lempicka007.jpg

Δεν ντρέπομαι
Αφιερωμένο στις τηλεφωνικές συνομιλίες μου με τον Τάκη, τον Τάσο, τον Νίκο, τον Φώτη, σε μια με τον Κύριο Κόμη Κομμάτια, τους τρεις Γιάννηδες, την Λια, τον Απόστολο, τον Σώτηρη, τους δύο Γιώργηδες, και σε όλους τους ανθρώπους που νταραβερίστηκα στο τηλέφωνο. Κύριος Νικόλαος Λέκκας.

Από την ποιητική συλλογή του Κώστα Ταχτσή «Καφέ το Βυζάντιο» και άλλα ποιήματα εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1986
Μια μέρα θα με πουν φακίρη
Μεσʼ απʼ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
Μεσʼ απʼ τα μάτια μου καπνό
Πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
Διέπραξα κλοπές διʼ υποβολής
Από αγάπη, σας ταʼ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
Μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
Εκείνον ευγενή και ομοφυλόφιλο
Εμένα πονηρό απλώς
Θα με που οχιά: ένα κοινό προδότη!
Εμπρηστή!
Οι τίμιοι συμπολίτες μου
Θαʼ ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
Μα τα παιδιά τους – α οι έφηβοι!
Αυτοί θα μʼ αναστήσουνε, και θα με πουν ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ


