logo.gif

Αυτοί μιλάν
Αυτοί μιλάν την ώρα που ο ήλιος
έγυρε το χάος ν’ ακουμπήσει
την ώρα που εγώ σε προσκυνούσα απελπισμένος
για ζωή
Και μιλάν την ώρα που άλλος
ένοιωθε το φως που πάει να σβύσει
την ώρα που το χάος την αγάπη του ήλιου
αυτό θα τη χαρεί
Οι συντεταγμένοι, μετέωρη λογική
το χρόνο με σκοτάδι στα υπόγεια μετράνε οι ειδικοί
Αυτοί μιλάν κι εγώ μαθαίνω πως να ψηλαφίζω
το σκοτάδι
Σημείο αναγνώρισης μονάχα θα ‘ναι η σαρκική επαφή
Πριν λουφάξει ο ήλιος, και στο χάος δώσει
το ρόλο του πατέρα
Σε μας να μείνει άγιο κάλεσμα
η ανθρώπινη φωνή
Σκύβει το κεφάλι η σκέψη να οξυνθεί
Η γλώσσα μας απ’ αύριο
σε διάλεκτο θα είναι της σιωπής

Οι σοβαροί κλόουν
Τους είδα στα υπόγεια καταφύγια
κείνες τις νύχτες του Μαγιού
με βλέμμα καρφωμένο προς την πόρτα
ανήσυχο από το φόβο του διωγμού

Τους είδα βιαστικούς μέσα στη νύχτα
σ’ ένα παράνομο κρυφτό
δραπέτες των λεωφόρων
σκορπώντας στους πολίτες πανικό

Τους είδα σε διαδήλωση
να φεύγουν με τη γεύση του μισού
το πλήθος ξέρναε την αγρύπνια τους
και τους σημάδευε το μάτι ενός φακού

Στα σκοτεινά δωμάτια
με συζητήσεις
που δεν τέλειωσαν ποτέ
στις μυστικές βιβλιοθήκες και στα πάρκα
με Πόε, με Ντε Σαβ και Μαρκ Τουέν
και με μια άγνωστη αρρώστια στη σάρκα

Γυμνοί από αγάπη κι από μίσος
διωγμένοι σαν εξτρεμιστές
γνωρίσαν τον Χριστό μέσα απ’ την πείνα τους
ή μες στις φυλακές πεθαίνοντας στον τρόμο ότι πεθαίνουν
στην αγωνία της επόμενης στιγμής
τους είδα περαστικούς από τις αίθουσες των Πανεπιστημίων
και των δημόσιων σκοτεινών ψυχιατρείων
να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής

Κάποτε θα δεις
Κάποτε θα δεις πως όλα είν’ αλήθεια
σκληρή δουλειά σε περιμένει
γευόσουνα τα λόγια που
από το στόμα σου μοιάζανε παραμύθια
τώρα το τελευταίο παιχνίδι
μες στο δωμάτιό σου αόρατο ανασαίνει

Μονάχη στέκεσαι στο δρόμο
τον άνθρωπο κοιτάς με τρόμο
και ψάχνεις τον μπαμπά σου
πάνω του να βρεις
στην τύχη ψάχνεις προστασία
γαντζώνεσαι σαν ικεσία
παράσιτο στην δύναμη άλλων
ν’ αρπαχτείς

Πάλεψε τώρα να επιζήσεις
έξω απ’ το σπίτι ο άνεμος αγριεύει
κανείς δε σου ‘μαθε ποτέ
πως κάποια μέρα θα χρειαστεί και να μισήσεις
έτσι η αγάπη σου είναι φόβος
ζωή απ’ τους άλλους έμαθε να κλέβει

Οι μνήμες σου καπνοί στο δρόμο
μπερδεύεις κλέφτη από αστυνόμο
κι όμως πουλάς στην τύχη κάθε σου στιγμή
γυρνάει σβούρα το κορμί σου
μιλάς και χάνεις τη φωνή σου
και δεν υπάρχει πια κανείς για να σου πει
Θάνατος
Χαφιές στο σπίτι η θεία σου
κι αστυνόμος η μαμά
του τρόμου αθώα πρόσωπα
που αργοπεθαίνουν στη δική σου αγκαλιά

Παυλάκη, γύρω σου σωπαίνουν
τους φτάνει που ανασαίνουν
τι ζητάς…
Ετοιμοθάνατου είσαι γέννα
κουλός με χρυσαφένια πένα
που το πας…

Με το χαβά του θυμικού σου
ματζούνι του μυαλού σου
πιπιλάς…
ξέρουνε τι τους περιμένει
στην πολυθρόνα βολεμένοι
τι ρωτάς…

Θάνατος θάνατος θάνατος

Κάπου τριγυρίζει μια παράξενη ματιά
κάτι σε γεμίζει με θανάτου σιγουριά
κανείς δε θες να σε δαμάσει
κι όμως πονάς για ότι έχεις χάσει
και ρωτάς
Βυζαίνει ακόμα τ’ ονειρό σου
κι ο πόνος μοιάζει να ‘ναι γιατρικό σου
που ζητάς…

Στο Αμστερνταμ ο Φαληριώτης
και στο Παρίσι ο Βελεσιώτης
σου γελάν…
Θανάτου χρέος σου μετράνε
σε καταφύγια σε τραβάνε
και ξεχνάς…

