
Το τραγούδι –η λυρική εκφορά του λόγου που απηύθυνε ως προσευχή και επίκληση ο άνθρωπος προς τις ακατάληπτες για τη νόησή του δυνάμεις ενός ανώτερου Όντος, για να αξιώσει την εύνοια του περιβάλλοντος χώρου καθώς και τη θεραπεία του σώματος ή της ψυχής του (στο πέρασμα του χρόνου μάς έδωσε εκείνη την υποβλητική εικόνα της φωτιάς, γύρω από την οποία συναθροίζεται η μικρή κοινωνική ομάδα και τραγουδάει την συναισθηματική διάθεση που δοκιμάζει μέσα από τα συλλογικά βιώματα και τις ατομικές εμπειρίες κάθε μέλους της)– το τραγούδι και η αφήγηση του Μύθου συνιστούν τις αρχέγονες λειτουργίες της ποίησης και, πιθανώς, τις μόνες που παραμένουν αμετάκλητα δραστικές ως σήμερα. Μολονότι, «θεωρητικές» φωνές κραυγάζουν πως, σε μια γκρεμισμένη κοινωνική πραγματικότητα μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, απʼ όπου απουσιάζει κάθε αίσθηση Ιδανικού και η σύλληψη υψηλών Ιδεών που θα ανακινήσουν την σκέψη εντός του πολιτιστικού, κοινωνικού και πολιτικού βίου, η κτίση μιας ποιητικής σύνθεσης φαντάζει –επιεικώς– ανεπίκαιρη, αφηγηματικές –ενίοτε και επικές, τουλάχιστον ως προς το σχέδιο και την στόχευσή τους– συνθέσεις συνεχίζουν να γράφονται∙ άλλωστε δεν έπαψαν ποτέ. Και συνιστούν συνήθως το στίγμα αναφοράς μας σε έναν ποιητή. [Πώς θα αντιλαμβανόμασταν την ποίηση του Εγγονόπουλου, λόγου χάρην, αν δεν είχε συνθέσει τον «Μπολιβάρ»; Πλήθος τα παραδείγματα.]
Αλλάζει μόνο η μορφή τους: εκκινώντας από το σπάραγμα και καταλήγοντας στην μακροσκελή, πεζολογικού ή ακόμη και δοκιμιακού ύφους, αφήγηση. Στην παραδοχή της παραπάνω ήττας που σημείωσα, όμως, θεμελιώνεται ακαριαία, σαν φυσικό επακόλουθο, το αίτημα ανάπλασης των παλαιών Μύθων ή της δημιουργίας καινούργιων. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται πάντοτε τους Μύθους του για να υπάρξει. Γιατί ακόμη και ένας χαοτικός κόσμος πρέπει να έχει το κέντρο του. Ας είναι και μια ευθεία γραμμή, σχεδιασμένη μέσα σε ένα πλήθος αναρίθμητων, άναρχα διεσπαρμένων, μαύρων κουκκίδων στο λευκό χαρτί. Οι Μύθοι πρέπει να καταβαραθρώνονται μόνο και μόνο για να δημιουργηθεί ο ζωτικός χώρος για τους επόμενους. Όπως ακριβώς αγωνιζόμαστε να σκοτώσουμε την εικόνα του πατέρα εντός μας για να μας κατατρύχει το φάσμα του με μεγαλύτερη ακόμη σφοδρότητα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ποιητική σύνθεση Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία (2003) του Ανατολικογερμανού –πιθανώς ανήκει στους τελευταίους λογοτέχνες της γερμανόφωνης αυτής επικράτειας στον οποίο έχει νόημα να μην αποδώσουμε την εθνικότητά του απλώς ως γερμανική– ποιητή Ντουρς Γκρύνμπαϊν (γεν. 1962). Στο αφηγηματικό –μυθιστορηματικού χαρακτήρα– ποίημα του, δομημένο με όρους αυστηρούς μορφικά (42 Κεφάλαια –ή Άσματα κατά Πάουντ– αποτελούμενο το καθένα από επτά δεκάστιχες στροφές), ο Γκρύνμπαϊν ανασύροντας από