
ΙΙ.
Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν
κλεισμένες πόρτες – περιμένουν επισκέψεις.
Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.
Λέω, θ’ ανοίξει σαν αυλαία τ’ όνειρό μου,
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,
θ’ αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·
κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.
ΙΙΙ.
Κάποτε θα ‘φτασα ψηλα στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.
Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα ‘πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.
Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,
μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.
ΙV.
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.
Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.
Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·
ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα.
V.
– Αλλοτε θα ‘παιρνες αργόπλοα τα χρόνια
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·
θαμποί παράδεισοι θα ‘φεγγαν απ’ το τζάμι,
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.
Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.
– Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες
τις εμφανίζει ο ουρανός – και ποιόν θα πείσω·
όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,
μαντεύω λίγο ουρανό για ν’ αγαπήσω.
VΙ.
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,
και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες – σ’ ένα βύθισμα – καντρίλιες.
Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ
που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να ‘χει φύγει και τη χάρη.
VΙΙ.
Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
κάτι που άρχισε – δεν ξέρω πόσα χρόνια·
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
θα ‘ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ’ αλλοιώνει.
Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
θαμπές μορφές απ’ το βιβλίο των νεκρών,
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
μ’ ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.
Να ‘ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
να ‘ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;
Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.
VΙΙΙ.
Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.
Γι’ αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
μ’ ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.
Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,
είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.










“Κάποτε θα ‘φτασα ψηλα στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά”
αλλά και
“ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα”
Υποτίθεται πως το ζητούμενο είναι το ρίγος. Κι εδώ υπάρχει.
Πέρασα όλο το Νοέμβρη του 1997 διαβάζοντας τις μπαλάντες και περιστάσεις ξανά και ξανά.
Ημουν τότε στο Κέντρο Υγείας Περάματος Ρεθύμνου, και ο διευθυντής, ο κύριος Παπαδάκης είχε απελπιστεί με την περίπτωσή μου…Καψάλη αντί για Παθολογία;
Εχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια, η περίπτωσή μου μάλλον βρήκε το δρόμο της, αλλά αυτά τα ποιήματα μου αρέσουν ακόμα.
Πιστεύω ακράδαντα ότι το ποίημά του “Υπό κλίμακα”, που έκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, είναι αριστουργηματικό – δίχως καμιά υπερβολή. Θυμίζω από μνήμης την αρχή του:
“Γνωρίζω τι θα γράφατε πατέρες,
γνωρίζω μα δεν θέλω να το γράψω.
Είναι νωρίς ν’ ανέβω στους αιθέρες,
να καρπωθώ τη λύπη σας, να κλάψω.
Και είναι αργά, ξεκλήρισαν τις μέρες.
Κι οι νύχτες μου ηχούν σαν παρωδίες
που απόστρατοι ψελλίζουν σε κυρίες…”
Εύγε Σπύρο! Κι ας λένε ό,τι θέλουν και γι’ αυτόν και για τον Κοροπούλη. Η αχαριστία είναι μεγάλο κακό…
μέσα στις μέρας μου τους ήχους σεριανίζω
ψάχνωντας μάταια τη μελωδία εκείνη
που τη γαλήνη σε μπουκάλι μέσα κλείνει
σε ένα άδειο ράφι της ζωής μου να στολίσω
Ο (πολύ σημαντικός) Καψάλης μετά τον Καρακούλη. Γιατί όχι; Aυτή είναι η μετά-μοντέρνα συνθήκη. Οι μίζεροι και σκατόψυχοι (δηλ. η αφεντιά μου) ας καγχάζουν. Ποιος ξέρει; H στομωμένη ευαισθησία μας ισως κάποτε ανακαλύψει τον Πορφύρα κατω απο τόνους Δημουλά ή τον Μελαχρινό που φέγγει ακόμη μέσα στο έμμετρο σκουπιδιαρό της τρέχουσας παραγωγής. To άλλοθι της ποιότητας…
Κανείς δεν είναι πριν ή μετά από κανένα. Καθένας έχει τη θέση του και τη “μέρα” του.
