
Η ποίηση θʼ αρχίσει ξανά….όταν τη σεβαστούμε λιγότερο. Προσωπική ρήση μεν αλλά και προσωπική ανάγκη η οποία στη δεύτερη ποιητική συλλογή του 31χρονου Γιάννη Στίγκα Η όραση θʼ αρχίσει ξανά βρίσκει μια στέγη –ή να το πω καλύτερα βρίσκει αγάλματα-ποιήματα που μορφοποιούν τις ιδέες-επιθυμίες της ανάγνωσής μου, ανεξαρτήτως βεβαίως των προθέσεων του ποιητή.
Το όνομά του οικείο, η μορφή του -προσωπικά- άγνωστη, μέχρι που τον άκουσα να απαγγέλλει ποιήματά του. Γερμένο σώμα προς τα δεξιά, φωνή κυματίζουσα, εύθραυστα νευρώδης, καθαρή. Δε γνωριστήκαμε. Οι λέξεις προηγούνται. Προς το παρόν τουλάχιστον.
Οι λέξεις που μοιάζουν στα περισσότερα ποιήματα του να κάνουν ένα αγώνα δρόμου για το ποια θα κατακτήσει την άκρη της σελίδας, ποια θα κερδίσει το στίχο μόνη, νικήτρα της γραμμής. Αυτό ως πρώτη εντύπωση εξωτερικής βεβαίως υφής, εσωτερικής όμως ρυθμολογίας της ανάγνωσης, σαφώς χωρίς να διεκδικεί την πρωτοτυπία αυτής της επιλογής διεκδικώντας όμως το αλάθητο του ενστίκτου. Δείγμα:
Μια μέρα
και θα παίξουμε
εδώ η ζωή
εκεί η ζωή
αλλιώς
το παιχνίδι της ικεσίας
Η πιο λευκή
κερδίζει
(Τόσο πικρό χρυσάφι, ΙΙΙ)
Το δεύτερο άμεσα αξιοπρόσεκτο στοιχείο οι τίτλοι που επιλέγει, ολόκληροι στίχοι οι περισσότεροι, που δρουν ως συμπλήρωμα ή ως τροφοδότες ή ως ερμηνείες των ποιημάτων.
Ενδεικτικα:
Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στην αλήθεια, Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση, Το στόμα μου μαυρίζει, κύριε.
Κυρίως όμως οι τίτλοι γίνονται ενδεικτικοί του πνεύματος της ποιήσής του. Γραφή κατά βάση σε α΄ πρόσωπο (πλειοψηφεί ο ενικός) γρήγορη και αποτελεσματική:
Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχω χάσει δυο πέταλα ( …)
(Η τέλεια ακουστική του λαβυρίνθου, ΙV)
που παίρνει σοβαρά μόνο την ουσία της χωρίς να την ενδιαφέρουν οι κανόνες και οι επιταγές της τέχνης της, τα βαρίδια του παρελθόντος της, τα «πρέπει» που φορτώθηκε η ποίηση.
Έτσι δε διστάζει να κραυγάσει δημοσίως:
Τη φωνή μου, ρε
κι ας μην έχω να φάω
να (μας) ειρωνευτεί:
Ωραία που το διάβασες το ποίημα
με προσοχή και αστική συγκίνηση
και να πενθήσει την παραδοχή του:
Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου
δεν είναι από συνήθεια
είναι γιατί
η αλήθεια, κύριοι,
προϋποθέτει ύψος
(Πληθαίνουν τα φαρμάκια, ΙΙ).
Για αυτό και δε διστάζει όταν μιλά για υπέρ-αξίες, -φυσικά εννοώ την αγάπη- να κλείνει το ποίημα με μια κοινόχρηστη λέξη:
Κι όταν με το καλό
πατήσεις πάνω στην αγάπη
να ξέρεις πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο
δεν είναι λίγο
που θα σε κοιτά στα μάτια
όταν σε πνίγει
κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα
θα δεις
ούτε που θʼ ακουστεί
ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο
(Αντικλείδι για σωρείτες)
«Γαμώτο»…να ακούγεται τόσο ταιριαστό τόσο αναγκαίο τόσο αληθινό….
