
ΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ
Οι στίχοι σου πληγή
στη μεγάλη πρόφαση του χρόνου,
ρολόγι που γυρνά
τους δείχτες ανάποδα,
θάμνος στολίδι των ερειπίων.
Άκουσες το λύκο της μνήμης
να ουρλιάζει την έσχατη αγωνία σου
καλώντας τις εφεδρείες
των κεκοιμημένων.
Είδες ψηλά στα κάστρα
να κυματίζουν μεσίστιες
μαύρες σημαίες της άρνησης
λάβαρα της αμφιβολίας.
Τα θλιμμένα δέντρα
πήραν τη φωνή σου.
Κι ακόμα να πιστέψεις
στο εφήμερο;
LUCIDA INTERVALLA
Στη μνήμη του Β.Π
«ονειρόφαντοι δε πενθήμονες»
Ι
Μικρά φτερά στο φεγγαρόφωτο σαλεύουνε στον ίσκιο του συννέφου. Τρέμουν δαφνόφυλλα στʼ αγέρι. Ψίθυροι σκοτεινού χρησμού. Κήρυγμα του γρύλου στο σκοτάδι. Ένα καντήλι αιωρείται. Διαβαίνουν είδωλα καμόντων. Κρέμεται στα χείλη μου κραυγή. «Τι τους αναλωθέντας εν ψήφω λέγειν; Τους ζώντας δ αλγείν χρή τύχης παλιγκότου»
ΙΙ
Πίσω απʼ τα δέντρα χάθηκε κρώζοντας το κοράκι . Σωπαίναν τα καλάμια στην ακροποταμιά. Στις φλέβες μου κυλούσε το σκοτάδι. Σχεδόν σβησμένα τα αντικρινά βουνά. Ταξίδευα στο χρόνο του λυγμού , καντήλι δίχως λάδι. Κι ο ταραγμένος ίσκιος σου με πρόσμενε, διψασμένος φωτεινά διαλείμματα, ουρλιάζοντας στο αίμα της Κασσάνδρας «ιω, ιώ…κακόποτμοι τύχαι παλαιάς τήσδε αμαρτίας δόμων» . Πάνω σε σφραγισμένα χαρτιά ψηλαφούσα την ώρα που μετρήθηκε η ψυχή σου….
ΙΙΙ
«…ο καθού η αίτησις από του έτους ….. προσβληθείς εκ φρενικής τινός νόσου (μανιοκαταθλιπτικής ψυχώσεως) και στερηθείς ως εκ ταύτης της χρήσεως του λογικού του, ενεκλείσθη κατά το έτος ….. προς νοσηλείαν εν αρχή μεν εις το Δημόσιον Ψυχιατρείον Αθηνών, είτα εις το Φρενοκομείον Κερκύρας. Εγκατασταθείς μετά την εκ του τελευταίου νοσοκομείου έξοδόν του εν τω χωρίω του …. εις ευτελεστάτας τιμάς και όλως αδικαιολογήτως εξεποίησε πλείστα περιουσιακά
αντικείμενα ως και έπιπλα και σκεύη της οικίας του. Καταστάς ούτω επικίνδυνος ενεκλείσθη εκ νέου εις το Δημόσιον Ψυχιατρείον Αθηνών …. Εκ του οποίου εξήλθε ουχί ως πλήρως ιαθείς, αλλά διότι αι εκδηλώσεις ας παρουσίαζε ψυχικής διαταραχής «ελαφρά πολυλογία και ευφορία» δεν εδικαιολόγουν την περαιτέρω εν τω νοσοκομείω τούτω παραμονήν του. Επανελθών…. την αυτήν ως πρότερον εξηκολούθησε συμπεριφοράν κτυπών τους διαφόρους στενούς συγγενείς του και κατασπαταλών αδικαιολογήτως την περιουσίαν του, καταληφθείς δε υπό της ψευδαισθήσεως ότι είναι ως εκ της μεγάλης του ικανότητος προωρισμένος να αναμορφώση και να προαγάγη