Ζώιλε έχεις μείνει στα ονόματα και όχι στα έργα τους. Πως να γίνει διάλογος έτσι;
Και δε σου πάει το φυσιολογικό ύφος…
Αλήθεια εκείνος ο Μίχος τί έγινε;
“Ζώιλε έχεις μείνει στα ονόματα και όχι στα έργα τους.”
Eνα ποιήμα της Δημουλα που να μπορει να σταθει οχι διπλα αλλα κοντα σε ενα καλο ποιημα του
Καψαλη ή του Φωκα; Ο αντιλογος γνωστος: πως αποφαινεσαι απο καθεδρας; το υψος δεν ειναι μεγεθος μετρησιμο, η ποιηση ειναι θεμα γουστου, οι αξιολογησεις ειναι οχι μονο απροσφορες αλλα ανηθικες, ο χρονος θα δειξει…
Οπως το εθεσε ο Εγελος, η δοξαζομενη ματαιοτητα ολων των πραγματων (βλ. η δοξαζομενη αισθητικη ισοδυναμια τους) ειναι η οικεια ματαιοτητα του εαυτου. (Παρεμπιπτοντως, κυκλοφορει μια αρτια μεταφραση [Φαρακλας] της Φαινομενολογιαw απο την Εστια).
Απλα για μενα δεν υπαρχει μερα Καρακουλη (γινομαι παλι χολερικος).
Αlso I terribly miss Μίχος. Ηe is my super idol (o altra cosa).
Αν θες μπορεί να υπάρξει μέρα “Ζωίλου” πάντως…
Εκτός κι αν είσαι επαγγελματίας κριτικός και ερασιτέχνης ποιητής οπότε δεν πιστεύεις οτι μπορεί να δημοσιευτεί έργο σου.
Υπάρχει και μια ακόμη περίπτωση.
Να είσαι ερασιτέχνης άνθρωπος…(αφού ζήτησες Δημουλά…)
Eιμαι Χημικος Μηχανικος και διαμενω στην επαρχια.
Δεν γραφω ποιηματα–οχι απο μετριοφροσυνη αλλα απο ματαιοδοξια. Δεν εχω γραψει ποτε σε περιοδικο, ουτε καν λογοτεχνικο. Δεν ειμαι φυσικα αγνοημενο ταλεντο ουτε αδικημενη υπαρξη. Αγνοω τα παρασκηνια του σιναφιου απλα διασκεδαζω να διαβαζω λογοτεχνικες μπηχτες και να αναστατωνω συγγραφικες υποληψεις. Ειναι το –κολασιμο υποθετω– βιτσιο μου. Δοξα το Θεο στο Ποιειν εχω αλιευσει αμετρητους υπαινιγμους. Μια αναδιφηση στα αρχεια ειναι διαφωτιστικη…
Το οτι ακομη με ανεχεστε σημερα ειναι θαυμα.
Όπως και η αυτοβιογραφική ιστορία που έπλασες είναι θαύμα, ένα μικρό ποίημα θα έλεγα.
Καλή μας συνέχεια. Εδώ θα μαστε να τα λέμε.
What a comeback!
old good Mίχος
(mikrh mikrotath tou 20, enw megalh –h megalyterh meta tou 30– twn 80s pou leei kai o kommounisths poy parasyrthhke neos kai twra grafei sth xavouza)
περι μεν γαρ της αιρεσεως ταυτης γνωστον ημιν εστιν οτι πανταχου αντιλεγεται
Ο ΝΕΟΣ ΦΡΑΝΚΕΣΤΑΪΝ
Πάψτε λοιπόν, οι ποιητές! Το λόγο έχει
ο κύριος Διευθυντής,
ο μόνος που τη θέση του επάξια κατέχει,
γι’ αυτό και μας προέκυψε ποιητής.
