποιες οι (φυσει ιεροφαντες) ποιητες –καλοι-κακοι: αδιαφορο– αποδομουν αναδειχνοντας τον καταπιεστικο χαρακτηρα τους. Οποτε, για να μεταχειριστω τον Λειβαδα: “Τους ποιητές τους τρέμουν.”
Η σύγχρονη επιστήμη προβληματίζεται έντονα γύρω στο ενδεχόμενο να είναι αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε μύθο ένας επιστημονικός μύθος. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι ως προς τις βλαπτικές συνέπειες της μυθοποίησης.
Η σύγχρονη εν Ελλάδι κριτική έχει αρκετές πλευρές. Ενδέχεται να υπήρξε μία αφελής, κακόγουστη χρήση της τεχνοτροπίας του συμβολισμού. Ίσως θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε μικροαστική, αφού ο μικροαστισμός χαρακτηρίζεται από αφέλεια και κακογουστιά. Η άποψη σύμφωνα με την οποία όλες οι προτάσεις μπορεί να είναι λογικά και αισθητικά ισοδύναμες παραμένει ένα σημαντικό φιλοσοφικό ζήτημα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είμαστε πιο συγκρατημένοι, όταν αξιολογούμε. Το γεγονός πως μπορούμε να καταδικάσουμε με γοητευτικά λόγια κάποιον ή κάτι, δεν σημαίνει πως η βάση αξιολόγησης είναι της προκοπής. Η ιεραρχία είναι εξ ορισμού αξίωση ισχύος. Αλλιώς δεν θα ήταν ιεραρχία. Μερικές ιεραρχίες λειτουργούν ευεργετικά για τους ανθρώπους. Άλλες πάλι τους κομματιάζουν. Ως γνωστόν, όλοι οι κανόνες αδυνατούν να μας πληροφορήσουν για τις ορθές χρήσεις τους. Υπάρχουν ορισμένες πολύ θεμελιώδεις αξίες, αλλά η τιμή αληθείας των δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο από το ποσό της βίας που μπορεί να διαθέσει ο άνθρωπος στην υπεράσπισή των. Λ.χ. η αριστερή ορθοφροσύνη, σύμφωνα με την οποία το έθνος είναι ένας μύθος, διαθέτει σήμερα τη βία των ανά την Ελλάδα διάσπαρτων παραγκοπανεπιστημίων. Η δεξιά ορθοφροσύνη, σύμφωνα με την οποία όποιος πιστεύει πως το έθνος είναι ένας μύθος αποτελεί βδέλυγμα και πρέπει να απομονωθεί, δεν διαθέτει μεγάλες ποσότητες βίας σήμερα. Στη μέση αυτών των δύο απόλυτα ανθρώπινων πόλων, οι οποίοι… δεν μπορεί κανείς να μην παρασυρθεί και να πει πως ανήκουν στα ορχεοειδή… υπάρχει ένα υποκείμενο, το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει. Μην το εξαφανίσετε τελείως. Η υποκειμενικότητα, το δικαίωμα στο λάθος, στην πλάνη, στον παραλογισμό, είναι τα μόνα πράγματα που του έχουν απομείνει. Αργότερα ίσως έχει μερικές ελπίδες να φτιάξει πολιτισμό, αν έστω και με λάθος τρόπο καταφέρει να διατηρήσει τη ρίζα της υποκειμενικότητάς του, την αυθαιρεσία. Αν είναι τρομερό αμάρτημα αυτό, τότε μπορείτε να το εξοντώσετε. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε βία, βέβαια. Και πριν από τη βία θα πρέπει να διευθετήσετε το ζήτημα της χρήσης βίας για την επιβολή ενός όμορφου, αγγελικά πλασμένου κόσμου. Μα τω Θεώ, η ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του τρομερού. Μα τω Θεώ!
“Η υποκειμενικότητα, το δικαίωμα στο λάθος, στην πλάνη, στον παραλογισμό, είναι τα μόνα πράγματα που του έχουν απομείνει. ”
Η σχεδον φετιχιστικη πιστη στην αυθορμησια ή στην αυθαιρεσια του υποκειμενου ειναι αποτοκη της απορριψης ενος ολιστικου Λογου του οποιου οι αλλοτε καθολικευτικες λειτουργιες θεωρουνται σημερα στοιχεια επιβολης της αρχουσας ελιτ. Η μετανεωτερικη εμμονη στο αποσπασματικο/ τοπικο/ περιφερειακο συνοδευει την αεναη επισημανση δομικων-μορφολογικων αντιστοιχιων που εκ των πραγματων στερουνται νοηματος–οποιαδηποτε επικληση του Λογου που νοηματοδοτει τις διακρισεις μας αποκρυβει την
βια που ασκειται στο υποκειμενο. Αφου το διακυβευμα της υπαρξης μετατοπιστηκε στην ανθρωπολογια, η βια και τα αλογα παθη απεκτησαν το μεταφυσικο πρωτειο στην αντεστραμμενη ιεραρχια: οθεν ολα ειναι βια και ισχυς και ο κοσμος ειναι το ανθρωποσφαγειο του Ηοbbes. Η ομορφια απεκδυεται την επιπλαστη καθαροτητα του λογοκεντρισμου και ειναι τρομερη–η βια της ειναι η μονη διεξοδος στην υπορρητη βια του Λογου. Η καταστροφη της 11/9 στην Αμερικη θεωρηθηκε απο τον μουσικο Stockhausen εργο τεχνης:η επιγραματικοτερη διαπιστωση της μετανεωτερικοτητας και η καταδειξη των οριων της.
