[youtube R8nRDTdB87c&rel=1]

O Ζαν Μπερτράν Πονταλίς στο βιβλίο του Παράθυρα έχει ένα λήμμα που το ονομάζει “Γερνώντας”. Εκεί κάνει ένα διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σας μεταφέρω εν συντομία την άποψή του για τους άντρες: Νοσταλγούν τις στιγμές που σκότωναν το χρόνο, τώρα είναι αυτός που τους σκοτώνει. Η ανακάλυψη του θανάτου και όχι του καθρέφτη, υπονομεύει το υπόλοιπο της ζωής τους…Τον προσπέρασαν επιζώντας από τη βία της νεότητας και τώρα αρνούνται ότι μπορεί να τους προλάβει στη στροφή…Εξετάζουν τα όργανά τους με καχυποψία σαν ισάριθμους εχθρούς που ενεδρεύουν…

Τα ποιήματα που έχουμε εδώ δεν εξαντλούνται φυσικά στις παρατηρήσεις του Πονταλίς, αλλά θέλω να δείτε την αναφορά μου ως μια χειρονομία οικειότητας. Μια ένθεα άρρωστη μητέρα μου έκανε το δώρο να έχω είδηση για το τι είναι η ανάλυση και με άνοιξε στη συνοριακή εμπειρία του πολιτισμού που έχουν οι αναλυτές…

Ζώντες και νεκροί, φίλοι, σε πρωινή ή νυχτερινή αναφορά, λοχαγός είναι ο θάνατος…Ο δικός μου θάνατος…με τον οποίο ως ποιητής, διαρρηγνύοντας τη βιομηχανία της λήθης του, έτσι ορίζω τον πολιτισμό μας, αρχίζω τη ζωτική για μένα συνομιλία…Κατά την άποψή μου, αυτό προώρισται, μαζί με άλλους, στον ποιητή.

Η συνομιλία με το θάνατο, καλύτερα με το επικείμενο του θανάτου. Και εκεί που όλα μου προτείνουν λήθη, ως αναγνώστης έχω αυτό το κάλεσμα. Γιατί ο θάνατος είναι α-λήθεια και δεν αντιμετωπίζεται με τη φυγή.

Από την άλλη όλα τα πρόσωπα ζωντανά ή πεθαμένα είναι το ίδιο το εγώ του ποιητή, είναι ένα είδος σκιάς και ένα είδος αναφοράς, είναι τα πρόσωπα στα οποία εδράζεται το λόγον διδόναι μου. Υπάρχω δίνοντας λόγο σε αυτά τα πρόσωπα. Ο στρατιώτης Ράϊαν που η ζωή του κόστισε τη ζωή άλλων δεκατεσσάρων, αναφέρομαι στην ταινία, περιδιαβάινει το νεκροταφείο του Άρλινκγτον και αναρωτιέται: Έζησα σωστά; Γιατί εγείρει δεκατέσσερις νεκρούς στην αναφορά του εμπρός στο επικείμενο του θανάτου του.

Ο Παστάκας με τα ποιήματα προσευχές για φίλους δίνει λόγο στις σκιές που αποτελούν την αναφορά του προς το θάνατο και δίνει λόγο και σε μας αποκαλύπτοντας τους δεσμούς που τον συνδέουν με καθένα από αυτά τα πρόσωπα.
Κι εκεί ακριβώς κατεβαίνει στο σωματικό στους χυμούς και τα πάθη του που αποτελούν συνδέσμους που μας ενώνουν με άλλα πρόσωπα, είναι οι δρόμοι του σώματος από όπου προσεγγίσαμε αυτά τα πρόσωπα και μοιραστήκαμε βαθιές εμπειρίες ικανές κάποια φορά να μας βγάλουν εκτός εαυτού, να σπάσουν τα σωματικά μας όρια προς ένα χώρο διαλόγου που τη μνήμη του σαν μονόλογο πια καταθέτει το ποίημα…

