
ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ
1935
Απόδοση: Γιώργος Μίχος
Στην αγαπημένη μου φίλη Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ
ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Το απόγευμα στις πέντε.
Ήταν απόγευμα. Ακριβώς πέντε.
Ένα παιδί έφερε το λευκό σεντόνι
το απόγευμα στις πέντε.
Ένας κουβάς ασβέστη έτοιμος κιόλας
το απόγευμα στις πέντε.
Όλα τα άλλα θάνατος και μόνο θάνατος
το απόγευμα στις πέντε.
Ο άνεμος έφερε τα βαμβάκια
το απόγευμα στις πέντε
Το οξείδιο έσπειρε κρύσταλλο και νίκελ
το απόγευμα στις πέντε.
Παλεύουν ήδη η περιστέρα με το λιόπαρδο
το απόγευμα στις πέντε.
Κι ένας μηρός με απελπισμένο κέρας
το απόγευμα στις πέντε.
Αρχίσανε οι ήχοι του τυμπάνου
το απόγευμα στις πέντε.
Οι καμπάνες από αρσενικό κι η κάπνα
το απόγευμα στις πέντε.
Κάθε γωνία ομάδες της σιωπής
το απόγευμα στις πέντε.
κι ο ταύρος μόνο με καρδιά στα ύψη!
το απόγευμα στις πέντε.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι έφτασε να γίνει
το απόγευμα στις πέντε,
όταν καλύφθηκε η πλατεία με ιώδιο
το απόγευμα στις πέντε,
ο θάνατος άφησε αυγά μες στην πληγή
το απόγευμα στις πέντε.
Το απόγευμα στις πέντε.
Πέντε το απόγευμα. Ακριβώς πέντε.
Φέρετρο είναι με ρόδες το κρεβάτι
το απόγευμα στις πέντε.
Οστά και φλάουτα αντηχούν στην ακοή του
το απόγευμα στις πέντε.
Ο ταύρος ήδη μούγκριζε απ’ το μέτωπό του
το απόγευμα στις πέντε.
Και το δωμάτιο που ιρίδιζε από αγωνία
το απόγευμα στις πέντε.
Από μακριά έρχεται πια κι γάγγραινα
το απόγευμα στις πέντε.
Σάλπιγγα κρίνου στους πράσινους βουβώνες
το απόγευμα στις πέντε.
Οι πληγές του τον έκαιγαν σαν ήλιοι
το απόγευμα στις πέντε.
Και το πλήθος έσπαε τα παράθυρα
το απόγευμα στις πέντε.
Το απόγευμα στις πέντε
Αχ! τι τρομερό απόγευμα στις πέντε!
Ήτανε πέντε σε όλα τα ρολόγια!
Ήτανε απόγευμα σκιάς στις πέντε!
ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ
Πως να το δω δεν θέλω!
Πες στη σελήνη που θα έλθει
πως να δω δεν θέλω το αίμα,
του Ιγνάθιο στον άμμο.
Πως να το δω δεν θέλω!
Η σελήνη πέρα ως πέρα.
Άτι από σύννεφα γαλήνια,
κι η αρένα γκρί του ύπνου
με ιτιές γύρω στις μπάρες.
Πως να το δω δεν θέλω!
Πως μου καίγεται η μνήμη.
Μηνύστε το στα γιασεμιά
με τη μικρή λευκότητά τους!
Πως να το δω δεν θέλω!
Του γέρου κόσμου η αγελάδα
πέρναγε μια θλιμμένη γλώσσα
πάνω από ένα μουσούδι αιμάτων
που ήταν χυμένα εκεί στο άμμο
και οι ταύροι του Γκισάντο
σχεδόν θάνατος και πέτρα
μούγκρισαν σαν δυο αιώνες
να πατούν γη απαυδησμένοι.
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
Απ’ τα σκαλιά πάει ο Ιγνάθιο
μʼ όλο το θάνατο στον ώμο
Έψαχνε το ξημέρωμα
και το ξημέρωμα δεν βρήκε.
