11name-4.jpg

Μουσούδια μαύρου αγριεύοντας

Από τις ευτυχίες πάντα αρπάζονται
κάτι μουσούδια μαύρου αγριεύοντας
και οπισθοχωρείς προς την οδό των ποιητών
Εκεί όλο λέξεις πατημένα ρόδα κι όσοι φύγαν
σου κάνουν μεσημέρι συντροφιά με το ποδήλατο.

Αργείς, αργείς στις ηλικίες απομνημονεύοντας
κάτι το άφωνο που αφήσαν πίσω οι άλλοι
αρχίζει από πικρό κι έχει την πείνα ακόρεστη
όσο να του διαμορφώσεις τον αέρα του
σε οστά κραυγής που εξημέρωσες και πάλι.

Είναι άλλου είδους η μοναξιά όπου ξοδεύεσαι
γεμάτη από ζωφόρο ημιτελή και υάκινθους
γεμάτη από θηρίο κι ίσως κι από άγγελο
όταν ο χρόνος που άνοιξε σου κατανεύει.

Μα θα μου πεις είναι κι αυτό που ανέρχεται
του αντιστέκομαι σου λέω όσο να γίνει
κάτι βαρύ από το χρόνο που ενσάρκωσε
να πάρει λέξεις ταπεινές με μέλλον άπεφθο.

Τότε οδός ποιητών με ξαναβρίσκει αυτό το αίσθημα
πως στο από πριν χαμένο επιμένοντας είναι ένας τόπος
εύγλωττος από μάτια παιδικά σε θλίψη για να πας
σε μια προσωπικού θανάτου πολυτέλεια.

Δικαίωμά μου να πενθώ

Δικαίωμά μου να πενθώ
μια γλώσσα που δεν μου χαρίζεται
που για τη χάρη της φοιτώ
απ’ το μισό και πλέον σώμα μου εξόριστος
σε κάτι ερημιές φωνήεντα σε σύμφωνα όλο αγκάθι.

Είναι και γιατί θέλησα εκεί στον κόσμο που
τελειώνει να του βρω ένα αρχίνισμα
να κάνω μια νηστεία λέξεις
τόσο που ν’ αρχίσουν να ‘ρχονται
ανύποπτες στο σάπισμα του χρόνου.

Αν λέμε για την ποίηση και όχι για παυσίπονα
μιας νύχτας που ανεβάζει μόνο λόγια
εκεί σε παίζει πάντοτε το άφευκτο
δεν το εκβιάζεις με αρχαία πόζα.

Δικαίωμά μου να πενθώ όσο απ’ το χρόνο
μου έγινε εχθρός και θάνατος στο σώμα
να ξαναγέρνω απαλά προς το ρυθμό
που σιωπηλά πίνει τα δάκρυα το χώμα

Είναι που η λύπη μάλλον

Είναι που η λύπη μάλλον η αληθινή πατρίδα μου
να κατοικείται από φτερά μαρμάρινων αγγέλων
και γυναίκες κανηφόρες διασχίζοντας τον ύπνο.

Αλλιώς πως να εξηγηθεί το δάκρυ ασήμαντο
για μιαν απουσία ποδιού που τη φυλάει φιλάργυρα
ένα ξεσολιασμένο παιδικό παπούτσι μνήμη

Τότε ήταν που ερχότανε η μάννα μου σαν μάννα
σε σχήμα πλατυτέρας για να μείνει άπορη
Δεν εξηγείται αυτό το πράγμα το από άλλους ουρανούς
όπου γεννούν οι αστερισμοί επιθυμία εκπλήρωσης

Ωστόσο πρέπει να υπήρχε γιατί πώς αλλιώς
να το αγγίζεις τώρα δια της λύπης του
και να αγιάζει κάτι μέσα σου το ασήμαντο.

Δεν έχει λόγια από το χαμένο λεξικό ενός παράδεισου
που θα δοκίμαζαν πρώτη φορά τα χείλη
Μονάχα εξημέρωση κραυγών αιώνες ύστερα
βρώμικο χαρτονόμισμα και ύλη
που φτάνει ως εκεί που σου επιτρέπει η ανάμνηση.