H προβληματικη σας που εκφραζεται με την μεγαλυτερη δυνατη σαφηνεια ειναι ενα ευρετηριο των κοινων τοπων της εποχης. Η πολιτικη ειναι μια ασκηση βιας και εμεις ειμαστε τα τυφλα ενεργουμενα της που λυτρωνομαστε δια της Τεχνης (που κανει να μην νιωθεται –για λιγο– η χαινουσα πληγη ή η Βία του Κόσμου) Ο μικροαστικος συμβολισμος του σημαντικου Μαλακαση αποληγει στο αντιαστικο ηθος της ποιησης(;) του Λειβαδα. Καθε απορριψη του σχετικισμου λογιζεται ως αντιδραστικη αποδοχη ενος ταξικου κοσμου που υποδυεται τον ανιστορικο όμορφο, αγγελικά πλασμένο κόσμο
του Σολωμου.
H απολύτως φετιχιστική πίστη στην αυθορμησία, στην αυθαιρεσία του υποκειμένου είναι προϊόν του τρόμου μπροστά στα εγκλήματα που υπέθαλψε ο ολιστικός Λόγος. Ο Ηοbbes βρισκόταν με το ένα πόδι στην ανθρωπολογία, με το άλλο στη φιλοσοφία και με τα δύο υπόλοιπα στην ιστορία όπως την εξέφρασε ο Θουκυδίδης: ως ένα είδος προπαγάνδας υπέρ της αναγκαιότητας του μακελειού. Διότι ο Ηοbbes εξέφραζε τον πόθο του Άγγλου χασάπη να γίνει μεγαλέμπορος ανθρώπινης σάρκας. Όταν στοιβάζεις εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες και κτηνοτρόφους σε μιαν άθλια πόλη όπως το Λονδίνο, έχοντας κλέψει πρώτα τους πόρους τους, και αυτοί αρχίζουν να τρώνε ο ένας τον άλλων, είσαι απλά δολοφόνος. Όταν όμως συνάγεις συμπεράσματα για την αιώνια φύση του ανθρώπου από τον αλληλοσκοτωμό των αθλίων που εσύ δημιούργησες, είσαι φιλόσοφος ή τέλος πάντων κτήνος (πράγμα που αρκετές φορές κάνει το ίδιο). Ο ολιστικός Λόγος έκαψε το τελευταίο του χαρτί όταν οι «περίτρανοι» μπολσεβίκοι θεώρησαν πως μπορούσαν να μετατρέψουν το ανθρώπινο ον κατά το πρόγραμμα που θα εκπονούσαν. Κανείς πια δεν μπορεί να εμπιστευτεί οποιονδήποτε αρχίζει να αναπτύσσει θεωρία. Μια θεωρία με πολύ βαθιές ρίζες δημιούργησε τα κρεματόρια στη Γερμανία και μια θεωρία με επίσης βαθιές ρίζες σήμερα επίγειες κολάσεις. Από μιαν άποψη, ο φόβος των ανθρώπων για οτιδήποτε «πνευματικό» είναι απόλυτα φυσιολογικός. Το γεγονός πως κάποιοι είναι αρκετά ανόητοι ώστε να διατυπώνουν οποιαδήποτε νοσηρή φαντασίωσή τους –όπως η ιδέα πως ο θάνατος τόσων ανθρώπων θα μπορούσε να είναι ένα έργο τέχνης- δεν σημαίνει πως ο επίμονος σχετικισμός των ημερών μας είναι οπωσδήποτε αρνητικός. Χύθηκε πολύ αίμα, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να αποδεχθούμε οποιαδήποτε αρχή. Πώς να μην είμαστε σχετικιστές όταν ζούμε σε έναν κόσμο, όπου οι μεγαλειώδεις ανακαλύψεις των επιστημών γίνονται εργαλεία μακελειών; Ίσως η μετατόπιση προς την ανθρωπολογία να είναι κάτι φυσικό, αφού όταν ένα πλάσμα κινδυνεύει συσπειρώνεται γύρω στην σωματική του ύπαρξη και προσπαθεί να ενεργοποιήσει τα αποθέματα της ζωτικότητάς του, προκειμένου να αμυνθεί.
Για εσας υπαρχει μια αιματινη γραμμη που οδηγει απο τον Πλατωνα στους Ηobbes, Kant, Hegel και καταληγει στο Αουσβιτς και στα γκουλαγκ. Ο Λογος πιστωνεται με ολα τα ανθρωπινα δεινα και απαξιωνεται με γεωμετρικη προοδο. Ενδεχεται βεβαια η ριζικη αποστροφη σας προς τον Λογο να συνιστα μια καλυμμενη αξιωση ισχυος–αφου η ποιητικω τω τροπω αναδυση της ανθρωπολογιας και της σωματικοτητας συνηχει με την αισθηση ενος επικειμενου κινδυνου που αναστελλει καθε αξιολογικη κριση και καταδικαζει στο πυρ το εξωτερον καθε αποπειρα λογικης αναλυσης. Ετσι το τελος της λογικης σκεψης (υπαρχει συναισθηματικη σκεψη;) φανταζει αναποδραστο και αρκουντως ανατρεπτικο ωστε να γοητευσει συγκαιρινους και επιγονους. Οι ποιητες γραφουν ποιηματα (και ενδοβαλλουν το Συστημα) και οι φιλοσοφοι στοχαζονται σωματικα. Ο ευκταιος σχετικισμος μας περιβαλλει με την πρεπουσα ευλαβεια καθε καινοφανη ποιητικη ευαισθησια ανεξαρτητων των εργων της (αδυνατουμε να τα κρινουμε εφοσον συνιστουν ξεχωρους απροσπελαστους κοσμους). Ετσι, ο υπαρκτος κοσμος μας παραμενει απαρασαλευτος διατηρωντας την δυναμει ανατρεπτικη του ισχυ.
Και εις επίρρωσιν των ανωτέρω διακυβευμάτων ο γελαστός φιλόσοφος , ο εκβαλλών ως μυθεύεται τους οφθαλμούς του , μας νεύει από τα έγκατα της αμμοδόχου του…
voas ειστε ο επιτιμος σαμανος τους “ποιειν”. Οντως μας νευει ο Δημοκριτος; Τον καλεσατε δια μεσμερισμου ή δια τηλαισθησιας;
Με εκάλεσεν αυτός εις άπταιστους γιγάκυκλους.