Μετά από πολλά χρόνια αποφάσισα να μετατρέψω το δωμάτιο μου, σε ντεκόρ κυριλέ φοιτητόσπιτο.. Α! ρε κωλομπαρά Λέκκα, διαθέτεις και τζάκι στο δωμάτιο σου. Ωραία ιδέα να φωνάξω φιλαράκια, να την αράξουμε μπροστά του και να πίνουμε κλεμμένο Napoleon. …
Και επειδή εγώ όλα τα βλέπω κιτς ξανά στο ντεκόρ τώρα.
Είμαι μόνος μου στο σπίτι ( η μάνα μου φρίκαρε με το συγγραφιλίκι και τις αφραγκιές μου και την έκανε για την Αγιά Μαρίνα, στης αδερφής της). Εγώ είχα βάλει Φίλιππο Νικολάου και στο «άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες) καψουροτράγουδο αγαπημένο, από τον καιρό που μου πήρε τσιμπούκι ο Νίκος ο ρεσεψιονίστ. Γειτονάκι, από το Μαρκόπουλο. Ήμουνα , δεκαεννιά, χασισομένος, αλκοολικός και άφραγκος στο πεδίο του Άρεως απέξω, του σφυρίζω, ψαρώνει, εγώ κωλοπετσωμένος σʼ αυτά, του παίρνω ένα πεντοχίλιαρο, ελληνικά λεφτά και νταραβέρια αντίο, και πίσω από τα δέντρα. Ευτυχώς έχυσα σε αποδεχτό χρόνο. Αυτή η πρώτη μου βίζιτα, για να μην παρεξηγηθώ. Ποιο πριν γάμαγα στο τσονταδίκα, έτσι για το κέφι μου, στης τουαλέτες, καλοδιατηρημένα τριαντάρικα πουστράκια.
Του παίρνω τα λεφτά, και την κάνω για Εξάρχεια, στην παρέα. Γίνομαι από έναν άγνωστο, χόρτο και γυριζω. Πάρτυ. Εκεί ήταν και κάτι λαϊκή από την γεννετήρα. Ποιο πολύ Χριστοδουλόπουλο και Θώδη δεν έχω ακούσει… Σπάζομαι και βάζω τσαμπουκά Άκη Πάνου « Εφτά νομά σε ένα ντομά» ράδιο Μλάκ Μαν στις αρχές του τότε. Γίνομαι χάλια. Πόνος φίλε, μπάφοι και αλκοόλ, ΗΑΙG.
Έχω και ρετσίνα κουρτάκι από το μπακάλικο της γωνίας, 1.40 το μισόκιλο, αστείο ποσό αλλά βγαίνουνε ίσα ίσα τα φράγκα –πουτάνα ανεργία.
Πλήρωσα ένα. Τι να κλάσει. Αλλά τέλος πάντων.
Πίνω το κράσο και θυμάμαι μπαφιλίκια με την Λια. Τραγική μορφή. Λεσβία και παλιό πρεζάκι. Μαζί ζήσαμε την ρούχλα. Τέλος. Σπάζομαι στην ιδέα και μόνο. Τα χασίσια θέλω να θυμάμαι. Κομμάτια και στα gay με το Λιάκι. Βαριά φωνή, χασικλίδικη τότε. Εγώ είχα ερωτικό δεσμό με ένα ποιητή, έτσι για να τιμωρήσω τον εαυτό μου από μια έκτρωση δικό μου παιδιού ένα μεσημέρι Τετάρτης, κάποιας Άννας, μιας γυναίκας ορόσημο, στο ψυχισμό μου. Ποιητής και γυναίκα ένα κολάζ που δεν ξέρω πιο υπερτερεί.
Ο μόνος που έχω μιλήσει για την έκτρωση είναι ο Νίκος, όχι εγώ, ένας άλλος, μεγαλύτερο μαγκάκι, από την εποχή που στο λύκειο διαβάζα την αυτοβιογραφία του Κοεμτζή και την μπαλάντα των κρεμασμένων του Βιγιόν, δεν έχω συναντήσει. Αυτά για τον Νίκο και τέλος. Ανύπαντρος και αυτός. Και καλά κάνει. Αν εγώ παντρευτώ τον παρακαλώ να μου πετάξει πέτρες.
Για τον ποιητή έχω μιλήσει στον Σωτήρη και στον Γιώργο. Τέλος. Μη ζω με αναμνήσεις. Περασμένα μεγαλεία.
Ανοίγω και το τρίτο πακέτο άφιλτρα της ημέρας, όταν καπνίζω σκέφτομαι και όταν σκέφτομαι καπνίζω. Μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου δεν νομίζω.
Εξάλλου, το γουστάρω το κάπνισμα.
Συναγερμός! Γύρισε η μαμά. Την σιχαίνομαι. Όταν γράφω μουρμουρίζει. Θα ήθελε να δημοσιεύω στην Απογευματινή ενώ εγώ δημοσιεύω στο Υποβρύχιο τελευταία.
Θα ήθελα να ζω σε ένα σπίτι, τώρα στα καβατζωμένα τριάντα μες τα βιβλία, τις μουσικές, τις γλάστρες μου, μακριά από πρέζα, χάπια, να φωνάζω τεκνά για γαμήσια με τους φίλους μου, τεκνά πάσης φύσεως, πουτάνες, πουστράκια, τραβέλια, να πίνουμε μπάφους και ακριβές σαμπάνιες, τηλεφωνηματάκια με φίλους ποιητές, ότι άπτεται στην κουλτούρα να το κάνω, σινεμά, θέατρα, ταβέρνες, μπαρ, συναυλίες, σκυλάδικα κοκ.
Έχω κάνει την αρχή.
Δεν έχω σπίτι, δεν έχω λεφτά, δεν μου λείπει το χασίς και το ποτό. Γυρίζω, είμαι ευτυχισμένος, ζω στην κυρίλα,, και ανταλλάσσω καψούρικα μηνύματα με μια αλβανίδα, πουτάνα με γαμώ τα κωλαράκια, 45 φευγά, ότι μαλακία για αγάπη και πίστη μου τοʼ χει γράφει. Ότι της λένε τα πούρα, στο κωλόμπαρο που εργάζεται, οικοδόμοι, λαχαναγορήτες, και πάει λέγοντας μου τόχει γράψει. Εγώ της απαντώ κυνικά «μωρό μου θα σου φράξω το μουνάκι, να γαμιέσαι μόνο από το κώλο να δεις ωραία που είναι. Το μουνί σέρνει καράβια, και εγώ ναυάγιο. Δεν έχω δικαίωμα να γαμήσω ξανά από το μουνί. Λόγια από πουτάνες έχω χορτάσει και στην Πάτρα. …
Όλοι οι άντρες πεθάνανε. Μόνο Ποιητές και φορτηγατζήδες με μεγάλα παπάρια, εκπροσωπούν το αντρικό φύλο, όλοι οι άλλοι μαραμένες πούτσες, που σηκώνονται μόνο με μαλακία στους δημόσιους καμπινέδες ή με βιάγκρα. Λεω μόνο ποιητές και φορτηγατζήδες γιατί αυτοί έχουν την μαστούρα μέσα τους και την σοφία των δρόμων… Ξέρω πολλούς και από τις δύο κατηγορίες.
Τώρα για τις γυναίκες, αν η γκόμενα δεν πιάνει, λιώμα στο ουίσκι και στα τσιγάρα, τον πούτσο του κολλητού σου, είναι για τα μπάζα. Ψάχνω πιτσιρίκες να την πίνουν και να γαμιούνται με άντρες στις τουαλέτες των μπαρ. Μου έχει λείψει ειλικρινά. Επίσης τα πλακομούνια και τα γαμήσια της κολλητής μου με την δικιά της, φορώντας πλαστικό πούτσο. Μου λείπει. Ο Χρήστος Ρούσσος και η Κατερίνα Μάτσα εκεί στο 18 ANΩ ας επουλώσουν τις πληγές της ψυχής από το σέο γεμήζοντας την με ποίηση και γαλήνη.
Θέλω να πάω στο σπίτι του Παναγιώτη. Αυτός κερνάει μπάφους, και μου σκάει με κόκκινο κυλοτάκι διαφανές, και με ασορτί ζαρτιέρες, ψηλοτάκουνο, μόνο για την πάρτη μου, και το μόνο που θέλει από μένα, είναι ένα άγριο γαμήσι. Ψοφάει για να τον λες ξεκωλιάρη και κάνει καταπληκτικά τσιμπούκια. Δουλεύει σʼ ένα εργοστάσιο, κομμουνιστής, αποτριχωμένος παντού, και γνήσια λαϊκό παιδί. Μια φορά που με είδε χαρμάνα, μου πλήρωσε την πρέζα. Δεν πρόκειται να το ξεχάσω

…………………………………………………………………………………………………………………………………… Η ιστορία συνεχίζεται στην άλλη πλευρά. Εις το επανηδήν.