Αχ και ήξερα από που στ’ αλήθεια εξόριστος
έφτασα εδώ στα ελληνικά ποινή μου…

Χώρος γραφής

Δεν διατρίβεις δίπλα στο ειπωμένο ατιμωρητί
θέλω να πω δεν μου ανθίζει ο χρόνος ο απρόσκοπτος
κι είναι αυτό που με κυλάει σε μελάνια αίματα…

Χρόνια εκπαιδεύω νόηση το σώμα μου λέω
δεν είναι επάγγελμα και μακριά από μένα
το ήθος της γραπτής μανιφακτούρας.
Ταγίζοντας ανάγνωση τις γραπτές τιμωρίες μου
μια στάλα εποχή του έτους στα πνευμόνια και
κάτι απομεινάρια φύσης ψεκασμένα κιόλας δηλητήριο…

Πανικόβλητος στο μεσουράνημα που γράφεται ο άλλος
πάντοτε αναχωρών για εκεί που η λέξη δεν χαρίζεται
κι ότι μου δίδεται είναι πια έναντι θανάτου
κάτι ανοίγματα του χρόνου όλο κινδυνεύοντα
τα κατοικούνε μοναχά σιωπές κι ελληνικά φωνήματα…

Αναβολή σιωπής είναι το ποίημα σε λέξεων χωματερές
μια ελάχιστη στιγμή συγκατανεύουσα ψαρεύοντας αιωνιότητα
ή κι αν το θες μετάφραση νεύσεων που αξιώνουνε τα σπλάχνα
ένα σακατεμένο από λέξεις πράγμα που σου επιμένει
πως η αναμόχλευση του τέλους είναι και το πιο πολύ…

Τα λόγια των άλλων είναι πάντα λάμποντα
σκυλιά που οσμίζονται πραγματικό αγέννητο
κι εσύ ένα υπόλειμμα γραφής εξορισμένο
κι ακόμα δικασμένο από τα ίδια τα γραμμένα σου…

Έτσι νικάω χρόνια μέσα από της ήττες μου
γιατί τί νόμισες το ποίημα πέρα από ήττα
του ανείπωτου που σε πετάει κάθε φορά
σε μαξιλάρια πτίλα του άνεμου σκουπίδια.

Μικρό ζεϊμπέκικο για μια ξεφωνισμένη

Με το να είσαι χρόνια βολεμένος και δειλός
μια ντροπαλή που θα ‘θελε να σύρει το τακούνι της
και να ‘ναι μέρα μεσημέρι κέντρο Καλογραίζα
να το φωνάξεις επιτέλους δυνατά πως είσαι αδελφή
να γίνεις ντίβα για τη χλεύη κι όχι πια κρυμμένος.

Με το να είσαι τόσο βολεμένος και δειλός
από τα πρώτα χρόνια σου εκ σωματείων
ευσεβιστικών χριστιανικών ομοφυλόφιλος
ακόμα κι ο Καβάφης θα έλεγε: χριστιανοπούστης
μας προέκυψες εσχάτως και ολίγον ρατσιστής…

Σου φταίνε οι Αλβανοί οι αγνώμονες
που ήρθαν στη χώρα και τους δώσαμε ψωμί
ενώ θέλεις να πεις πουλάνε ακριβά για σένα
αυτό που απ’ το σώμα τους γυρεύεις
δηλαδή το σπέρμα τους.

(Ρεμάλια της σοσιαλιστικής ευημερίας ποιητές
με αναλγησίας άλλοθι τον κρατικό μισθό
κάποιας ανέχειας απ’ τα παιδικά σας χρόνια
σε σταθερή θα μένω απόσταση απ’ τον κόσμο σας)

Να χύνεσαι για τον παλιό σου γείτονα
που χόρευε ζεϊμπέκικο να λες την βίλλαν του
περήφανη κι αθάνατη εργατιά και να κοιτάς
το Αλβανάκι στην πλατεία της Καλογραίζας
μ’ αυτή τη γήρανση του σώματος και της μορφής
που αργά σε κάνει ευνούχο επαίτη σπέρματος…

Χωρίς ποτέ να νιώσεις έστω και για μια στιγμή
πως αυτός που ζεϊμπέκικο χορεύει μες στο ποίημα σου
και το Αλβανάκι απέναντι είναι ένα…