το φιλοσοφικό πεδίο τη διαμεσολαβητική μορφή του Ντεκάρτ και από το ιστορικό την παραμονή του Γάλλου φιλοσόφου σε μια μικρή πόλη της Γερμανίας τον χειμώνα του 1619, ενώ οι συγκρούσεις του Τριαντακονταετούς Πολέμου έχουν ήδη ξεσπάσει από τον προηγούμενο χρόνο, δεν ξετυλίγει απλώς το νήμα ενός ελκυστικού Μύθου, ούτε προβαίνει στον κριτικό σχολιασμό του∙ ο Γκρύνμπαϊν συνθέτει εκ νέου ένα πρόσωπο ιστορικό αυστηρά και μόνο μέσα στο γλωσσικό πλαίσιο της ποίησής του. Χρησιμοποιώντας στον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα της σύνθεσης στοιχεία από τα πλέον τετριμμένα της καθομιλουμένης ως τα σαφώς ανοίκεια που θρέφουν τις ρίζες τους στην αρχαία γερμανική, ενσωματώνοντας στον λόγο του την ειρωνεία και την επιτήδευση –επιτήδευση προς χάρην της οποίας θυσιάζεται ενίοτε το κείμενο προκειμένου να ανταποκριθεί στους αυστηρούς νόμους «αρχιτεκτονικής» που επιβάλλει ο Γκρύμπαϊν–, αλλά και στηριζόμενος σε εκφραστικές δυνατότητες που του προσφέρουν η πεζογραφία, το δοκίμιο, ο δραματικός μονόλογος και διάλογος, ο Ανατολικογερμανός ποιητής ανοίγει τους δικούς του δρόμους στην ποιητική πράξη και την ανάπλαση του Μύθου∙ συνθήκες μέσα από τις οποίες δημιουργεί και, συγχρόνως, πασχίζει να τις ορίσει και πάλι. Ακόμα και οι γνωστές θέσεις του Ρενέ Ντεκάρτ του Γιοακίμ μοιάζουν να χάνουν την κεκτημένη υπόσταση τους στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού και να αναδεικνύονται σε δημιουργική διαδικασία στοχασμού του Ρενέ Ντεκάρτ, γεννήματος της μυθοπλαστικής ικανότητας του Ντουρς Γκρύνμπαϊν. Το σημαντικότερο επίτευγμα, ωστόσο, του εν λόγω ποιήματος παραμένει η διαυγής εικόνα ενός ανθρώπου ο οποίος στοχάζεται, δρα και αναπτύσσει τη δική του ανθρωπολογία. Είναι απολύτως βέβαιο πως το ποίημα Του χιονιού συνιστά την προσωπική σπουδή του Γκρύνμπαϊν πάνω στο ανθρώπινο ον. Συνθήκη αναφαίρετη κάθε σπουδαίου έργου τέχνης ή –πέρα από ατομικές αισθητικές εκτιμήσεις– κάθε έργου που φιλοδοξεί να κομίσει μια καινούργια προοπτική στην τέχνη του.
Το εγχείρημα των μεταφραστών έθεσε ως προτεραιότητα την μεταφορά στα ελληνικά του μεγαλόπνοου δημιουργικού σχεδίου του Γκρύνμπαϊν και των μεθόδων που χρησιμοποίησε για να το επιτύχει. Κάπου εκεί θυσιάστηκε ο ιδιαίτερος ρυθμός του πρωτοτύπου ο οποίος θα αξίωνε πιθανώς την εκ μέρους τους στρέβλωση των πολλών και διαφορετικών στοιχείων που απαρτίζουν το συγκεκριμένο ποίημα. Πέραν αυτού: είναι σημαντικό πως προτείνουν στα καθʼ ημάς έναν σύγχρονο Ευρωπαίο ποιητή και μάλιστα σε μια μετάφραση, η οποία πληρεί τον ουσιαστικότερο στόχο αυτής της υποτιμημένης –συχνά– τέχνης: να αποτελέσει πηγή άντλησης υλικού για τους δημιουργούς που γράφουν στην γλώσσα όπου μεταγράφεται το πρωτότυπο. Εξάλλου, η εργασία τους τονίζει το αυτονόητο: κάθε νέα λογοτεχνική γενιά δοκιμάζεται –και ανδρώνεται– και μέσω της μετάφρασης.