Έψαχνε εικόνα σίγουρη,
και τʼ όνειρο τον ξεστρατίζει.
Έψαχνε τʼ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Να το βλέπω μη μου λέτε!
Το ανάβλυσμα μη νιώσω
κάθε φορά και πιο σβησμένο
το ανάβλυσμα που φέγγει
τις κερκίδες για να πάει
στο βελούδο και στο αίμα
από το πλήθος που διψάει.
Ποιος κραυγάζει για να σκύψω;
Να το βλέπω μη μου λέτε!
Δεν τα έκλεισε τα μάτια
όταν τα κέρατα κοντά του,
μόνο οι τρομερές μανάδες
εσηκώσαν το κεφάλι.
Κι από μέσα απʼ τα βουστάσια
μυστικών φωνών αέρας
που έκραζαν ουράνιους ταύρους
επιστάτες χλωμής πάχνης.
Δεν είχε πρίγκιπα η Σεβίλλη
που να του συγκριθεί μπορούσε
και σπαθί σαν το σπαθί του
και καρδιά τόσο αλήθειας.
Σαν ποτάμι από λιοντάρια
θαυμαστή η δύναμή του,
και ωσάν κορμός μαρμάρου
η γραμμένη σύνεσή του.
Αέρας αναδαλούσιας Ρώμης
στόλιζε την κεφαλή του
και το γέλιο του ήταν νάρδος
από αλάτι κι ευφυΐα.
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι ορεινός πάνω στα όρη!
Τι απαλός μʼ όλα τα στάχια!
Τι σκληρός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με τη δροσούλα!
Τι λαμπερός με τη γιορτή!
Τι τρομερός στις τελευταίες
του σκοταδιού τις μπαντερίγιες!
Μα πια κοιμάται δίχως τέλος.
Και πια τα βρύα και τα χόρτα
με σίγουρα δάχτυλα ανοίγουν
το άνθος της νεκροκεφαλής του.
Το αίμα του πια τραγουδάει
πάνω από βάλτους κι από κάμπους
σε κρύα κέρατα γλιστρώντας
αμφίβολο, άψυχο στην πάχνη
μπλέκοντας με χίλιες πατούσες
σκοτεινή μακριά γλώσσα και θλιμμένη
μια μικρή λίμνη για να φτιάξει ξεψυχώντας
δίπλα στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Ω τοίχε εσύ λευκέ της Ισπανίας!
Κι ω, εσύ του πόνου μαύρε ταύρε!
Ω σκληρό αίμα του Ιγνάθιο!
Ω των φλεβών του αηδονάκι!
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
Δεν είναι δισκοπότηρο να το ʽχει ,
ούτε και χελιδόνια να το πιούνε,
πάχνη δεν έχει του φωτός να το παγώνει,
ούτε τραγούδι και κατακλυσμός των κρίνων,
ούτε και κρύσταλλο να το σκεπάσει ασήμι.
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΩΜΑ
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο που όνειρα στενάζουν
χωρίς να ‘χουν κυρτό νερό και πάγου κυπαρίσσια.
Η πέτρα είναι μια πλάτη στο χρόνο να την κουβαλάς
με δέντρα από δάκρυα κορδέλες και πλανήτες.
Είδα εγώ γκρίζες βροχές να τρέχουν προς τα κύματα,
σηκώνοντας τα τρυφερά και πληγωμένα χέρια,
για να μην γίνουν θήραμα της ξαπλωμένης πέτρας
που διαλύει τα μέλη της δίχως να τρέξει το αίμα.
Γιατί σωρεύει η πέτρα σπόρους και συννεφιές
τους σκελετούς κορυδαλλών, λύκους από ημίφως.
μα ήχους να βγάλει δεν μπορεί, κρύσταλλα και φωτιά,
μόνο πλατείες, πλατείες και πλατείες δίχως τοίχους.
Στην πέτρα πάνω κείται πια ο Ιγνάθιο με τ’ αστέρι.