Θάνατος θάνατος θάνατος

Φτωχόπαιδο
Τη δύναμή σου πουλάς σ’ ένα γιαπί
φορτώνοντας τσιμέντο και λάσπη το κορμί
κλειδώνεις σπίτι με πόνο την καρδιά
και κατεβάζεις τα ρολλά
και στα όνειρα σιωπή
ζητάς ελευθερία “Αέρα” “Αλβανία”

Ο πόθος σου με γκόμενας μορφή
αυτό που για άλλους είναι καθημερινή ζωή
μα ειν’ η τσέπη άδεια κι η κούραση σφυρί
θέ μου θα τόθελες θα τόθελες κι εσύ
λιγάκι να γλεντήσεις σαν άνθρωπος να ζήσεις

Συνήθισες να περπατάς σκυφτά
κι ο ινστρούχτορας σου φέρεται γλυκά
δύναμη κόμμα, αγώνας και φωτιά
κι ο κουλτουριάρης στα μπάρ να σ’ αγαπά
όταν το βράδυ η μοναξιά
τα σώβρακά σου πιτσιλά

Σε μια σκοπιά στο Ελληνικό στρατό
σκλάβος ανώνυμος του δεκανέα και εδώ
κοιτάς με δέος ένα τυχαίο φρικιό
να φεύγει τρέχοντας απ’ τον τρελογιατρό
κουνώντας το χαρτάκι
το I5 το μικράκι

Σε φάμπρικα πιάνεις δουλειά
μα κάποια ανύποπτη και σκοτεινή βραδυά
αναρχικοί βάζουν φωτιά
τ’ αφεντικό σου πανικός … χωρίς λεφτά…
ένα θηρίο σε καλεί… νιώθεις μια άγρια ηδονή

Ανεργος τώρα ζητάς καινούργια αρχή
με σλήπιν μπαγκ στον ώμο φίλος από παιδί
κουτσά στραβά σου λέει τη βγάζω καθαρή
μα είναι δικιά μου δικιά μου η ζωή
κι εσύ να περιμένεις
με γνώση ότι πεθαίνεις

Εφημερίδα … φωτογραφία μικρή, μιλάει για σένα για κάποιον πωλητή
ήτανε βράδυ, ήτανε κι η βροχή
τ’ αφεντικό παρθένα, στο πρώτο της φιλί
“με λήστεψε” τους λέει “το πιο καλό παιδί”

Ο αλέκτορ λάλησε την τρίτη του φορά,
το κόμμα τώρα σε διαγράφει βιαστικά,
οι σύντροφοί σου ; “μα ήταν φύση αναρχικιά”
“αυτά, απ’ τ’ άλλα, εκείνα ,
συμβαίνουνε κι αυτά”
Μνήμες, καπνός, αμφιβολία καμμιά.
Μονάχ’ ακόμα μία, …μελανιά
σε μιας εφημερίδας τη γωνιά.

Γυναίκα
Είσαι εκεί μέσα στο όνειρο
είσ’ αλλού μέσα στου όχλου τη βουή
στο φιλί του ανώνυμου
και σ’ αυτόν που πάντα για σένα είναι εκεί

Πάνω σου άτσαλα,
σώματα θα προσγειωθούν
για αυτό γίνε εσύ χώμα γόνιμο
άδοξα τ’ άνθη τους πριν μαραθούν

Γυναίκα μεσολάβησε στον άντρα και τη γνώση
σαν προβολή του όφι
δυστυχώς ο πλούσιος τω πνεύματι
έβαλε στόχο ιδανικό Θεό

Γυναίκα γίνε η ανασταλτική αιτία
γιατί τελειώσανε τ’ αστεία
ο στόχος άλλαξε
και μετατράπηκε σε από μηχανής Θεό

Αποκάλυψη
Κανένα φυλαχτό, δεν είχε ρόλο στη ζωή μου η τύχη
δικτάτορα είδα τον τρελό
και την αμόρφωτη εξουσία συμβουλές να δίνει
Το κράτος νόμιμο ληστή
και τη βλακεία εξυπνάδα να πουλάει στους δρόμους
σε τραγωδία να παίζουν κωμικοί
και για την Μήδεια να διαδηλώνουν
μανάδες και να την αθωώνουν
είδα αδύναμους να ξεσπιτώνουν
και τη γη να ισοπεδώνουν

Οταν το σήμερα σωστό
την άλλη μέρα βγαίνει λάθος
Στην Αφρική veto λευκό
μα στη ζωή σου το χαρτί είναι μαύρο
όταν η αλήθεια μια διπλή
μια πληρωμένη γνώση απ’ άκρη σ’ άκρη
τον αυστηρό όταν κριτή
στην εξουσία συναντάς αυλάρχη
τον επαναστάτη κομματάρχη
την αποκάλυψη ρουτίνας μάχη
την αποκάλυψη ρουτίνας μάχη

Βλέπω λαούς
εμπόρευμα να κρέμονται σαν τα σφαχτάρια
ναό του Σολωμόντα κι αρχηγούς
να παίζουν τη ζωή μας στην αυλή στα ζάρια
βλέπω χιλιάδες πια Χριστούς
που την αγάπη τους μ’ ένα μαστίγιο αλλάζουν
αγαπάτε αλλήλους ως εαυτούς
σε βιτρίνα του μουσείου σκουριάζουν
τα θεμέλιά μας τα τραντάζουν
και τέσσερις ιππότες να καλπάζουν
την Αποκάλυψη φτιάχνουν