ΝΤΟΥΡΣ ΓΚΡΙΝΜΠΑΪΝ, |Του χιονιού ή Ο Ντεκάρτ στη Γερμανία|, γερμανική έκδοση 2003, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Γιώργος Λίλλης και Θωμάς Πούτας, εκδόσεις Κέδρος, σ. 200
Ο Ντουρς Γκρίνμπαϊν γεννήθηκε το 1962 στη Δρέσδη. Θεωρείται εκ των κορυφαίων ποιητών στον γερμανόφωνο λογοτεχνικό κόσμο. Σπούδασε θεατρολογία στο Ανατολικό Βερολίνο (1984-1989). Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου ταξίδεψε στην Ευρώπη, στη Νοτιοανατολική Ασία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πρώτο του βιβλίο “|Grauzone morgens|” (|Γκρίζα γραμμή το πρωί|) εκδόθηκε το 1988 από τον εκδοτικό οίκο Suhrkamp. Το έργο του γνώρισε άμεση ανταπόκριση, σε βαθμό ώστε το ξεκίνημά του να παραλληλιστεί με την πρώτη εμφάνιση του Hans Magnus Enzensberger. Έχει εκδώσει 12 ποιητικές συλλογές και 6 τόμους με δοκίμια, ενώ έχει μεταφράσει Αισχύλο και Σενέκα στα γερμανικά. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία της πατρίδας του: το Peter-Huchel-Preis, το Georg-Buchner-Preis, το Literaturpreis der Osterfestspiele Salzburg, το Friedrich-Nietzsche-Preis, και το Friedrich-Hölderin-Preis για το σύνολο του έργου του.










Oh ! La science ! On a tout repris. Pour le corps et pour lʼâme, – le viatique, – on a la médecine et la philosophie, – les remèdes de bonnes femmes et les chansons populaires arrangées. Et les divertissements des princes et les jeux quʼils interdisaient ! Géographie, cosmographie, mécanique, chimie!… La science, la nouvelle noblesse ! Le progrès. Le monde marche ! Pourquoi ne tournerait-il pas ?
Arthur Rimbaud, Une saison en enfer
Ο ίδιος σύγχρονος ορθολογισμός, εναντίον του οποίου εξεγείρεται ο Rimbaud, με την ντετερμινιστική οπτική του, που δεν αναγνωρίζει παρά τον λόγο, τοποθετώντας οτιδήποτε δεν ανακύπτει από έναν αυστηρά δομημένο, ʽμαθηματικόʼ συλλογισμό στο χώρο του παράλογου (ή καλύτερα του μη-έλλογου), του αντίθετου στη λογική και κατʼ επέκτασιν του ανύπαρκτου, έχει σε τέτοιο βαθμό εξοβελίσει το Μύθο ως τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας, που πρακτικά είναι αδύνατον να τον επ-αναστήσεις. Πως μπορεί ο σύγχρόνος καλλιτέχνης να επανεφεύρει μια μυθολογική γλώσσα, με την απαιτούμενη καθολικότητα, και το προαπαιτούμενο υπόβαθρο στο συλλογικό εγώ, χωρίς να ξεπέσει σε φτηνή φιλολογία;
Παρακάμπτοντας το αποτέλεσμα της προσπάθειας του κυρίου Γκρύνμπαϊν, το οποίο ασφαλώς και έχει τα προβλήματα, αλλά και τις αρετές του, σκέπτομαι -ως αναγνώστης- πως το ζήτημα που θέτετε, κύριε Αϊναλή, ίσως είναι το βαθύτερο -με την στοχαστική και όχι με την ιστορική έννοια- για την σύγχρονη ποίηση. Αν ο σύγχρονος καλλιτέχνης δεν μπορεί να αρθρώσει μύθους, τότε δεν είναι καθόλου καλλιτέχνης. Έχω την εντύπωση πως μύθος και τέχνη συνδέονται σε βάση ανθρωπολογική. Έχω επίσης την εντύπωση πως η φημολογούμενη κυριαρχία του ορθολογισμού αποτελεί μιαν υπερβολή ή τουλάχιστον ένα σύμπτωμα νιτσεϊκής απογοήτευσης. Θέλω να πω πως ο κόσμος –και ο Δυτικός ακόμα- είναι μεγάλος και οι χώροι στους οποίους ο ορθολογισμός