Τέλειωσε πια. Τί έγινε; Κοιτάξτε τη μορφή του:
ο θάνατος τον κάλυψε με τα χλωμά του θειάφια
και του έβαλε μια κεφαλή σκοτάδι μινωταύρου.
Τέλειωσε πια. Και του περνάει βροχή από το στόμα.
Αφήνει ο αέρας σαν τρελός το βυθισμένο στήθος του,
κι ο Έρωτας, με δάκρυα από χιόνι μουλιασμένος,
ζεσταίνεται στην κορυφή πάνω των βουστασίων.
Τι λένε; Μόνο μια σιωπή με δυσωδίες απλώνεται.
Βρισκόμαστε μ’ ένα κορμί παρόν που όλο σβήνει,
με μια μορφή ολοκάθαρη που κάθονταν αηδόνια
και να γεμίζει βλέπουμε με τρύπες χωρίς βάθος.
Ποιός ζάρωσε το σάβανο; Δεν λέει την αλήθεια!
Κανείς εδώ δεν τραγουδά, δεν κλαίει στη γωνία,
ούτε σπιρούνια δεν χτυπά, ούτε το ερπετό φοβίζει:
εδώ δεν θέλω πιότερο από τα στρογγυλά τα μάτια
το σώμα αυτό να βλέπουνε χωρίς να ξαποσταίνουν.
Θέλω να δω μονάχα εδώ σκληρόφωνους τους άντρες
που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια:
άντρες όνειρο σκελετού κι εκείνοι τραγουδάνε
με στόμα από πυρόλιθο και ήλιο όντας γεμάτοι.
Εδώ εγώ θέλω να τους δω. Μπροστά από την πέτρα.
Μπροστά από το σώμα αυτό με τα σπασμένα γκέμια.
Θα ʽθελα να μου δείξουνε η έξοδος που είναι
γι αυτόν τον καπετάνιο εδώ που ο θάνατος τον δένει.
Θα ʽθελα να μου δείξουνε θρήνο ίσαμε ποτάμι
που να ‘χει καταχνιές γλυκές και να ‘χει βαθιές όχθες
το σώμα του Ιγνάθιο να πάρει να το χάσω
χωρίς ν’ ακούσει το διπλό λαχάνιασμα των ταύρων.
Που να χαθεί στην στρογγυλή πλατεία της σελήνης
που μοιάζει κτήνος ήσυχο όντας θλιμμένη κόρη.
Που να χαθεί μες στη νυχτιά χωρίς ψαριών το άσμα
και στα λευκά χαμόκλαδα της παγωμένης κάπνας.
Δεν θέλω να του κρύψουνε το πρόσωπο μαντίλια
να συνηθίσει με το θάνατο που πια θα κουβαλάει.
Πήγαινε Ιγνάθιο: Μην ακούς ζεστό το βρυχηθμό.
Κοιμήσου, πέτα, ανάπαυση. Κι η θάλασσα πεθαίνει.










Χαίρομαι για τη νέα μετάφραση, επειδή κάθε νέα μετάφραση ενός έργου που έχει ήδη μεταφραστεί κατά το παρελθόν στα ελληνικά, αφενός μας “αναγκάζει” να σκύψουμε ξανά πάνω στο έργο, αφετέρου μας παρέχει τη δυνατότητα σύγκρισης σε σχέση με ό,τι έχει προηγηθεί. Εύχομαι δύναμη, κουράγιο και καλή συνέχεια.
Αγαπητέ κ. Μίχο,
συγχαρητήρια για τη νέα σας μετάφραση! Πραγματικά είναι μία μεγάλη προσφορά στην ποίηση του Φ.Γκ. Λόρκα, την οποία γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από τους αξιολογότατους μεταφραστές που προηγήθηκαν.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία και καλή δύναμη! Αναμένουμε εναγωνίως και την έκδοση για να την απολαύσουμε και στο χαρτί.
Αυτό που θα έπρεπε να γράψω. Αμ δε…
Άκου τώρα την αληθινή άποψή μου.