Αυτήν την αλήθεια –με όλο το κόστος της- καταθέτει στη συλλογή του ο Γιάννης Στίγκας, έχοντας ένα μείζον προτέρημα –το αναφέρει και ο ίδιος, πιθανόν εδώ ασυνείδητα, σε ένα ποίημά του:
Μπορώ να σας μιλήσω απλά
μπορώ και με βελόνες
Με άλλα λόγια αισθάνομαι ότι είναι ικανός όποτε το θελήσει να μας φιλοδωρήσει με στίχους-ποιήματα σουξέ, (εννοώ στρογγυλεμένα) όπως για παράδειγμα:
Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
ειδάλλως γύρνα πίσω
και μη γελάς
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει
(Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος, ΙΙ)
ή εδώ:
…ότι ο χρόνος
Είναι ποδηλάτης της καρδιάς
-όποτε κάνει ξαστεριά
Ακούω τα πετάλια
ωστόσο δείχνει να προτιμά στίχους και ποιήματα λιγότερο βατά, λιγότερο «καθώς πρέπει». Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα Σωστή πλημμυρίδα η σιωπή όπου για ακόμα μια φορά καταφέρνει να απομυθοποιήσει την αντίληψη περί “σοβαρών” λέξεων και της εμφάνισής τους στο ποίημα, όταν μιλώντας για το μαρτύριο της σιωπής – ποιητικής ανάγκης (;)- κλείνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο:
είναι φοβερό
να μιλάς για το μαρτύριο της σταγόνας
και να φαντάζονται
ένα απλό κλιματιστικό.
ή σε άλλο ποίημα όταν αναρωτιέται:
Ποιος πούστης άγγελος
Μου δώσε τρύπιο φλασκί
Και δεν έχω μια σταλιά μελωδία
Να υποθέσω, λοιπόν, ότι πρόκειται για συνειδητή του επιλογή; Οι δικοί του στίχοι:
Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλασφήμιες
δε μου αφήνουν άλλα περιθώρια από το να στοιχηματίσω υπέρ του συνειδητού της επιλογής. Και να χαρώ.
Γιατί αν «πειράξουμε» λίγο ένα δικό του τετραστιχό φανερώνεται νομίζω και η πληγή της σύγχρονης ποίησης:
Τόσες φορές δεκαδικός
Το ριζικό μου
Και πώς στο διάολο
Μου βγαίνει το ποίημα ακέραιο (η συμφορά γράφει ο Στίγκας)
Καιρός, λοιπόν, να γράψουμε απενοχοποιημένοι, λυτοί και ανεξάρτητοι όχι ποιητικών επιρροών (στην ποιήση του Στίγκα θα βρούμε -ευτυχώς- πολλές τέτοιες από Τάσο Λειβαδίτη και Κική Δημουλα μέχρι Νίκο Καρούζο και Κατερίνα Γώγου) αλλά από ανθρώπινες ανάγκες, να μιλήσουμε για το σήμερα, να διδάξουμε και να διδαχτούμε. Κυρίως όμως να λερωθούμε. Ακομπλεξάριστα. Όχι πια ως αστοί της ποίησης αλλά ως επαρχιώτες της ζωής… Όπως. δηλαδή μοιάζει να «οραματίζεται» οτι θα αρχίσει ξανα, ο Γιάννης Στίγκας.

Ο Γιάννης Στίγκας










Kαι καλές στιγμές και κακές στιγμές (πράγμα φυσιολογικό-τα άκρα είναι που ξεφεύγουν απ’ τον κανόνα).
Μια εξαιρετική
“Τόσες φορές δεκαδικός
Το ριζικό μου
Και πώς στο διάολο
Μου βγαίνει το ποίημα ακέραιο”
(πόσο πειραγμένο είναι, αγνοώ)
Μια κακή στιγμή
“Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
ειδάλλως γύρνα πίσω
και μη γελάς
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει”
Ακόμη μία κακή
“Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου
δεν είναι από συνήθεια
είναι γιατί
η αλήθεια, κύριοι,
προϋποθέτει ύψος”
Και βέβαια, η στιγμή που ξεχώρισα
“Τη φωνή μου, ρε
κι ας μην έχω να φάω”
Μου έφερε Καρούζο στο νου (το λέω μήπως έφερε και σε κανέναν άλλο-πάντα σε αναζήτηση αδελφών ψυχών).
