
Σημείωση: Η επιλογή έγινε από διαφορετικές συγγραφικές φάσεις του ποιητή, ώστε να υπάρχει με όσο το δυνατό μεγαλύτερο δείγμα σε τέσσερα ποιήματα. Αν και στα έμμετρα δεν φαίνεται να είναι τόσο τεχνικός το παρακάτω είναι από τα καλά του. Όσο περνούσαν τα χρόνια η ποίησή του γινόταν πιο εσωστρεφής και πιο αφαιρετική με τον πρωθύστερο λόγο να είναι το αποκορύφωμα.
Από το βιβλίο Κλείτος Κύρου «Εν όλω» συγκομιδή 1943 – 1997
Εκδόσεις Άγρα Δεκέμβριος 2006
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ʼρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
– Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ʽσύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε
Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.
Από τη συλλογή «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ – αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής» 1949
Τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής γράφτηκαν στο διάστημα μεταξύ 1942 – 1946. Το βιβλίο τυπώθηκε στις Σέρρες τον Μάρτη του 1949 (σε 150 αντίτυπα) στο τυπογραφείο του Θανάση Γραικόπουλου και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Η βινιέτα του εξωφύλλου ανήκει στην χαράκτρια Barbara Hepworth. Η προμετωπίδα του βιβλίου είναι ένα απόσπασμα από το δεύτερο άτιτλο ποίημα του Μανόλλη Αναγνωστάκη που περιλαμβάνεται στη συλλογή του «Εποχές 3».
ΩΡΑ ΒΟΥΒΗ
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
Και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
Κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.
Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
Και τις κρεμάσαν σʼ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
Που να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;
Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
Αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας,
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
Τα στυγερά λεπίδια της οργής.
Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
Κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
Που όσο πάει γίνεται θηλιά.
Από τη σειρά «Έξι καημοί»
Τα ποιήματα της σειράς «Έξι καημοί» είναι γυμνάσματα πάνω στον παραδοσιακό στίχο. Απόπειρες προσαρμογής στη σύγχρονη εποχή. Γράφτηκαν στην περίοδο 1948 – 1960. Το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ο αιώνας μας» (τ. 5 Μάης 1949). Και τα έξι ποιήματα της συλλογής παρουσιάστηκαν στον τόμο Ποίηση ʼ77 των Θανάση Νιάρχου και Αντώνη Φωστιέρη (εκδόσεις Κέδρος).
ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ
Τοπίο παραλογισμού λέξεις που τρίβονται
Σαν κιμωλία αφήνουν εγκαύματα βαθιά
Στα χείλη φεγγάρι μουσκεμένο ραγισμένα
Φώτα ένας έρωτας δράκος αναπαύεται
Στη χλόη λαγοκοιμάται κανένας δεν αποτολμά
Την πρώτη κίνηση όταν σε λίγο θα ξυπνήσει
Θα καταβροχθίσει τις σάρκες μας θα σιγήσει
Τους μνημοπομπούς κι όσο έλεγες πως χρειάζεται
Περίσκεψη και προσοχή τόσο απόμεινες
Τελείως έκθετος στις παρυφές της πόλης.
Από τη συλλογή «Τα πουλιά και η αφύπνιση» 1987
Τα ποιήματα της συλλογής αυτής ανήκουν στη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 1978 και 1986 και τυπώθηκαν σε μορφή βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη, στην Αθήνα τον Απρίλη του 1987 σε 2.000 αντίτυπα.
ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
Έρωτας της ενοχής
Ή μήπως
Ενοχή του έρωτα
Όταν κατανικήσεις
Τη δειλία της παραδοχής
Θα λες τα πράγματα
Με τʼ όνομά τους
Θα βρεις τον τρόπο
Να στηρίξεις επιτέλους
Μια δίκαιη θέση
Από τη συλλογή «Πρωθύστερος λόγος» του 1996
Τα ποιήματα της συλλογής αυτής γράφτηκαν στην περίοδο 1992 – 1996 και τυπώθηκαν στην Θεσσαλονίκη σε 1000 αντίτυπα τον Ιανουάριο του 1996 από τις εκδόσεις Αίγειρος. Η προμετωπίδα του εξωφύλλου περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από τον «Εκκλησιαστή» και έναν στίχο του ποιητή Άνθιμου Χ. Ανθίμου (με ψευδώνυμο Άνθος Φιλητάς) από το ανέκδοτο ποίημα του «Επαρχιακό νοσοκομείο» που είχε γραφτεί γύρω στο 1942-43.
Το τυπωμένο είναι σε πολυτονικό. Η στίξη όπου ήταν δυνατό έχει κρατηθεί.
