
«Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας» αναβλύζουν από τη θρησκεία της νύχτας και της περιπέτειας. Ο δημιουργός είναι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, που δεν παίζει το ρόλο του «ευαίσθητου» θιασώτη. Προσεγγίζει το ιερό (που τον απασχολεί ιδιαίτερα) με μία παράδοξη πληρότητα Κενού περιεχομένου, (όχι μόνο με τη βουδδιστική έννοια). Ο ποιητής έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του, αναγνωρίζοντας το πουθενά σαν καταγωγή του και το τίποτα σαν πραγματικότητα της ζωής του. Μοιάζει με κάποιο νεκρό που παραδόξως η ζωή τον σκιρτά με έναν απόηχο θυσιών, ερώτων και παραδόσεων. Στη ποίησή του συμβαίνει διαρκώς «κάτι αντίθετο», το «ανάποδο» των πραγμάτων που ίσως εν τέλει να είναι η αληθινή όψη.
Ο Γιάννης Λειβαδάς είναι αυτό που μιλάει και μιλάει αυτό που είναι. Η ποίηση για τον ποιητή είναι «χοάνη αντεστραμμένη» που τα ανοίγματα της είναι οι δικοί του αντίποδες. Ο ποιητής περνά ασταμάτητα από το λίγο στο πολύ και απʼ το πολύ στο λίγο. Έχει ενσαρκωθεί τον πόνο και την απερισκεψία για κάτι που στα δικά του μάτια παραμένει αζήτητο από την παγκόσμια κοινωνία: τη μεταφυσική γαλήνη, που οι άνθρωποι την αναζητούν μόνο σαν αόριστη ψυχολογική άνεση γιατί ο Θεός έχει πεθάνει, μα όχι για τον ποιητή. Παράλληλα ο Γιάννης Λειβαδάς γράφει την ιστορία της ύπαρξης του αντανακλώντας μια αντισυμβατικότητα που έρχεται αντιμέτωπη με τη θεσπισμένη έκφραση, την απουσία της πραγματικής κουλτούρας. Αδειάζει, εκκρεμεί, μα μένει ατάραχος γιατί έτσι αποκαθιστά τη σχέση με το όλον και τον εαυτό του.
Στα τρία μεγάλα ποιήματα της συλλογής, ξεσπά με μία πληθωρικότητα ανάλογη προς το ύφος της σχοινοτενούς ποίησης του Μπλεζ Σαντράρ, μα με περισσότερη σαφήνεια και εμβρίθεια. Η γραφή του Λειβαδά έχει η ίδια δημιουργήσει το δικό της μοντέλο. Ο ποιητής ανήκει, ή εν πάση περιπτώσει ενεργεί, στον προχωρημένο χρόνο του 21ου αιώνα και παρότι δεν υπάρχει ανάγκη να στοιχηθεί στο πλάι κάποιου επιφανούς διανοητή, είναι ο πιο συγγενικός με τον Εμίλ Σιοράν έλληνας λογοτέχνης, αν αυτό λέει κάτι. Είναι ο φυσικός, απροσποίητος μάρτυρας του κόσμου, που καταφέρνει να μην υποταχτεί σʼ αυτόν, παίρνοντας τη θέση της συλλογικής αγωνίας του. Ο ποιητής είναι τόσο ευαίσθητος με τις συνθήκες που κατατροπώνουν την κοινωνία, που παύει να έχει προσωπικές απαιτήσεις. Εκφέρει το λόγο μιας αποκλειστικά δικής του, πλούσιας και στιφρής γλώσσας, που κατοικεί μέσα της και χαρίζεται ολοκληρωτικά στον αναγνώστη και τον άνθρωπο.
Ο ποιητής απευθύνεται στην καθαρή λογική όσο κι αν έχει για οδηγό την υλική μεταγραφή, την ταύτιση με το εμπειρικό, το καθημερινά πρόδηλο, το εφήμερο. Υποδηλώνει τη δραματική παρουσία μιας ιδιωτικής εποχής η οποία είναι αναπόσπαστο κομμάτι ενός βωβού και διχασμένου κόσμου μέσα στον οποίο ο ποιητής παρακμάζει ως ανάγκη και ξεβράζεται στην υπαρξιακή αναμονή.