Αριστούργημα!!! Και μην τολμήσεις να μου πεις ότι υπερβάλλω φίλε Μίχο! 🙂
Ένα θα σου πω. Έχω μείνει άγρυπνη, νύχτες ολόκληρες για την επωδό: «Que no quiero verla!» Συγχαρητήρια για τη χρήση του «πως»! Προβλέπω πως θα γράψει ιστορία! Ανοίγεις το δρόμο στους νέους μεταφραστές κι αυτό δεν είναι κάτι απλό ή λίγο. Έκανες τις ελάχιστες παραχωρήσεις και θυσίες για τη μουσικότητα και το ρυθμό, σε βάρος του πρωτοτύπου και πραγματικά σου εκδηλώνω τον αμέριστο θαυμασμό μου και τη συγκίνησή μου! Την έχω μελετήσει λέξη προς λέξη, το γνωρίζεις, και ότι γράφω, το γράφω με απόλυτη επίγνωση. Ξέρεις καλά τις διαφωνίες μου σε κάποια σημεία, όπως τείχος και τοίχος ή δισκοπότηρο και κάλυκας ή κάποιες άλλες λέξεις που εγώ θα χρησιμοποιούσα, καθώς επίσης και πολλά άλλα στα οποία διαφωνώ με προγενέστερους μεταφραστές, τους οποίους σέβομαι, εκτιμώ και ευγνωμονώ για την προσφορά τους, όπως το καλογεννημένος ή αρχοντογεννημένος ή άλλες λεπτομέρειες που σου έχω αναλύσει και που πιστεύω ότι είναι σημαντικές.
Έχοντας λοιπόν πολύ βαθιά μελετήσει το πρωτότυπο, έχω να σου πω ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ κι ένα ευχαριστώ από καρδιάς γιατί όντως είναι προσφορά η μετάφρασή σου αυτή, στην Ποίηση! Και είμαι σίγουρη πως ο Λόρκα χαμογελά ικανοποιημένος. Κάτι που για μένα είναι πολύ σημαντικό! Να νιώθω πως κοιμούνται ήσυχοι, από τις μεταφράσεις ή τις αποδόσεις των έργων τους σε άλλες γλώσσες.
Άκουσα και την απαγγελία της Germain Montero. Ευχαριστώ και εσένα και το Ποιείν που μας την χαρίσατε!
Ενώ είναι εξαιρετικά καλή εγγραφή, ενώ η φωνή της θα ήταν ιδανική, ενώ έχει άρθρωση και προφορά άψογη, την βρίσκω απίστευτα βαρετή σε τόνο. Έχει αυτήν την παρωχημένη αντίληψη της απαγγελίας των παλιών αναγνωστών ποίησης, με τον πάντα μονότονο σχεδόν τραγουδιστό τόνο. Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητή. Δεν μπορώ να το εκφράσω γραπτά καλύτερα. Θυμίζει παλιές σχολικές απαγγελίες. Προτιμώ απαγγελίες θεατρικές.
Ενώ αντίθετα η Margarita Xirgú, παρ’ όλο που δεν την βοηθά η φωνή, απαγγέλει πάρα πολύ καλά. Για μένα το τέλειο, το ιδανικό, το αγγίζει ο Giancarlo Giannini ως Andy García στο Muerte en Granada. Δυστυχώς έψαξα παντού δεν το βρήκα και σε βιντεάκι που κυκλοφορούσε στο you tube, το κατεβάσανε.
Να χαρίσω λοιπόν στους αναγνώστες σας και στην παρέα του Ποιείν, τα δύο εκπληκτικά κομμάτια από τα τρία που έχεις αναρτήσει, από τον δίσκο του Σταύρου Ξαρχάκου, αυτόν στον οποίο υποκλίθηκε και ο Νταλί φωνάζοντας, Miracolo! Miracolo! Αλλά και ο Μαλρό, που ήταν μαζί του την επομένη που κάλεσε τον Ξαρχάκο σε δείπνο. Αν και είχαν προηγηθεί πολλές μελοποιήσεις του Θρήνου, ενθουσιάστηκαν τόσο με τη μουσική, όσο και με την απαγγελία του μάνου Κατράκη!!!!