( Άλλωστε είμαι μόνον ο επίτιμος κατραμόκωλος του Ποιείν , μήποτε ζηλώσας το του σαμάνου κλέος . Οι είς τας σεντίνας εγκαταβιούντες μαρτυρούν περί τούτου )
Γιατι εδειξε τετοια σκανδαλωδη ευνοια ο φιλοσοφος;
Σας καταθετω τον απεριγραπτο φθονο μου και τα χαιρετισματα μου στους “είς τας σεντίνας εγκαταβιούντες”. Καλη σας νυχτα.
Εγώ αντιθέτως νόμιζα ότι επέδειξε σκανδαλώδη την απαξία.. όλο εύλογες απορίες που χρήζουν παραλόγων απαντήσεων υποβάλλετε αγαπητέ..
Καλή νύχτα σας
Επιτρέψτε μου, κ. Ζώιλε
το μοναδικό χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιπνευματικής σύγχυσης που διαποτίζει την εποχή μας είναι η ευκολία με την οποία προσάπτετε στον εαυτό σας ελαττώματα φρικτά, προκειμένου να ξεφύγετε από την υποχρέωση να είστε συνεπής ως προς ορισμένες αρχές. Δεν είναι καθόλου σωστό να γράφετε ανοησίες – χρησιμοποιώντας φιλοσοφική ορολογία την οποία δεν έχετε αφομοιώσει- μόνο και μόνο επειδή οι περισσότεροι από τους αναγνώστες δεν μπορούν να κρίνουν τη συνέπειά τους. Κάνετε μεγάλο λάθος και από μίαν άποψη δεν διαφέρετε καθόλου από τους ανεύθυνους -όποιοι και αν ήσαν- οι οποίοι προξένησαν την τραγωδία της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου. Ο Λόγος δεν γκρεμίζεται από αυτούς που αμφισβητούν τα όρια και τις δυνατότητές του, αλλά από εκείνους που τον κακοποιούν, χρησιμοποιώντας τις έννοιες με αγροίκο τρόπο. Σας ταιριάζουν περισσότερο τα κουτσομπολιά και οι ρητορικές επιδείξεις. Με τον στοχασμό δεν τα πάτε καλά. Ανοησίες πρωτοετούς –και μάλιστα αμελή- φοιτητού γράφετε.
“Ανοησίες πρωτοετούς –και μάλιστα αμελή- φοιτητού γράφετε.”
Οφειλω να παραδεχτω οτι εχετε δικιο. Η σχεση μου με τη φιλοσοφια και την ποιηση ειναι ανυπαρχτη. Οποτε η γλωσσα μου ειναι αδοκιμη και γεμει βαρβαρισμων και σολοικισμων. Το οτι καποιοι γνωστοι ανθρωποι του χωρου με πηραν στα σοβαρα ή εστω στο ψιλο ειναι κι αυτο “επιτρέψτε μου” παραδειγμα της “αντιπνευματικής σύγχυσης που διαποτίζει την εποχή μας”. Θα μπορουσα βεβαια να υποστηριζω τις δικες σας θεσεις με την ιδια αγροικια, αλλα θελησα δια της τριβης να αναδειχτει η σπινθηροβολα ποιητικη σας σκεψη. Η παρουσια μου στο ποιειν ειναι πλεον περιττη(: η ευθυνη βαραινει τις μορφωμενες αδελφες που με πληρωσαν αδρα–εγω τους τα ‘λεγα) . Με κατατροπωσατε και πιστευω οτι ο τιτλος του αρχοντοχωριατη της σκεψης μου προσηκει. Αλλωστε η οποια μορφωση μου οφειλεται αποκλειστικα στην αναγνωση φιλολογικων επιφυλλιδων στο διαδικτυο. Δεν εχω σπουδασει και τα περι Χημ. Μηχανικου οπως καταλαβε ο Αραβανης ηταν στοιχειο της ποζας που τωρα καταλαβαινω οτι φιλοτεχνησα με απαραμιλλη μικροαστικη κακογουστια. Παρ’ ολ’ αυτα, ο εγωισμος μου δια της αυτοατιμωσης μενει αλωβητος (το γνωστο εγελιανο σχημα). Ελπιζω καποτε να καταφερω να γραψω με τον δικο σας γλυκασμενο λογο–η ευροια του υφους σας ομως ειναι αδευτερωτη και η αποτυχια δεδομενη.
Υ.Γ: Οπως γραφει η Αρεντ, η εξηγηση του Κακου (λ.χ το Αουσβιτς ή η 11/9) ειναι το ιδιο το Κακο. Συνεπως η αποπειρα εξομοιωσης μου με τους τρομοκρατες “από μίαν άποψη” με κολακευει καθως επωμιζομαι το Κακο ή τον Κοσμο.