τον αγροτικόν κόσμον ………. ήρξατο συγγράφων μακροσκελείς και ασυναρτήτους επιστολάς προς διαφόρους κατοίκους απευθυνομένας εις τα οποίας εμφανιζόμενος ως διευθυντής άλλοτε μεν «Συνδέσμου Αγροτισμός» άλλοτε δε «Γεωργικού και Εμπορικού Γραφείου ο Τριπτόλεμος» και εκθέτων τας αρχάς υφ ών διαπνέεται και τους σκοπούς ούς επιδιώκει, ομιλεί κατά τρόπον έκδηλον καθιστώντα την ψυχικήν αυτού διαταραχήν…..Και είναι μεν αληθές ότι , κατά την υπό του δικαστηρίου γενομένην εξέτασίν του , δια των ευστόχων απαντήσεων του επί των υποβληθεισών αυτώ διαφόρων ερωτήσεων , και της προσπαθείας ήν κατέβαλε να δικαιολογήση την σύνταξιν των ως είρηται επιστολών, αφήκε την εντύπωσιν ανθρώπου υγιώς σκεπτομένου , εκ των ευφυεστέρων αγροτών κατοίκων της περιφερείας, πλην η τοιαύτη του εμφάνισις , οφειλομένη ίσως και εις διάλειμμα εχεφροσύνης , ουδαμώς διαπιστοί πλήρη υγείαν…….»
IV
Αθώος μέσα στην τρέλα σου ή τρελός μέχρις αθωότητος…. Ποιος ήλιος της δικαιοσύνης , σου έκοψε την ανάσα – καθώς γυρνούσες ασκεπής στʼ αλώνια – ντάλα μεσημέρι , Ιούλης του 38 και σωριάστηκες στην αυλή του πρώτου αγροτόσπιτου , με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό και μια λέξη στο στόμα σου άσπαστη «Μαρία»
Ο ΜΕΓΑΣ ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ
Μνήμη Μ.Π.
Γυρνούν οι δείχτες, χωρίς να βιάζονται, σβήνουν με σιγουριά τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια… Στην παιδική μου μνήμη, μαυροντυμένη, σ’ ένα κρεβάτι χρόνια δέκα κατάκοιτη, ίδιο στοιχειό. Αγέλαστη, ρυτιδωμένη, σκοτεινή…..Ένα πηγάδι θανάτου, που μέσα στο νερό του χάνονταν της νύχτας τ’ αστέρια. Ξεκοκκίζοντας σπυρί σπυρί κεχριμπαρένιες χάντρες. Και τα όνειρα νάρχονται στον ύπνο , στο λήθαργο, στο κάρωμα… Θολά ποτάμια, μνήματα παιδιών, φυλακές, ένας τρελός, σταροχώραφα, καλαμιές και φωτιές, πυρκαγιές, σπίτια που καίγονταν, τουφεκιές, φοβισμένα βήματα στη νύχτα, κοράκια στα κλαριά κι ο βάλτος, πάντα ο ατέλειωτος βάλτος…
Εκεί, στην κάμαρά σου, μικρό παιδί, να συλλαβίζω αργά τα πρώτα μου γράμματα. μαθαίνοντας ανάγνωση στο μεγάλο κιτρινισμένο βιβλίο. Γυρεύοντας τις λέξεις να ξηγήσω τα όνειρά σου. Με μιά πικρή αθωότητα… Γιαγιά, μεγάλη μάνα, σαράντα χρόνια τώρα , κι ακόμα να εξαντλήσω το Μέγα Ονειροκρίτη…
LARVATUS PRODEO
Τη μάσκα μου σας δείχνω. Προχωρώ…
Σπόρος που πάει το φως να συναντήσει,
το πρώτο βήμα σʼ άγνωστο χορό ,
κι άνεμος σε βρεγμένο κυπαρίσσι.