Αν προσέθεσε κάτι η ψυχανάλυση σαν επιστήμη του πολιτισμού είναι ίσως ο συνυπολογισμός του ταπεινού, των σωματικών εκκρίσεων, των κινήσεων των σπλάχνων, και της ιδιότυπης γλώσσας τους στην ολοκλήρωση της ανθρώπινης εκφραστικότητας…Τα σώματα μιλούν και πιέζουν για μια επείγουσα μετάφραση…
καλύτερα επιθυμούν να γίνουν φωνητά, να δώσουν φωνή και να πάρουν φωνή για μιαν αναδιάταξη που έχει και το όνομα της θεραπείας…

Εκεί ο Παστάκας βρίσκει μια ρωγμή, ένα χάσμα για τον ποιητή, ένα βήμα για να ανοίξει ένα λόγο προορισμένο με γενναιότητα να τον κλείσουν άλλοι, ο καθένας κατά το μέτρο της γνώσης και της α-λήθειας του…

Φαντάζομαι μερικές φορές το ποίημα σαν το κέλυφος ενός λόγου κάποιου που αναλύεται και τον αναγνώστη σαν ένα είδος αναλυτή που πρέπει να κατασκευάσει μια ερμηνεία.. Μόνο που αυτή η ερμηνεία αντί να επιστρέφεται σʼ αυτόν που αναλύεται παραμένει και θεραπεύει, η λέξη εντός εισαγωγικών τον αναλυτή…
Το ζήτημα δεν είναι να σας δώσω μια αυθεντική ερμηνεία, για το τι είδους βασάνους επέβαλα στα ποιήματα, να μην τα εξημερώσω για χάρη σας, αλλά να σας εισάγω σε μια υποψία για να διαμορφώσει ο καθένας μια δική του ερωτηματοθεσία κατά το μέτρο που το επιθυμεί…
Έτσι κι αλλιώς το ποίημα υπερβαίνει πάντα τους όρους που το δημιούργησαν και η δύναμή του είναι ακριβώς στο πόσο δεν εξαντλείται παράγοντας αναγνώσεις.

Άφησα απέξω το θέμα της προσευχής. Ποιο είναι το Κύριε άραγε όπου απευθύνεται ο ποιητής; Συνυπολογίζει το θάνατο του θεού; Και τελικά υπάρχει κάτι σαν τρίοδος που συνδέει την προσευχή την ανάγνωση ενός ποιήματος σε περισυλλογή και την ανάλυση; Το μόνο σίγουρο είναι πως έχουμε ένα εκ βαθέων, από εκείνα που μας φέρνουν ντροπή όταν τα ξαναδιαβάζουμε, πιθανόν ο Οιδίποδας να διάβασε ένα ποίημα πριν ξαναβγεί στη σκηνή με τα τυφλά του μάτια. Ποιο ποίημα άραγε;

Δέχομαι τον όρο βιωματική ποίηση σαν εμπρόθετη στόχευση του ποιητή να χρησιμοποιήσει συνειδητά υλικό από την βιογραφία του χωρίς την προσπάθεια να αποπροσωποποιήσει το τελικό αποτέλεσμα, το παλιό πρόταγμα του μοντερνισμού.
Έτσι κι αλλιώς κάθε ποίηση είναι βιωματική…Να το πούμε ψυχαναλυτικά;
Αυτό, μιλάει ακατάπαυστα…
Τώρα πύκνωσε σε κάποια ποιήματα του Παστάκα. Ας τα ακούσουμε και ας θυμηθούμε να προσεγγίσουμε τον κοινό λόγο κατά το μέτρο της ίδια φρόνησης, όπως μας παραδόθηκε από τον Ηράκλειτο.
Διότι από τον κοινό λόγο ζούμε…και επιτρέψτε μου να προσθέσω και πεθαίνουμε…