Βιογραφικό σημείωμα:
Ο Κλείτος Κύρου γεννήθηκε στις 13.8.1921 στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα από το 1951 έως το 1983. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από το 1974 έως το 1976. Έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Ασχολήθηκε με την κριτική κινηματογράφου. Το 1988 του απονεμήθηκε το Βʼ κρατικό βραβείο ποίησης, που δεν το δέχτηκε. Ασχολήθηκε επίσης με την μετάφραση ξένης ποίησης ιδιαίτερα του Έλιοτ, του Πάουντ, του Μακλής, του Κήτς, του Λόρκα, του Νερούντα αλλά και θεάτρου (Φορντ, Μάρλοου, Λόρκα, Σελλεϋ). Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών για το έργο του Μάρλοου Δόκτωρ Φάουστους (1991) και το κρατικό βραβείο μετάφρασης για το έργο Οι Τσέντσι του Σέλλεϋ (1994)
Βιβλιογραφία:
Αναζήτηση 1949
Σε πρώτο πρόσωπο 1957
Κραυγές της νύχτας 1960
Κλειδάριθμοι 1963
Απολογία 1966
Απολογία Βʼ (συμπληρωμένη έκδοση) 1976
Οι κατασκευές (1949 – 1979) 1980
Τα πουλιά και η αφύπνιση 1987
Περίοδος χάριτος 1992
Ο πρωθύστερος λόγος 1995










Ο Κλείτος Κύρου ήταν σπουδαίος ποιητής κατά τη γνώμη μου και μου άρεσε πολύ η σημερινή -χρονολογική και θεματική- παρουσίαση του Μιχάλη.
Τρεις παρατηρήσεις: 1) Eίναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι σημειώθηκε ακόμα και ο αριθμός των αντιτύπων, μια και πρόσφατα έχουμε σχολιάσει εδώ τα σχετικά με το αν διαβάζει σήμερα ποίηση ο κόσμος. Μήπως και παλαιότερα δεν ήταν διαφορετικά τα “νούμερα” της ποίησης; (για να μιλήσουμε με τους όρους αυτούς) ; Βλέπετε εδώ ότι η συλλογή “αναζήτηση” τυπώθηκε σε 150 αντίτυπα μόλις…
2) Σχετικά με το αν ήταν ή όχι τόσο τεχνικός στα έμμετρα: δεν έχω δει και όλα τα έμμετρά του, που δεν πρέπει να είναι πολλά, αλλά το παραπάνω είναι πολύ καλό. Επίσης, μου αρέσει πάρα πολύ εδώ και χρόνια ένα που έλεγε:
“…Γαλάζιες μέρες, φουσκοθαλασσιά,
υάκινθοι, ηψηλή θερμοκρασία
των δυο ματιών σου η άσπλαχνη απουσία
τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά.
Οι πόθοι μας ορφάνεψαν θαρρώ
και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες
θα ξανανθίσουνε και πάλι οι ακακίες
θα ξανανοίξει το Τροκαντερό.
Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά
θα ‘ρθουνε ρυθμικά τότε σαν πάντα
μα εγώ δεν θ’ ανασαίνω τη λεβάντα
κι εσύ δεν θ’ αλυχτάς με τα σκυλιά…”
Είχε κι άλλο, νομίζω, αλλά δεν έχω τα βιβλία μου εδώ και το γράφω από μνήμης (δεν θυμάμαι τίτλο). Δεν είναι όμως θαυμάσιο και τεχνικά;
3) Και να σημειώσω για μια ακόμα φορά ότι ναι, και το 1949, στην εποχή του Εμφυλίου και πολύ μετά τη γενιά του 30 αρκετοί έγραφαν και σε έμμετρο στίχο – άρα μάλλον δεν υπήρξε (τουλάχιστον όχι στην έκταση που νομίζουμε) ποτέ η πλήρης επικράτηση του “ελεύθερου” στίχου. Το είδαμε αυτό και στα ομοιοκατάληκτα του Βύρωνα Λεοντάρη από τη δεκαετία του 50.
Έγραψα ότι δεν ήταν απόλυτα τεχνικός γιατί είχε και άλλα που οι λέξεις δεν ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους και χάνουν τη μελωδικότητά τους.
Θα συμφωνήσω με όλες τις παρατηρήσεις σου. Και εγώ του έμμετρου είμαι και όντως υπάρχουν ποιητές που έγραφαν τις εποχές αυτές έμμετρα.
Το ποιήμα που θυμάσαι είναι από τη συλλογή έξι καημοί (1948 – 1960) και σκέφτηκα να το βάλλω αλλά κατέληξα στο “Ώρα βουβή”
Απουσία
Γαλάζιες μέρες φουσκοθαλασσιά
Υάκινθοι, ψηλή θερμοκρασία .