Οι νέες Σταχτες μόλις κυκλοφόρησαν
Άνοιξη: Μάρτιος – Μάιος 2008 ( 20 ) http://www.stachtes.com
i) αγριμολόγος…(ο): Σύμφωνο Συμβίωσης, μερικές σκέψεις ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Ελένη Σαραντίτη, Κάποτε ο κυνηγός… iii) Κριτική Βιβλίου. Δημήτρης Αθηνάκης: Aγιογραφία – Nίκος Παναγιωτόπουλος iv) Μνήμη. Ανθρακίτης Μεθόδιος (περ.1650/60 – περ.1736) v) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο vi) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Γ. Κορδάτος: Για την ορθογραφική μεταρρύθμιση vii) Οδός Ευρυπίδου του Σωτήρη Παστάκα: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών viii) Δοκίμιο. Κώστας Κουτσουρέλης: Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί ix) Ανορθολογισμός. Μανώλης Βασιλάκης : Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων
x) Θανάσης Γιαννόπουλος xi) Δώρα Κασκάλη xii) Ίριδα Κούτσα xiii) Σπύρος Παπαδόπουλος xiv) Kώστας Νησιώτης xv) Μιχάλης Στειακάκης xvi) Ελένη Λυσικόμος xvii) Ανδρέας Γεωργαλλίδης xviii) Έκτωρ Πανταζής xix) Γιώργος Πυρόβαλης-Γέργος xx) Ελένη Ευαγγελάτου xxi) Νίκος Σφαμένος
Αγαπητοί φίλοι μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι. Και περαιτέρω οφείλω να είμαι και αντάξιος όσων διαλαμβάνονται στο κείμενο που έστειλα. Μου αρέσει αρκετά η άποψη του Μουζάκη, παρότι θα πρέπει να επεξηγηθούν ορισμένα πράγματα καλύτερα. Συμφωνώ σε ένα σημείο και με τον άλλο φίλο που έκρινε πως κάποια σημεία που θίγω αποτελούν παλαιωμένα προτάγματα. Έτσι είναι, επουδενί δεν θέλησα να πρωτοτυπήσω με όσα έγραψα, μάλλον θέλησα να υπενθυμήσω πως ξεχνάμε ακόμη και τα πιο βασικά μέσα στην πρεμούρα να δηλωθούμε ούτως ειπείν ποιητές – δηλαδή πολλές φορές να κάνουμε φασαρία για κάτι που δεν κατανοούμε και κάτι που δεν είμαστε. Φιλικά/
Επανέρχομαι: Χαιρομαι, μαλλον κολακευομαι να πιστευω οτι εχω βγαλει κακο ονομα (αν και το πιθανοτερο, οπως διαγνωστηκε, ειναι οτι αυτοοικτιρομαι επιζητωντας να ξεμυτισω λιγο απ’ τον σωρο–κοντολογις, χεστηκε η φοραδα κτλ.) αλλα η κρατικη επαιξε μια συνεντευξη του Γκανα που με ερεθισε.
Ειπε για τη απιστευτη κολακεια στους νεους ποιητες που βλαπτει πολυ περισσοτερο απο την στειρα και κακοβουλη αρνηση. (Ταπεινα προσθετω την κοινοτοπια οτι μαθαινουμε πολυ περισσοτερα απο τους υποτιθεμενους εχθρους μας. Αλλωστε ολοι (;) ειμαστε ανθρωποι και τις ποζες μας τις σαρωνει ο χρονος–δηλ. οι ιδιες μας οι λεξεις).
Καληνύχτα.
Επανέρχομαι: Χαιρομαι, μαλλον κολακευομαι να πιστευω οτι εχω βγαλει κακο ονομα (αν και το πιθανοτερο, οπως διαγνωστηκε, ειναι οτι αυτοοικτιρομαι επιζητωντας να ξεμυτισω λιγο απ’ τον σωρο–κοντολογις, χεστηκε η φοραδα κτλ.) αλλα η κρατικη επαιξε μια συνεντευξη του Γκανα που με ερεθισε.
Ειπε για τη απιστευτη κολακεια στους νεους ποιητες που βλαπτει πολυ περισσοτερο απο την στειρα και κακοβουλη αρνηση. (Ταπεινα προσθετω την κοινοτοπια οτι μαθαινουμε πολυ περισσοτερα απο τους υποτιθεμενους εχθρους μας. Αλλωστε ολοι (;) ειμαστε ανθρωποι και τις ποζες μας τις σαρωνει ο χρονος–δηλ. οι ιδιες μας οι λεξεις).
Καληνύχτα.
Αγαπητέ φίλε που υπογράφεις ως Ζώιλος: ορθά και ορθότατα. Τον Γκανά δεν τον αναγνωρίζω ως ποιητή μόνο σαν στιχουργό μίας παράδοσης που μου είναι αδιάφορη. Δεν είμαι και πολύ σίγουρος αν κατάλαβα τι έγραψες μα έχω ήδη εκφράσει πάμπολλες φορές την άποψη πως “Ο ποιητής αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται”. Γενικά μιλώντας, έχεις δίκιο πως μπορούμε να μάθουμε πολλά από τους εχθρούς μας, αλλά μόνο όταν γνωρίζουμε ποιοι είναι – ήτοι, αν γνωρίζουμε πρώτα ποιοι είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και εάν μου επιτρέπεις ένα φιλικό σχόλιο: μην δίνεις και πολλή σημασία στις παραπάνω αντιπαραθέσεις γιατί γράφονται και ασυναρτησίες. Να είσαι καλά.
“μην δίνεις και πολλή σημασία στις παραπάνω αντιπαραθέσεις γιατί γράφονται και ασυναρτησίες”
Oρθα και ορθοτατα και φιλικα. Κατα τ’ αλλα επαναλαμβανομαι: καθε ποιητης αξιος του ονοματος του κουβαλα ολοκληρη την παραδοση, καθε στιχος του ειναι μια διακινδυνευση της παραδοσης. Την τελευταια δεν την αντιλαμβανεται ως τροχοπεδη του οιστρου του αλλα ως ελευθερια ανευ ορων ανευ οριων. (Ο Εμπειρικος θαυμαζε τον Παλαμα και πιστευω θα κολακευοταν αν αναγνωριζαμε στο εργο του μια παλαμικη συνεχεια–δηλ. μια αυθεντικη ρηξη.) Για να καμωθω τον ξερολα ακομη μια φορα o Νιτσε εγραψε: “Αγωνιζομαι εναντιον του να πολεμαει ενα εξαιρετικο ειδος εναντια στον Κανονα αντι να καταλαβει οτι η συνεχιση του Κανονα ειναι προϋποθεση για την αξια της εξαιρεσης.”
Εδω που φτασαμε Καλημερα.