Ο δημιουργός των «Κρεμαστών Στίχων» εξοστρακίζει την ηδυφωνία που παράγουν οι αισθήσεις ενός ποιητή ακόμη κι όταν γίνεται πρεσβευτής πλούσιων γοητειών. Μιλά μόνο μέσω της ενόρασης. Γίνεται επίσης υμνολόγος. Ρέπει όμως προς στο «Καλό»; Οι «Κρεμαστοί στίχοι της Βαβυλώνας» μπορούν να θεωρηθούν μία σύγχρονη Αγία Γραφή, όπου η ίδια η ζωή κρεμάστηκε στο σταυρό, αποκαθηλώθηκε, μα ουδέποτε θα αναστηθεί. Θα παραμείνει κατʼ ουσία νεκρή, γιατί μόνο νεκρή βιώνει την πολυπόθητη απελευθέρωση. Έχουμε να κάνουμε με την ποίηση ενός ζωντανού νεκρού, ενός πολιτισμικού ζόμπι που περιγράφει με δεινό τρόπο τις αλλεπάλληλες νεκραναστήσεις που έχει από το παρελθόν υποστεί, και συνεχίζει. Έχοντας μεταμορφωθεί στο ίδιο το νόημα αυτής της τυραννικής ώθησης.
Η ηθική που διακρίνει τους Κρεμαστούς Στίχους είναι ανήθικη, άβολη, και διασύρει στο προσκήνιο αυτό που αποφεύγει να δει κανείς. Απʼ αυτό το «προς αποφυγήν» γεννιέται και η πρωτότυπη ομορφιά της ποίησης. Ως προς τη συνολική του τεχνική δε, ο ποιητής επινοεί λαβές για το «μέγα ποιητικό ζήτημα» που είναι «μη-ζήτημα», το πέρασμα μιας δοκιμασίας που το έπαθλό της είναι η παντοτινή επιστροφή σʼ αυτή. Το παιχνίδι είναι καλά στημένο μα και ο παίκτης τιμά αυτή τη σκληρή δοκιμασία στο έπακρο. Ο ποιητής καλλιεργεί ίριδες στα χαρακώματα, και τροφοδοτεί με άκρατο οίνο το γλέντι των ζωντανών νεκρών ή αν προτιμάτε, τροφοδοτεί με δράση το Αγέννητο.
Ο Λειβαδάς μας προετοιμάζει για κάτι μεγάλο. Ο χρόνος θα το δείξει, με τον ίδιο τρόπο που δείχνει και σήμερα την ιδιόρρυθμη και σημαίνουσα παρουσία του ποιητή. Διότι αυτοί που έχουν πράγματι να μας πουν κάτι, ανέκαθεν πορεύονταν στις παρόδους της πραγματικότητας και εκεί μέσα παρέμειναν με έναν αδιανόητο τρόπο «ιδανικές περιπτώσεις».
Αθήνα – 2/2008










Νομίζω ότι μειώνουν το πολύ καλό poein σχόλια δήθεν υπαρκτών προσώπων που με ψευδώνυμο καλύπτουν την έλλειψη θετικών σχολίων για την ποίηση του Λειβαδά. Για παράδειγμα, γιατί δεν μας λέει ο Άγγελος Παμαγιωτακόπουλος σε ποια αμερικανικά πανεπιστήμια ήταν υπεύθυνος προγραμμάτων δημιουργικής γραφής; Και ποιος είναι ο κύριος Γιώργος Μάνζελος-Pratt; Νομίζω όσο πιο λίγα γράφονται στα αυτιά ποιητικών συλλογών, τόσο πιο σοβαρά θα παίρνουμε την ποίηση. Αλλιώς θα γεμίσουμε ψώνια.