Τη μάσκα μου σας δείχνω. Τη φορώ
σαν κάτι που ζητά να σας θυμίσει
του σκοτεινού καθρέφτη τον καιρό ,
τη φλόγα πʼ όλο σβήνεται στη δύση
Τη μάσκα μου σας δείχνω, την πληγή
-καρδιά πάντα στο μέρος που πετρώνει
το παρελθόν, τη στάχτη ,την οργή
σκιάς πʼ ανθεί στʼ ονείρου το σεντόνι
Μονάχος, με τα χείλη της ερήμου,
και πώς νʼ αποκριθώ με τη φωνή μου;
ΕΡΩΤΙΚΟ (ΧΑΙ- ΚΟΥ)
Ι
Κόκκινο πάθος.
Τʼ ανθισμένα χείλη σου
Νύχτες των μύρων
ΙΙ
Άλικα χείλη.
Αυγή εμών βλεφάρων
Κρήνη του πόθου
ΙΙΙ
Άλικα χείλη.
Στην αρένα της μνήμης
ο μαύρος ταύρος.
ΙV
Μουσικές φωνές
στους νυχτωμένους δρόμους
εικοσάχρονες…
ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΦΩΝΗ
Θέλω να σου μιλήσω
με την ελάχιστη φωνή
και τους μεγάλους φόβους μου,
το απομεσήμερο, την ώρα
που οι λυγμοί των καθρεφτών
ταράζουν τα παραπετάσματα ,
και συ μετράς , δακρύπλουτος,
το θησαυρό της θλίψης σου.
Στη φλεγομένη άβυσσο
της μνήμης παρανάλωμα
Με αιχμάλωτα μάτια
στην πικρόχολη θάλασσα.
Γυμνές οι πέτρες
της ετοιμόρροπης πραγματικότητας.
ΙΙ
Παγιδευμένος
σ ένα επώδυνο παραλήρημα
Τί άλλο μου μέλλεται;
Μερίδιο της μοίρας
ο βραδύκαυστος θάνατος.
Τα είδωλα του ύπνου ίχνη ανθρώπων
που ρήμαξαν αγάπες ψεύτρες:
Η ξέφρενη πορεία του Σταμάτη
με ρόδες που στρίγγλιζαν
στον τετελεσμένο μέλλοντα του φορτηγού.
Ο Κώστας , άγουρη πίκρα, να σαπίζει
στα βάθη της μουσικής των Jethro Tal
Ο Βαγγέλης χορευτής να ισορροπεί
στο τεντωμένο σκοινί του ρεμπέτικου καημού…
Ίχνη μαρτύρων, περγαμηνές οδύνης…
ΙΙΙ
Βαρέθηκα τις λέξεις.
Μην κοιτάς την πόρτα που έκλεισε.
Πέρα αστράφτει στο ξέφωτο μια μαγική οδός.
Στο γέρμα τ’ Αυγούστου ανοιχτό
το πέλαγος των ονείρων μας.
Αύριο θ αγαπήσουμε ξανά.










Η προτίμησή μου στα ομοιοκατάληκτα του Ανυφαντή είναι δηλωμένη καιρό τώρα…Μα χαιρετίζω και τα υπόλοιπα.
Κυρίως, χαίρομαι πολύ που βλέπω όλες τις φόρμες ξεδιπλωμένες εδώ, ελευθερόστιχο, ομοιοκατάληκτο, μικροκείμενα, να μας δείχνουν αυτό που λέω κι αλλού: οι φόρμες είναι πολλές, η ποίηση μία…
Ένα ολόθερμο καλωσόρισμα στο Γιώργο που ήρθε να τιμήσει το Ποιείν με τη παρουσία του
Αυτός των Jura
ο φίλος
ξέρει καλά τη γλώσσα
ξέρει καλά να πλέκει κι όνειρο
ανυφαντής βλέπεις
ποιος άλλος σχίζει λωρίδες
τα φύλλα του ευκαλύπτου;