Αγαπητέ φίλε, θεωρώ αδιανόητη κάθε άλλη σχέση με την παράδοση. Όμως, α) το φαινόμενο της παράδοσης προυποθέτει το γεγονός του παραδίδειν το οποίο είναι το Αυτό, το Μείζον. β) το παραλαμβάνειν διαρκώς καταστρέφει αυτό που ονομάζουμε παράδοση.
Κι ένα τρίτο: ποια είναι εν τέλει η Παράδοση; αυτό απαντιέται κάπως ατομικά στον καθένα. Διότι δεν υπάρχει Κανόνας στην παράδοση. Μπορεί καμιά φορά φορά να προκύψει κι από μία κοινή αίσθηση, μα αν με ρωτάς θεωρώ κάθε τέτοια αίσθηση απεχθή. Γιατί δεν υπάρχει πραγματική Ενότητα, κοινότητα η οποία μπορεί να προσδιορίσει κάτι τόσο αναγκαίο για την ανθρωπότητα. Μάλλον υπάρχουν πολλές παραδόσεις, και οι πιο ισχυρές είναι εκείνες που δυσκολεύονται να βρίσκουν συνεχιστές, όχι εκείνες που διαχέονται σαν πίσσα και συνήθως αποτελούν αντικείμενο διατριβών και σχολιασμών στις λογοτεχνικές επιθεωρήσεις και τα ιδρύματα. Παρομοίως δεν χρειάζεται να επιτεθεί κανείς στον (ανύπαρκτο) Κανόνα, χρειάζεται όμως κάπου κάπου να υποστηρίζουμε σθεναρά την ύπαρξη μίας Τάξης στα πράγματα η οποία ουδεμία σχέση έχει με την “Ορθότητα” και το “περιεχόμενο” όλων αυτών των “ποιητών” που επιβάλλονται ως σημαντικοί ή ακόμη χειρότερα, αναγκαίοι. Μιλώ συγκεκριμένα για την Ελλάδα η οποία μάλιστα είναι σχεδόν εξαφανισμένη από τον παγκόσμιο ποιητικό χάρτη για λόγους που σχετίζονται άμεσα με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω.
καλημέρα κι από μένα.
“α) το φαινόμενο της παράδοσης προυποθέτει το γεγονός του παραδίδειν το οποίο είναι το Αυτό, το Μείζον. β) το παραλαμβάνειν διαρκώς καταστρέφει αυτό που ονομάζουμε παράδοση”
Ας μιλησω παλι σαν το Γεροσταθη. Η παραδοση ειναι μια ιστορια ασυνεχειας, τομων και ρηξεων που δεν την διαρρηγνυουν αλλα την εμπεδωνουν και την συνεχιζουν οχι χαριν αυτης καθαυτης της συνεχειας αλλα χαριν της Ομορφιας. Συνομιλουμε παντα εκοντες ακοντες με νεκρους και τους πενθουμε αληθινα γραφοντας καλη λογοτεχνια. Διαφορετικα αποκεινται σε περιβλεπτη θεα αλιωτοι και καθιστανται κοινοχρηστο νομισμα–η συνθηκη της σημερον.
Για μενα ο Σολωμος, ο Σικελιανος και ο Καλβος ειναι αναγκαιοι. Γραφοντας εν αγνοια τους, γραφεις εν αγνοια της γλωσσας σου, τουτεστι δεν γραφεις. Οι λογιοι (οχι κατ’ αναγκην συστημικοι και πανεπιστημιακοι) ειναι απαραιτητοι οχι για να βραβευουν αλλα για να καλλιεργουν την ευαισθησια μας και να επαναλαμβανουν τα αυτονοητα και χιλιοειπωμενα–ακουγεται χυδαιο, ειναι ομως το πλεον δυσκολο: o κοσμος μας ειναι εξαρχης ειπωμενος, ολοι δειχνουν το δεντρο ελαχιστοι το βλεπουν. Η καλη ποιηση γεννα την καλη κριτικη–ποτε το αντιστροφο. Δεν υπαρχει καλη κριτικη χωρις καλη ποιηση. Ο Σολωμος γεννησε τον Πολυλα–ας δεχτουμε για μια στιγμη, αν τολμουμε, οτι ο κοσμος μας δεν ειναι σκουπιδοκοσμος: οτι ο πολεμος των παντων εναντιον των παντων κατασιγασε. Ισως παραδεχτουμε οτι ο Πολυλας δεν εγραψε για να κρινει αλλα εδειξε εναν τροπο να αγαπαμε: το μοναδικο για μενα νοημα της αληθινης κριτικης.
“για την Ελλάδα η οποία μάλιστα είναι σχεδόν εξαφανισμένη από τον παγκόσμιο ποιητικό χάρτη”
Αδιαφορω. Ο Πουσκιν λενε οτι ειναι αμεταφραστος, η αξια του ποιητη ειναι αξεχωριστη απο τη γλωσσα του. Δεν με ενδιαφερει η γνωμη τους λ.χ. για τον Παπαδιαμαντη, τα αξια εργα ειναι ασαλευτα, εμεις σαλευουμε, ο χρονος δεν δειχνει τιποτα–ποτε δεν εδειξε. Χαιρομαι επειδη ειμαστε αγνωστοι στον παγκοσμιο ποιητικο χαρτη γιατι τετοιος χαρτης δεν σημαινει (για μενα) τιποτε. Μια αιφνιδια στροφη στην ποιητικη(sic) Ελλαδα θα ειναι ενα συμπτωμα της εποχης–δεν αμφιβαλλω οτι θα γινει. Ισως εχει ηδη γινει.
Ο μεγας κλικαδορος εγραψε οτι θα απαιτειται ολονεν μεγαλυτερη ευαισθησια και καλλιεργεια για να νιωσουμε ενα δημοτικο τραγουδι. Η Χριστουγεννιατικη ιστορια του Γκανα–ενα ποιημα υποδειγματικου γλωσσικου ηθους– μιλα για τα τα τωρινα, τα περασμενα και τα μελλουμενα. Ο εχων ωτα ακουετω. Ο Καρουζος οικτιρε την μανια των συγκαιρινων του για τον Γκινσμπεργκ. Διαβαζουν Βeat και Jazz ποιητες χωρις να εχουν διαβασει ποτε Whitman. Διαβαζουν και μεταφραζουν τον πολυ Βloom χωρις να εχουν ακουστα εστω το μεγαλο κριτικο–ποσο μαλλον ποιητη–Coleridge.