αποτελεί θρησκεία, με τις ιεροφάνειες, τις ισχυοφάνειες και τις τελετουργίες της, πολύ περιορισμένοι, ώστε να μπορεί αυτό εναντίον του οποίου εξεγέρθηκε ο Ρεμπώ να διεκδικεί οποιαδήποτε καθολικότητα σε οποιαδήποτε συλλογική συνείδηση. Άλλωστε η έννοια της συλλογικής συνείδησης και ο μύθος ως τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας -για να μην πω και η ίδια η έννοια της πραγματικότητας- είναι δημιουργήματα του ορθολογισμού. Το κλειδί, νομίζω, βρίσκεται σε αυτό που χαρακτηρίζετε ως «μυθολογική γλώσσα». Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Η προσπάθεια της αγγλοσαξονικής αναλυτικής φιλοσοφίας να θεμελιώσει έναν διαχωρισμό της γλώσσας σε «συναισθηματική» και «επιστημονική» ή «κυριολεκτική» απέτυχε. Απέμειναν οι «χρήσεις», οι οποίες δεν κατάφεραν με την σειρά τους να κατακτήσουν μια θέση στο Common Sense του δυτικού κόσμου. Το μόνο που παρήγαγαν ήταν επιστημονικοί κώδικες ή ιερογλυφικά χρήσιμα στην τεχνολογική ανάπτυξη. Κοινή αίσθηση των κατοίκων του πλανήτη -και του ανεπτυγμένου τμήματος, το οποίο επιμένει εντελώς άστοχα να θεωρεί τον εαυτό του απόστολο του ανθρωπίνου «πνεύματος»- είναι πως η γλώσσα αποτελεί ένα σύμπαν μυθολογικών παραστάσεων, από το οποίο διαχωρίζονται οι επιστήμες. Εμείς, σήμερα, νομίζουμε πως η γλώσσα του Εμπεδοκλή -ενός ποιητή και φιλοσόφου που μυθοποιούσε εντονότατα- είχε και καθολικότητα και υπόβαθρο στο συλλογικό εγώ της εποχής του. Όμως αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια. Η γλώσσα του Εμπεδοκλή κάθε άλλο παρά καθολικότητα διέθετε. Αν ήταν έτσι, δεν θα πάλευε με τις αντίπαλες στοχαστικές πρακτικές της εποχής του. Ούτε συλλογικό εγώ υπήρχε. Το συλλογικό εγώ της εποχής του Εμπεδοκλή δεν είναι παρά ένας μύθος, ο οποίος δημιουργήθηκε στη βάση της επιθυμίας μας να προερχόμαστε από έναν απόλυτα συγκροτημένο, αυθεντικό, πολιτισμό με ακλόνητα ερείσματα στην υποτιθέμενη φύση μας, αλλά και από το ύφος του Εμπεδοκλή, το οποίο έδινε την εντύπωση πως αξιώνει μια καθολικότητα. Μια καθολικότητα την οποία του αρνούνταν από πολλές πλευρές. Συνεπώς, με τις λίγες γνώσεις και την περιορισμένη καλλιτεχνική αίσθηση που διαθέτω, σκέπτομαι μήπως η καθολικότητα και η κοινή συνείδηση ήταν πάντα αξιώσεις, ζητούμενα -και όχι κατορθώματα- της ποίησης. Μήπως δηλαδή ο μύθος δεν ήταν πάντα παρά ένας ιδιαίτερος τρόπος εκφοράς του γλωσσικού όντος που ονομάζουμε ποίημα, ένας τρόπος ρητορικός, μια ανάπτυξη της εγγενούς δύναμης της γλώσσας. Και δεδομένου ότι απέχουμε πολύ από το σημείο της πλήρους κυριαρχίας του αυστηρά δομημένου μαθηματικού συλλογισμού στην γλώσσα, εγώ -αν έγραφα ποιήματα- θα δοκίμαζα να δημιουργήσω ως αν τα ποιήματα να απευθύνονταν σε μια συλλογική συνείδηση που αποδέχεται τον μύθο ως γλωσσική τελετουργία ενσωμάτωσης στον κόσμο. Δεν νομίζω πως αυτό θα δημιουργούσε φτηνή φιλολογία. Φτηνή φιλολογία θα δημιουργούσε ενδεχομένως η απουσία αίσθησης του ζωντανού λόγου, η απουσία καλαισθησίας, η αδυναμία εκφοράς γλυκασμένου λόγου, αλλά όχι η διάσπαση όποιας πνευματικής ενότητας.