Πάψτε λοιπόν, οι στιχοπλόκοι! Σχεδιάζει
ο άνθρωπος το νέο Προμηθέα
της ποίησής μας. Στο εργαστήρι του ταιριάζει
απ’ τ’ αξιολογότερα μέλη, τα πιο ωραία.
Κι αν του βγει κανένα τέρας που δεν ξέρει
τι ’ναι ποίηση και τέχνη μετρική,
δεν πειράζει, οπωσδήποτε θα φέρει
στα βαλτόνερα της γλώσσας ταραχή.
Σουτ! Ποιος λέει ότι μοιάζει του Σεφέρη;
Είν’ ολόφτυστο ο Βλάχος στη μορφή.
O Καψαλης παυει τον (Σπαταλα) Γ.M.;
Βεβαια, αφου ο Mπελεζινης φταιει για ολα.
Κουτσομπολια που δακνουν με αποσιωπητικα
Ηοw old is Καψαλης; Who is πουλημενος;
H πιατσα βοα, ο Απουλητος ομως ξερει απο πρωτο χερι
Και θα γ..ησει τα εγγονια τους
Its fucking fun! Best Thing In Town!
Η μοίρα ενός ποιητικού κειμένου είναι οι όροι που καθορίζουν οι άλλοι γι΄αυτό.
Τα κριτικά σχόλια, στις ιστοσελίδες,επαινετικά ή επικριτικά, είναι ένας παράλληλος λόγος με ένα μοναδικό πλεονέκτημα, την ανιδιοτέλεια και την αυθεντικότητα
Οι εκδοτικοί οίκοι προωθούν κείμενα με βάση τους νομους της αγορας(κατά κανόνα).
Τις περισσότερες φορές οι εκδότες εκδίδουν ασημαντότητες καθιερωμένων συγγραφέων στηριζόμενοι στην “αξία” της υπογραφής.
Συμπερασματικά θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που ανακάλυψα τον διάλογο στις ιστοσελίδες.Έτσι μαθαίνω ,έτσι μπορώ να αισιοδοξώ.
Υ.Γ.Ευχαριστώ Ζωϊλέ!
Εάν, κύριε, θεωρώντας τυχερό τον εαυτό σας, απαντάτε σε “διάλογο στις ιστοσελίδες” με καθυστέρηση μηνός (και βάλε), υπάρχει σαφώς κάποιο πρόβλημα timing. Ποιός, άραγε, περιμένει τόσο σε μια πιάτσα, όπου οι βολές πέφτουν κατά ριπάς;
Αφήστε που, και σύμφωνα με το γαλλικό savoir ecrire (λείπει εδώ ο τόνος, ξέρω), είστε αδικαιολόγητος…
Εσείς, όμως, μπορείτε να αισιοδοξείτε.
Είναι καλό το Υπό κλίμακα, όμως ο τύπος είναι trendy, μην τσιμπάτε, το παίζει καλά το παιγνίδι, τη ζωή του τη ζει αλλού (ελιγμοί και φράγκα από την Τράπεζα) αυτός με την ποίηση την έκανε λαχείο, εσείς κοιτάχτε να επιβιώσετε με ίδια μέσα…
Μια Φιλόλογος…
TA ΓΚΡΙΓΚΛΙΣ
Όσοι στηρίζουν με μανία
τα Γρίγκλις τʼ αποκρουστικά
Ας κάτσουν πάλι στα θρανία
Να μάθουνε Ελληνικά
Γιατί η τεμπέλική τους κλώσα
Που τώρα στέρεψε απʼ αυγά
Για καλαμπόκι τρώει τη γλώσσα
Σιγά-σιγά σιγά –σιγά..
http://www.kostaspak.gr9/12/2012 7:54:09 PM.
Νά ναι το σχήμα της θλιμένης εποχής…
Μακάρι γιατί αλλιώς οι καρδιές μας θα σταματούσαν
να χτυπούν. Ω φεύ