Λησμονησα: ολοι τουτοι οι ποιητες (η φαρα του Σολωμου, του Coleridge, του Yeats…) συγκροτουν τον ανυπαρκτο Κανονα που επικαλουνται αταλαντοι και εξουσιομανεις για να θαψουν καθε νεα ποιητικη φωνη. Ειναι καρφος στην ποιητικη ευαισθησια μας.
Ο μεγας κλικαδορος εγραψε: “Κύριε, όχι µʼ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέληµά σου.”
Μέχρι το σημείο “συνθηκη της σημερον” μου απαντάς κάποια από εκείνα που εμπεριέχονται στην σχέση του παραδίδω και παραλαμβάνω που προανέφερα. Ας μην εμπλέκουμε αυτούς που μπορεί να θεωρούμε αγαπημένους ποιητές γιατί δεν μιλάμε όπως πρέπει. Και αυτό γιατί, εδώ μιλούν όσοι αρπάχτηκαν με αφορμή το καταχωρημένο κείμενο, δεν γίνεται παράθεση των προσωπικών μας παραναγνώσεων. (Όλων μας).
Το ζήτημα της ανυπαρξίας της ελληνικής ποίησης στο εξωτερικό ίσως δεν έχεις αντιληφθεί πως έχει εξ αντιστρόφου χρησιμοποιηθεί από τους περισσότερους διάσημους νεοέλληνες ποιητές για έμμεση προώθηση, χρηματοδοτήσεις, τουτ’ έστιν απόκτηση εξουσίας στα λογοτεχνικά έντυπα. Αυτοί έγιναν βλέπεις που διέσωσαν την ελληνική ποίηση από την αφάνεια. Και άλλα πολλά, που οπωσδήποτε δεν αφορούν σαν φθόνος, σαν κεκτημένα, μα σαν ένα πλέγμα που καταπιέζει αυτούς που μιλούν διαφορετικά. Εδώ δεν γίνεται κανένας πόλεμος στα χαρακώματα, ορισμένοι προσπαθούμε να αναδείξουμε κάποια ζητήματα προσπαθώντας στην πραγματικότητα να ζητήσουμε έναν ούτως ειπείν δημόσιο διάλογο για τα πράγματα.
Τέλος, για το τι διαβάζει ο καθένας και μέσω ποιας διαδικασίας αποκτά την ό,ποια άποψη κουβαλά μες στο κεφάλι του, αυτό είναι κάτι που μπορεί να καταναλώνεται σε τέτοια κυτία αλληλογραφίας για πάντα.
Υπάρχει όμως απ’ όσο βλέπω μία κάποια συσκοτισμένη σχετικότητα μεταξύ μας, εμού και εσού, διότι εγώ όντας ανοιχτά εκτεθειμένος με δεκάδες εισαγωγικά σημειώματα, ειδικά δοκίμια, συνεντεύξεις και όλα τα συναφή έχω αποκτήσει μία κάποια έδρα αμετάκλητης ευθύνης για όσα διαλαμβάνομαι. Τουλάχιστον το κεφάλι μου στον τορβά. Εσύ όχι, αναλόγως όπως απολαμβάνεις να αποστέλνεις πυροτεχνήματα – δείχνεις να πασχίζεις για κάποια δημιουργική Ολότητα, σίγουρα, μα δεν αντιλαμβάνεσαι με τίποτα, ή δεν δες να το αντιληφθείς, πως ίσως στην άλλη άκρη άκρη της γραμμής κάθεται κάποιος που γνωρίζει πολύ καλύτερα απ’ όσο νομίζεις αυτά για τα οποία κάνεις λόγο. Οι αποδείξεις επί ιστορίας και επί χάρτου.
Όσο για τον πολύ (πραγματικά) συμπαθή Harold Bloom που μκου τον θύμισες, δεν μου είναι τίποτε παραπάνω από χαρούμενος σπεκουλαδόρος της κατήφιας.
“Ας μην εμπλέκουμε αυτούς που μπορεί να θεωρούμε αγαπημένους ποιητές γιατί δεν μιλάμε όπως πρέπει.”