Των δυο χεριών σου η άσπλαχνη απουσία
Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισία
Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά
Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει
Με θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει
Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.
Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ
Και στην καρδιά σου πέτρινο στεφάνι.
Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι
Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.
Τα βράδια μας ορφάνεψαν, θαρρώ,
Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.
Σε λίγο θε ν’ ανθίσουν οι ακακίες,
θ’ ανοίξει πάλι το “Τροκαντερό”.
Τα ρόδα, τα φεγγάρια, τα πουλιά,
Θε ν’ άρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα
Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα
Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.
“Σχετικά με το αν ήταν ή όχι τόσο τεχνικός στα έμμετρα:”
Αγαπητή Σοφία γιατί σας απασχολεί στην έμμετρη ποίηση τόσο η τεχνική; Αν φυσικά με τον όρο τεχνική εννοείτε την απολύτη προσήλωση στους μετρικούς κανόνες των εγχειριδίων -βλ.Σταύρου-. Η διαφυγή από τους νόμους έδωσε μερικούς από τους ωραιότερους στίχους, στα πλαίσια της έμμετρης ποίησης.
3) Και να σημειώσω για μια ακόμα φορά ότι ναι, και το 1949, στην εποχή του Εμφυλίου και πολύ μετά τη γενιά του 30 αρκετοί έγραφαν και σε έμμετρο στίχο – άρα μάλλον δεν υπήρξε (τουλάχιστον όχι στην έκταση που νομίζουμε) ποτέ η πλήρης επικράτηση του “ελεύθερου” στίχου. Το είδαμε αυτό και στα ομοιοκατάληκτα του Βύρωνα Λεοντάρη από τη δεκαετία του 50. ”
Φυσικά δεν υπήρξε πλήρης κυριαρχία του ε. σ. αλλά ποσοτικά μετά τον πόλεμο τα ποσοστά ελευθερόστιχης-έμμετρης ποίησης μεταβάλλονται σε σχέση με το 30. Ωστόσο, οι περισσότεροι ποιητές του ε.σ. έχουν δοκιμαστεί με έμμετρα ποιήματα. Και ποιος λέει ότι ο ε.σ. είναι πάντοτε μακράν των μέτρων ή άρρυθμος; ακόμη και στις περιπτώσεις συνειδητής πεζολογίας ρυθμός υπάρχει αλλά νέου τύπου. Αυτά.
Αγαπητέ – ή br (Νομίζω ότι είστε γυναίκα, μα δεν είμαι σίγουρη) δεν διαφωνώ με όσα λέτε.
Αν τονίζω το θέμα της έμμετρης ποίησης, είναι επειδή ακόμα αισθάνομαι την ανάγκη να τονιστεί (μικρότερη βέβαια από ό,τι ήταν την περασμένη δεκαετία, αλλά δυστυχώς ακόμα υπάρχει).
Τέλος, μια παρατήρηση: αν σας έχω δώσει την εντύπωση ότι μετράω την ποίηση με τεχνικές και εγχειρίδια, τότε είμαι ικανοποιημένη γιατί σας έχω ξεγελάσει με επιτυχία.
To γεγόνος ότι δεν είναι απόλυτα τεχνικός και σε κάποια σημεία χάνει τη μελωδικότητά του το αναφέρω ως παρατήρηση και όχι ως κάτι κακό. Πολλά από αυτά που δεν είναι τεχνικά άρτια είναι καλύτερα…
Πρώτη φορά παίρνω το θάρρος να γράψω στην ιστοσελίδα του ποιείν, αν και την επισκέπτομαι τακτικά.
Ο Κλ. Κύρου ήταν πραγματικά σπουδαίος ποιητής και χαίρομαι που είδα μια ιδιαίτερα προσεγμένη επιλογή ποιημάτων του.
Θα ήθελα κι εγώ να συμφωνήσω στο ότι κάποιες φορές τα ποιήματα χωρίς τεχνική είναι και τα καλύτερα. Η τεχνική αρτιότητα ενός ποιήματος δεν είναι πάντοτα κριτήριο. Μιλούμε για ένα σπουδαίο ποιητή, τον Κλ. Κύρου στην ποίηση του οποίου συναντούμε και τον καθημερινό άνθρωπο που εκφράζεται χωρίς μέτρα και κανόνες. Ακόμη και ο ελεύθερος στίχος σε κάποιες περιπτώσεις-όπως στην ποίηση του Κλ. Κύρου- υπακούει σε εσωτερικές μουσικές και δε λειτουργεί αντιποιητικά.
Είμαστε με τον καλό στίχο όπως και να έρθει…δεσμευμένος ή ελεύθερος…
Σε ευχαριστούμε Μιχάλη.
Καλώς ήρθες Γεωργία.