Λόγω έλλειψης χώρου και χρόνου απαντώ συνδυαστικά στα δύο παραπάνω σχόλια του κ. Μωραΐτη και του κ. Μίχου, μολονότι διέπονται από διαφορετικό πνεύμα και οπτική. Συμφωνώ απόλυτα ως προς ότι το χρέος ενός καλλιτέχνη είναι να εξακολουθήσει να δημιουργεί μύθους αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γι αυτό αξιοποιεί κατʼ ανάγκη το Μύθο. Κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο σήμερα όπως κι αν νοηματοδοτήσουμε το Μύθο ή οποιοδήποτε ιστορικό-πολιτιστικό κομμάτι της παγκοσμίας κληρονομιάς που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ως Μύθο (από τον Μέγα Αλέξανδρο, το Χριστιανισμό, τον Σιντάρτα, τον Σκεντέρμπεη, τους Βογομίλους, ή την κακώς αποκαλούμενη – λόγω της στενόμυαλης οπτικής των Δυτικών – πρωτόγονη τέχνη, στην οποία άλλωστε κατέφυγαν πολλοί μοντερνιστές). Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός της απουσίας ενός απαραίτητου κοινού υποστρώματος που θα επιτρέψει ακριβώς την κατανόηση των κωδίκων του Μύθου και κατʼ επέκτασιν την αποκωδικοποίηση και απόλαυση του έργου τέχνης από το στρώμα των αποδεκτών του εγχειρήματος. Το να δημιουργήσω ένα Μύθο ως καλλιτέχνης, ή μια μυθική γλώσσα αν προτιμάτε, δεν σημαίνει και ότι αξιοποιώ ένα Μύθο με στόχο μιαν καθολική έκφραση συναισθημάτων. Μπορεί κάλλιστα ένας καλλιτέχνης ακόμα και σήμερα να δημιουργήσει ένα Μύθο αλλά αν αυτός στερείται των απαραίτητων συνδέσεων με το συλλογικό φαντασιακό μιας κοινωνίας και κατʼ επέκτασιν με τα βάθη του ψυχό-συναισθηματικού και νοητικού της κόσμου, τότε το δημιουργηθέν έργο καταλήγει να είναι ούτε λίγο ούτε πολύ ένα κάποιου είδους προσωπικό ημερολόγιο που δεν μπορεί a priori παρά να ʽμιλάʼ αποκλειστικά και μόνο στο δημιουργό του. Και αδυνατώ να διανοηθώ πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς σε μιαν εποχή που η τέχνη έχει σε τέτοιον βαθμό αποκοπεί από την κοινωνία και ο καλλιτέχνης δεν διαθέτει κανέναν κοινό κώδικα επικοινωνίας με τους αποδέκτες των δημιουργημάτων του. Αυτά δεν τα γράφω ως διατύπωση μιας άρνησης. Τα γράφω ως συνειδητοποίηση ενός προς υπέρβασιν αδιεξόδου.