La cogida y la muerte
La sangre derramada
Να ‘σαι καλά Μίχο! Σου χρωστάω… συγκίνηση μεγάλη!
Ευτυχώς που υπάρχουν κάποιοι τέτοιοι άνθρωποι όπως εσείς κύριε Μίχο και μαθαίνουμε και εμείς τίποτα καλό… Ειδικά όταν είμαστε μακριά από την Αθήνα και δεν έχουμε πρόσβαση σε έντυπες εκδόσεις.
Ευχαριστούμε.
Πέραν του παραπάνω, προς μελέτην:
http://giorgosmixos.blogspot.com/2006/08/romancero-gitano-1.html
http://giorgosmixos.blogspot.com/2008/01/blog-post_2236.html
και ένα ποίημα-μνημείο του Θερνούδα
http://giorgosmixos.blogspot.com/2008/01/blog-post_2236.html
Για την αντιγραφή
Βολκώφ
“τι άρωμα
ανθισμένου μαχαιριού…”
Mόλις διαπίστωσα ότι έκανα λάθος στον τελευταίο σύνδεσμο, οπότε σπεύδω να διορθώσω.
Το ποίημα του Θερνούδα εδώ:
http://giorgosmixos.blogspot.com/2008/01/blog-post_3475.html
Βολκώφ
όντως, ευτυχώς που υπάρχει λογοτεχνική ακόμα ζωή. Η ερμηνεία που κερδίζει το αναγνωστικό κοινό είναι η μεγάλη εκτίμηση για τα πρωτότυπα παρά τις προσεγγίσεις των άλλοτε αισιόδοξων που αδιαφορούν συνήθως για την λογοτεχνία- λαμβάνοντας υπόψη τα τροπάρια που περιγράφουν το ευλογείτε – υπάρχουν, ωστόσο, μπαλάντες και ωδές.
μικρό έπος λοιπόν πάνω στις διατυπωμένες παραλλαγές που όλες μαζί δημιουργούν στα μάτια μας ψευδαισθήσεις και λέξεις ως την απόλυτη ασάφεια ή αλλιώς αποστροφή προς τη τραγική ποίηση
Εξεζητημένα βιβλία κριτική και αποτίμηση δεν είναι απλώς το καθημερινό όπως το διακρίνετε προς τον Λόρκα.
Φίλτατε Γιώργο Μίχο, πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει η πραγματική κουζίνα, το μαγείρευμα, παρά η κουζίνα της μετάφρασης. Θυμάμαι δυο μεταφράσεις του ΘΡΗΝΟΥ κι αυτό είναι όλο – ούτε καν ονόματα. Δεν έχω και δίπλα μου τα βιβλία που τη διάβασα. Δεν γνωρίζω ισπανικά για να κάνω σχόλια στη μετάφραση, όπως η Γητεύτρια, αλλά τούτο δεν με απασχολεί. Χάρηκα όμως πάρα πολύ γιατί, μετά από πολλά χρόνια, το διάβασα ξανά. Συγκρίσεις κλπ σε επόμενα ποστ… και αν
Ο ΝΕΦΕΛΗΓΕΡΕΤΗΣ
Α τι ωραία να ‘σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μη σε νοιάζει αν αρέσεις η όχι
τίποτε
Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα
έτσι· με γενναιοδωρία· σαν να διαθέτεις
νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
ν’ απολύεις όλο το προσωπικό
να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
εντελώς δική σου.
Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους
παλεύουν για ‘να τίποτα οι χοντράνθρωποι
ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
καταμουντζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος
σαν καπνοδοχοκαθαριστής
κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις
μια δική σου λευκή παραλία
χωρίς λεφτά
γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια
και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…
Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι
(O. Eλύτης)
Στον Β.Λ αντί ευχών.