Οταν γραφω πως ο Σολωμος, ο Σικελιανος, ο Καλβος, o Yeats, o Coleridge ειναι αναγκαιοι –προς Θεου– δεν τους θεωρω μονο αγαπημενους ποιητες. Εγειρω –παρα την ψευδωνυμια μου– μια αξιωση καθολικοτητας: ειτε τους παραδεχομαστε ως μεγαλους ποιητες οποτε η συζητηση απο μερους μου συνεχιζεται, ειτε οχι οποτε δεν ξερω πως να συνεχισω. Μιλαμε αλλη γλωσσα. Βεβαια εσεις εκτιθεστε, εγω οχι, αλλα δεν βλεπω σε τι αυτο εμποδιζει την ανταλλαγη σκεψεων. Εφοσον υπερασπιζεστε ποιητες, δηλ. ποιηματα που πιστευετε, τόχετε έτοιμο μέσα σας το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνετε στην τιμή και στην πεποίθησί σας. Μιλωντας για ποιηση χωρις ποιηματα και ποιητες, μιλαμε για το φασμα της (ανυπαρχτης) ποιησης που μας κατατρυχει. Δυστυχως ή ευτυχως σας γνωριζω μονο απο τα ποιηματα του σαιτ σας και εξ οσων εχω διαβασει–μετα απο τοσα ποστ το εχετε δα καταλαβει– δεν σας θεωρω ποιητη. (Ισως μου αντιτεινετε πολυ θεμιτα: και λοιπον; και εγω σας θεωρω ψωνιο–και θα ‘χετε δικιο.) Αλλα με ενδιαφερουν οι αποψεις σας γιατι τις θεωρω επικαιρικες και ενδεικτικες της εποχης. Βλεπετε, κανενας καλος ποιητης δεν αντιπροσωπευει την εποχη του αλλα την ποιηση. Ομολογω οτι δεν κατεχω ουτε το ενα χιλιοστο των δικων σας γνωσεων αλλα πιστευω πως παντου και παντα “το θέμα είναι τώρα τι λες”. Οι ποιητες που ειμαι βεβαιος οτι δικαια κατηγορειτε ποριζονται “έμμεση προώθηση, χρηματοδοτήσεις, τουτʼ έστιν απόκτηση εξουσίας στα λογοτεχνικά έντυπα”: Εαν ειναι αναξιοι κακως, εαν ειναι αξιοι παλι κακως–γιατι απο το υφος των λεγομενων σας συναγεται οτι μετερχονται δολια μεσα οποτε η ενδεχομενη αξια τους παρελκει. Μια αναδιφηση στο σαιτ σας με πληροφορησε οτι εχετε γραψει πληθωρα βιβλιων. Εαν αυτοπροαιρετα καταλεγεστε σε αυτους που “μιλουν διαφορετικα” δεν αντιλαμβανομαι πως σας εξουσιαζουν–εκτος εαν θεωρειτε τα ψευδωνυμα σχολια επιχειρηση καταδολιευσης της αληθινης ποιησης. Ελπιζω η απαντηση μου να εκληφθει “σαν φθόνος […] σαν ένα πλέγμα που καταπιέζει αυτούς που μιλούν διαφορετικά”. Ισως τα γραφω αυτα γιατι σας φθονω…
Αγαπητέ φίλε, το σημαντικό σχετικά με την πραγματική υπογραφή έχει να κάνει α) με τον ανδρισμό και β) με το γεγονός πως είναι πρέπον να είμαστε “εμείς” που μιλάμε επίσημα για κάτι που αφορά εμάς, και δεν αφορά σε τίποτα εμάς τους ίδιους, το έργο μας κ.τ.λ
Εδώ εκθέτουμε αυτό που μας αναλογεί προχείρως ως ευθύνη περιγράφοντας από τη μία πλευρά τον κόσμο μέσα στον οποίο πιστεύουμε πως ζούμε, και από την άλλη τι ακριβώς πιστεύουμε για τον κόσμο των άλλων – ποιητών και μη.
Η αναφορά σε λεγόμενα ποιητών δεν βοηθά πουθενά. Ειδικά κι εκείνον τον άμοιρο τον Κόλριτζ τον έκανες τραχανά. Αυτά χρειάζονται μόνο στις αίθουσες διδασκαλίες των ιδρυμάτων.
Μα το κυριότερο φίλε μου, είναι πως μάλλον με αντιμετωπίζεις ως αντεργκράουντ αιθεροβάμωνα του ποιητικού περιθωρίου.
Προφανώς στραβοδιάβασες διότι δεν κατηγορώ απολύτως κανέναν, καταγράφω την φυσική δράση ανθρώπων ως έχει, τίποτε άλλο. Εξάλλου ο ίδιος δεν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα πρόσβασης οπουδήποτε. Το αντίθετο μάλιστα, λόγου χάρην ήμουν επισήμως καλεσμένος να διαβάσω ποιήματά μου σαν μαϊντανός ανάμεσα σε μαϊντανούς την 21η και το αρνήθηκα. Μα δεν κατάλαβες πως το παραπάνω κείμενο γράφτηκε με αφορμή αυτή την ημέρα;
Επίσης σου διαφεύγει πως υπάρχουν και άλλοι, ίσως και καλύτεροι από εμάς που χρειάζονται την άμεση υποστήριξή μας. Και αυτό το κάνουμε και μέσα από τα βιβλία που γράφουμε ή μεταφράζουμε.
Εκτός αυτού, όσο εσύ είσαι ο φαντομάς άλλο τόσο είμαι κι εγώ ποιητής. μα τι σημασία έχει άλλωστε αν με θεωρείς ποιητή ή όχι, σάμπως κοιμάσαι με τη Μούσα; Καλό είναι να μην με θεωρήσεις γιατί θα εμπλακείς με θανατηφόρες δεσμέυσεις.
Αλλα τι κάθομαι και λέω τόσην ώρα…
“…σαν μαϊντανός ανάμεσα σε μαϊντανούς την 21η και το αρνήθηκα”(!!!)
Ευγε
“μα τι σημασία έχει άλλωστε αν με θεωρείς ποιητή ή όχι, σάμπως κοιμάσαι με τη Μούσα;”
Οχι
“Αλλα τι κάθομαι και λέω τόσην ώρα…”
Ελα ντε…Ο Κολριτζ αμοιρος;
“με αντιμετωπίζεις ως αντεργκράουντ αιθεροβάμωνα του ποιητικού περιθωρίου”
Πως θα μπορουσα; Αφου κατα δηλωση σας γραφετε avant garde ποιηματα. Ειπαμε, ειδικευομαι στις παραναγνωσεις αλλα μεχρις ενος οριου. (Ο επιζηλος τιτλος “Ποιητης της Τζαζ” αφαιρεθηκε απο το σαιτ σας, γιατί; Εθλιβην σφοδρα.)
“Επίσης σου διαφεύγει πως υπάρχουν και άλλοι, ίσως και καλύτεροι από εμάς που χρειάζονται την άμεση υποστήριξή μας.”
Ταπεινα συγγνωμη. Για ποιον λογο χρηζουν αμεσης υποστηριξης; Πεινανε ή η κατεστημενη κριτικη τους αγνοει; Εαν ισχυει το δευτερο ας γραφουν εξαγοραζοντας τον χρονο.