Επειδή είστε νέος, κύριε Αϊναλή, και επειδή τα ποιήματά σας εκφράζουν τη συνείδηση αδιεξόδου που περιγράψατε, χαραμίζοντας μιαν ισχυρής προθέσεως και δυνατοτήτων φωνή, επιτρέψτε μου να σας επισημάνω ορισμένα πράγματα. Ως ποιητής είστε υποχρεωμένος να αφομοιώσετε όλες τις γνώσεις της εποχής σας, αλλά θα πρέπει γρήγορα γρήγορα να αποφασίσετε αν ο λόγος σας θα απορρέει από τις γνώσεις της εποχής σας ή από τη δική σας ιδιότυπη γνώση. Μην σας απασχολεί αν και κατά πόσον το συλλογικό φαντασιακό μπορεί ή όχι να αποκωδικοποιήσει και να απολαύσει το έργο τέχνης, γιατί οι έννοιες «φαντασιακό συλλογικό», «έργο τέχνης», «απόλαυση», «αποκωδικοποίηση», είναι πολύ αμφίβολες. Θέλω να πω πως δεν χρειάζεται, όσο οι ιερείς της επιστήμης θα διαψεύδουν ο ένας τον άλλον ως προς παρόμοιες έννοιες, οι ποιητές να παίρνουν ως δεδομένη την ύπαρξή τους, με αποτέλεσμα να αυτοευνουχίζονται. Τα όσα γράφετε -χρησιμοποιώντας αμφίβολες επιστημονικές έννοιες- δεν εκφράζουν παρά την αγωνία σας για την αναγκαστική συντριβή του καλλιτέχνη σε μιαν εποχή δίωξης των καλλιτεχνών από την εξουσία των ψευδοεπιστημών που ονομάζονται Human Sciences. Σας έχουν τρομοκρατήσει, κύριε Αϊναλή. Μήπως πρέπει να διακόψετε τις σπουδές σας, ή τουλάχιστον να τις θεωρήσετε απλά ως επαγγελματική ενασχόληση; Μήπως πρέπει να ασχοληθείτε περισσότερο με την εικόνα του κόσμου, όπως έχει συσταθεί μέσα σας; Μήπως χρειάζεται να υπερβάλετε ως προς η σημασία της φωνής σας και όχι ως προς τη σημασία της φωνής των ακαδημαϊκών κέντρων εξουσίας, τα οποία ισχυρίζονται πως γνωρίζουν αλήθειες, μόνο και μόνο για να εμπορευτούν εκείνα τα στοιχεία πληροφορίας που θα επιτρέψουν στους εργοδότες τους να καταστήσουν τις φαντασιώσεις των επιστημόνων τεχνητές πραγματικότητες; Ακούστε με, μην θυσιάζετε μια τόσο ενδιαφέρουσα φωνή στις ανοησίες των ιερέων της επιστήμης. Αν τύχει να ανακατευτείτε ποτέ με τη δημοσιογραφία ή τη διαφήμιση -τεχνικές παραγωγής «συνολικού φαντασιακού»- θα καταλάβετε πως ο μόνος δρόμος του καλλιτέχνη είναι να αξιοποιεί τα πάντα -συμπεριλαμβανομένων των «Μύθων»- ως αν ήταν αυτός ο ιερέας μιας ποθητής καθολικότητας. Είναι απόλυτα βέβαιο πως θα υπάρξουν πολλοί που θα τον αποκωδικοποιήσουν. Εγώ, αναγνωρίζω στα ποιήματά σας πολλούς Μύθους. Το ζήτημα είναι πως εσείς μάλλον δειλιάζετε να τους αρθρώσετε. Αν νομίζετε πως οι κριτές της ποίησης δεν θα σας αποκωδικοποιήσουν, πρέπει να θεωρήσετε πως έχουν πρόβλημα. Τι θα ήταν ο πίνακας του Έγκον Σίλε δίχως τον Μύθο του Θανάτου; Μια «ζωγραφιά» χωρίς νόημα. Κι όμως, παρά τα όσα πρεσβεύουν οι σύγχρονοι τεχνικοί του πολιτισμού -γιατί αποδείξεις δεν έχουν, παραγωγικοί είναι οι συμπερασμοί τους- συνεχίζουμε να αποκωδικοποιούμε την τρομερή αγωνία του πίνακα. Τις περισσότερες φορές ως μια βαθιά αίσθηση απελπισίας για την εν ζωή αποσύνθεση. Λοιπόν, από τα ποιήματά σας λείπει αυτό που ο Σίλε έχει: το μυθολογικό πλαίσιο. Δοκιμάστε το, αν θέλετε την γνώμη ενός αναγνώστη σας. Μην αφήσετε τις σπουδές σας να τρομοκρατήσουν τον ποιητή.