Το ασύμμετρο

Εκείνοι που κυλίστηκαν στον ίδιο βούρκο των απολαβών
της δόξας μ’ όσους πια τους αποκλείουν το μπορούν
ακόμα και να κλαψουρίζουν για το μεταφυσικό αυγό
που εκκολάπτει μιαν επιθυμία αργομισθίας του δημοσίου.
Τόση η αλήθεια του μεγάλου πόνου τους για τα μεγάλα
τα υψηλά και τα ανεξαγόραστα. Σκισμένοι από το άδικο
στο χτεσινό ποιητή και μηχανές για του σημερινού το άδικο
με τ’ αναγκαία προσόντα βερνικιού στη γλώσσα και ορθοστασίες
και παλινωδίες και χειροφιλήματα όπου θα δάγκωναν…
Μικροί στο ανάστημα της καθημερινής μικρής δουλείας τους.
Πάνε ανάκουστοι κι αυτοί και η αγωνία τους στη λήθη
που είναι ο αργυραμοιβός για το παιγμένο μα και το σκοπούμενο.

Μα εμένα κι όσους ήθελαν να φύγουν από την καταδίκη
το πρόσωπό τους να τακτοποιούν στο φως με λέξεις
μου σπάνε κάθε τόσο τα με τόσο κόπο φράγματα
και πλημμυρίζουνε κατεβασιές συναγερμούς και τρέχω
κάτι να φράξω από εδώ κάτι από εκεί ν’ αποσιωπήσω
με σακιά κουρέλια λέξεις της ανάγκης μου τόσο
που λέω την υγεία σιωπή και την αρρώστια ποιήματα…

Κάποτε συμπτωματικά πέφτω στον κόσμο τους
κατάλογοι ονομάτων φύλλα δάφνης για τη λήθη
προσπάθειες πανικού εκεί που η φήμη δεν περνά φτερό της.
Και ξαναφεύγω πάλι μιας κι αυτός δεν είναι ο κόσμος μου
μόνο τα βράδια να μου γνέφουνε κουνώντας χέρια
κάτι μωρά αγέννητα και κάποιοι πεθαμένοι
που λες κι ανοίγει μέσα μου ο χρόνος σαν τα επουράνια…

Άλλοι γράφουνε ποιήματα κι άλλοι καίνε τις λέξεις
γυρεύοντας μιαν έσχατη και από σιωπή σιωπή.

Σχέδιο για στίχο

Είναι κάτι καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία που περνώ

Όπου το είκοσι δύο
και το δυο χιλιάδες δύο συναντώ

Μετανάστες μ’ άλλη γλώσσα
κουβεντιάζουν μια στα τόσα
κι έχουν ίδιο τον καημό

Είναι κάτι καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία που περνάς

Που από τον πολύ καθρέφτη
της ζωής σου που ξεπέφτει τους ξεχνάς

Μετανάστες μ’ άλλη γλώσσα
που περνάνε μύρια όσα
κι έχουν ίδιο τον καημό

Μια βραδιά στα καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία να σε δω
Μ’ όσα έχεις και δεν έχεις
μ’ όσα κυνηγάς και τρέχεις
στο μεγάλο σου κενό

Μια βραδιά στην Ιωνία
η ζωή σου σαν ταινία να περνά
Τα ‘χεις κάνει όλα χρήμα
κι η ζωή σου πάει στο κρίμα και στο πουθενά.

Θέσεις για την εξέγερση

Ελευθερώστε τους νεκρούς που σας αναλογούν
γιατί αυτό κατά τον Μπένγιαμιν είναι που οδηγεί
το πνεύμα της εξέγερσης, των αγγεννήτων δεν,
μα όχι σαν το σοσιαλιστή μια στιγμή πριν απλώσει
στο ταμείο το χέρι του με τον πατέρα στη Μακρόνησο
αλλά με τον που ετάχθη στον καθένα τρόπο
να ελευθερώνει τους νεκρούς του μες στο χρόνο του
όπως το είπε ο ποιητής: και εις σμικρόν γενναίος.

Ελευθερώστε τους νεκρούς που σας αναλογούν
όπως ελευθερώνει ξαφνικά το πληκτρολόγιο
και μουσουνίζουνε ζωή τα νεκρά λόγια μου…