“Αγαπητέ φίλε, το σημαντικό σχετικά με την πραγματική υπογραφή έχει να κάνει α) με τον ανδρισμό και β) με το γεγονός πως είναι πρέπον να είμαστε “εμείς” που μιλάμε επίσημα για κάτι που αφορά εμάς, και δεν αφορά σε τίποτα εμάς τους ίδιους, το έργο μας κ.τ.λ”
Aντιγραφω: “Προϋποθεση καθε δημοσιου διαλογου ειναι η επωνυμια–η ψευδωνυμια ειναι απαραγνωριστo σημαδι φυσικης δειλιας.” Προφανως εδω προκειται για μια συνηθη τυπικη προσομοιωση διαλογου. Τι αλλο να πω; Tο κρεμασμα στο Συνταγμα ηταν μια λαμπρη ιδεα, αλλα με προλαβε το ειδωλο μου και καηκε αδοξα.
“Η αναφορά σε λεγόμενα ποιητών δεν βοηθά πουθενά”
Οποτε ουτε η αναφορα στα δικα σας λεγομενα. Λαμπρα και φιλικα.
Βρε κοίταξέ τον που το συνεχίζει.
Τελικά πολλοί μαχητές γράφουν στο Ποιείν. Και ο Ζωίλος πρώτος απ’ όλους βρε μπας και είναι κανένας μπάστακας κατάσκοπος;
Ζωίλε: Δεν το αντιλαμβάνεσαι μα το φιλικό μου αίσθημα απέναντί σου παραμένει. Θα πρέπει να υποφέρεις πολύ. Ευχαριστώ που μου θύμισες πως συνομιλούσα μαζί σου όντας ποιητής, γιατί το είχα ξεχάσει (λες και μίλησα ποτέ έτσι). Έρχεσαι από τα Άβδηρα; Σε ένα πράγμα έχεις μόνο δίκιο, ότι κάνει καλό που και που να φουντώνει λιγάκι το αίμα. Είναι ωραίο που μου θύμησες με τη στάση σου.
Το “Ποιητής της Τζαζ” το χάρισα σε κάποιον που έχει περισσότερη ανάγκη, συγγνώμη που δεν σε ενημέρωσαν οι υπεύθυνοι του δικού μου blogspot. Για λίγα δολάρια θα μπορούσα να το δώσω σε σένα, μαζί με ένα ελευθέρας σε ένα καλό ίδρυμα.
Το καλό είναι πως όσα γράφουμε εδώ δεν σβήνονται. Όμοια με την αφόρητη κάβλα να ονομάζεται κανείς ποιητής ενώ δεν είναι.
Έτσι νιώθει κανείς υπέροχα.
Ως εδώ. Άλλαξε η ώρα.
Αν τυγχάνουν τέτοιας τύχης κείμενα σαν αυτά είμαστε χαμένοι από χέρι. Ο ένας καταγγέλει τον άλλον και στο τέλος καταγγέλει τον ίδιο του τον εαυτό. Τεράστιο το ζήτημα της κριτικής των πραγμάτων και ορισμένοι πιο πάνω παίζουν ρόλο που αρμόζει μόνο στο θέατρο. Δεν συγκεκριμενοποιούν τίποτε. Θεωρώ ότι ο Λειβαδάς δεν μας είπε τίποτα “δικό του”, τα πάντα αφορούν το φαινόμενο της ποίησης στην Ελλάδα ως έχει. Πήραν όμως την απάντησή τους. Με κάτι τέτοια θα τον αναδείξουν πιο πολύ απ’ όσο το αντέχουν, κι αυτό δεν το χρειάζεται κανείς, ούτε εμείς ούτε ο ποιητής.
Αν χωράει άλλη μία προσωπική γνώμη, θα πω ότι η εμφάνισή του στον Ιανό είπε πολλά περισσότερα. Κρίμα που δεν ήταν κάποιοι εκεί πέρα. Ο Παστάκας έχει πολύ δυνατές κεραίες και προφανώς ένστικτο για να μπει στον κόπο να τον παρουσιάσει.
Κλείνω λέγοντας ότι το ηλεκτροφόρο σύρμα, το περιστέρι και η εξάτμιση προχωρούν μέσα στην ίδια άνοιξη.
Γ.Μ. manpratt@yahoo.gr
“Με κάτι τέτοια θα τον αναδείξουν πιο πολύ απʼ όσο το αντέχουν”
Τους αξιζει. Θα ειναι σαν “καποιος να τους τρίβει στα μούτρα τα κιτάπια” της αβαντ γκαρντ. Ολοι τους επαρχιωτες και μνησικακοι. “Πήραν όμως την απάντησή τους”:
“…συ εισαι το δενδρον τουτο, βασιλευ, οστις εμεγαλυνθης και ενεδυναμωθης· και η μεγαλωσυνη σου υψωθη και εφθασεν εως του ουρανου και η εξουσια σου εως των περατων της γης…”
Τον Ζωίλο τον ξέρω, έχω ξαναγράψει γι’ αυτόν στο Ποιείν. Απλά είναι ερωτευμένος με τον Λειβαδά και κανά δυο τρεις ακόμη. Βράζει στο ζουμί του. Τι άλλο να κάνει κανείς όταν ο φθόνος τού χτυπάει το υπογάστριο και την απολήξη του εντέρου;
Περί παρανάγνωσης δε, είναι ο καλύτερος.
Όσον αφορά το αφιέρωμα που έκαναν πριν μέρες στην Πάτρα για τον Καρούζο γνωρίζει κανείς τίποτα;
Νομίζω ετοιμάζεται κάτι και για τον Στεριάδη.
Αν κάποιος γνωρίζει ας μου πει.
Π.
“Απλά είναι ερωτευμένος με τον Λειβαδά και κανά δυο τρεις ακόμη. Βράζει στο ζουμί του. Τι άλλο να κάνει κανείς όταν ο φθόνος τού χτυπάει το υπογάστριο και την απολήξη του εντέρου;”
Οντως. Εχω λυσσαξει.