Πολύ φοβάμαι ότι παρεξηγήθηκα. Για πολλούς λόγους. Πρώτον: τα παραπάνω δεν τα διατύπωσα ως έκφραση ενός ατομικού αδιεξόδου. Ξεκινώ από μια κοινωνική ή συλλογική, αν προτιμάτε, προβληματική. Και θέτω ένα πρόβλημα το οποίο συνειδητοποιώ, ή νομίζω ότι συνειδητοποιώ, και εντοπίζω στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Δεύτερον: δεν αναφέρομαι στο Μύθο ως ένα τσουβάλι αποθηκευμένων συμβόλων. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η τέχνη αρθρώνεται και θα αρθρώνεται, όπως αρθρωνότανε πάντα, μέσα από τα σύμβολα της. Αναφέρομαι στο Μύθο ως τρόπο κατανόησης και αναπαράστασης του κόσμου, και όχι για παράδειγμα σε κάποια επιμέρους του σύμβολα, διαχρονικά και πανανθρώπινα, ανθρωπολογικού χαρακτήρα, όπως ο Θάνατος. Τρίτον: δεν είχα καμία πρόθεση να χρησιμοποιήσω καμία επιστημονική έννοια, αμφίβολη ή μη. Επιχείρησα μονάχα να εκφράσω το πρόβλημα που αναγνώριζα. Εντούτοις, η ατυχής – ενδεχομένως – φρασεολογία δημιούργησε την λανθασμένη εντύπωση εξάρτησης από το σύγχρονο λόγο των ανθρώπινων λεγόμενων ψευδο-επιστημών (συμφωνώ απόλυτα ως προς το ψευδο-). Αυτή η παρανόηση οδήγησε επίσης στην παρανόηση της εξάρτησης από «ιερείς της επιστήμης» ή «ακαδημαϊκά κέντρα εξουσίας», τα οποία τα έχω γραμμένα στα παλιά μου τα παπούτσια (για να μην χρησιμοποιήσω κάποια βαρύτερη έκφραση). Ωστόσο με τον ίδιο τρόπο που υποβλέπω τον ʽΕπιστήμοναʼ διεκδικώ το δικαίωμα να υποβλέπω και τον ʽΠοιητήʼ. Διότι ο τελευταίος δεν είναι κάποια μεταφυσικού τύπου έννοια, ούτε κάποιο χαρισματικό ον, αλλά δημιούργημα της κοινωνικής πραγματικότητας του καιρού του. Συνεπώς, ο προβληματισμός ξεκινάει κατά κάποιον τρόπο από κει. Στο πώς να ανα-δημιουργήσεις την κοινωνική πραγματικότητα η οποία είναι υπεύθυνη για την διαμόρφωση σου ως ατόμου και στην οποίαν αναγκαστικά αναφέρεσαι ως καλλιτέχνης. Διότι, αν πάψεις να αναφέρεσαι, έστω και έμμεσα, σε αυτήν απωλείς ταυτοχρόνως και την ιδιότητα του καλλιτέχνη. Η τέχνη αναφέρεται στην κοινωνία και από αυτήν αντλεί τη δυναμική της. Αν δεν υπάρχει αυτή η αναφορά θα μπορούσα κάλλιστα να κάτσω σπίτι μου και να μαγειρεύω. Θα ήταν εξίσου δημιουργικό. Και φυσικά η πρόθεση μου δεν είναι η «αναγκαστική συντριβή» του καλλιτέχνη μέσα στην σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετο, το πώς δηλαδή ο σύγχρονος καλλιτέχνης θα διεκδικήσει την επανενσωμάτωση της τέχνης του στην κοινωνία. Τέλος πάντων, αναγνωρίζω ότι είναι μάταιο να συνεχίζεται μία τέτοιου είδους συζήτηση μέσω των σχολίων ενός site καθώς έτσι δημιουργούνται παρανοήσεις και διαστρεβλώσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ενώπιον ενός συγκροτημένου κειμένου ή ακόμα καλύτερα μιας κατʼ ιδίαν προφορικής συνομιλίας. Χαιρετώ φιλικά.
Καλωσορίσατε στον κόσμο των Ελλήνων ποιητών. Θα τα πούμε στην κόλαση. Την αγάπη μου.