Το δυσθεώρητο ύψος που είχε ισχυριστεί ο κ. Μίχος (εάν ενθυμούμαι καλώς) δεν το βλέπω, τουλάχιστον εδώ. Ενδιαφέρουσα ποίηση, με τις εμπνεύσεις της, τον ελπιδοφόρο υπαινιγμό του εξελίξιμου, το σφρίγος της. Μέχρι εκεί, όμως.
Δημήτρη,
έχω την εντυπωση πως βιάστηκες να εκφράσεις απολυτότητα στις απόψεις σου δεδομένου ότι κρίνεις από τα ποιήματα- αποσπάσματα που εχω παραθέσει ενώ δεν εχεις διαβάσει όλο το βιβλίο.
Το καταλογίζω ως ατόπημά σου.
Το διπολο καλή-κακή σαφώς και δεν αποτελεί επιχειρηματολογία, το παρελθόν σου όμως έχει αποδείξει την ικανότητα κρίσης σου, οπότε όλο το σχόλιό σου προσωπικά το θεωρώ ως ατυχή στιγμή σου.
Y.Γ Πρόσθεσα στο κείμενο την ακριβή διατύπωση του στίχου που παραποίησα
Σπύρο, αν ξαναδιαβάσεις το σχόλιό μου, θα δεις ότι έχω κρατήσει την επιφύλαξη (ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΔΩ, είπα συγκεκριμένα) της αποσπασματικής ανάγνωσης. Το περί απολυτότητας μού είναι ακατάληπτο. Συμφωνούμε ότι ανήκω σε εκείνους που εξηγούν μέχρις αφυδατώσεως-αυτό μάλλον μου επιτρέπει να λέω που και που τι μου αρέσει και τι όχι, χωρίς να γράψω εφτά σελίδες.
Ευχαριστώ.
Το “μέχρι εκεί, όμως”
δεν αφήνει περιθώρια για παρα πέρα…
Σε καμία περίπτωση δεν στα έγραψα για να σε πείσω για κάτι. Το δικαίωμα της κρίσης και της αποδοχής ή όχι είναι αναφαίρετο.
Ένα σχόλιο έκανα για κάτι που με παρεξένεψε εξ’ αιτίας του σεβαστού παρελθόντος (και μέλλοντός) σου.
Με την ποίηση του Γιάννη Στίγκα ήρθα σε επαφή σχεδόν τυχαία. Και αυτό το τυχαίο ακριβώς συναπάντημα ενίσχυσε την εντύπωση μου ότι επιτέλους, μετά από μια εικοσαετία, κάτι κινείται στην ελληνική ποίηση. Περιδιαβαίνοντας την ελληνική ποίηση του 1990 είχα την εντύπωση ενός αδιεξόδου, ενός βαλτώματος από το οποίο η διαφυγή έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. Και ξαφνικά γύρω στα μέσα της δεκαετίας των ʽ00 εμφανίζονται ο Στίγκας κι ο Παπαντωνόπουλος (θα προσέθετα και τον Βιολάρη, κι ας έχει ακόμη δρόμο μπροστά του να διανύσει) νʼ αλλάξουν ριζικά την εντύπωση αυτή. Κι αυτό διότι είχα την εντύπωση ότι στεκόμουν ενώπιον μιας ποίησης που δεν αφορμούταν, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, από τα εδώ και εβδομήντα χρόνια κατακτημένα ποιητικά διδάγματα της ελληνικής ποιητικής παραγωγής. Είχα – και έχω – την εντύπωση ότι στεκόμουν μπροστά σε ένα νέο ξεκίνημα, δειλό σίγουρα, αλλά πάντως ξεκίνημα. Μπροστά σε ένα νέο επίπεδο ποιητικής αυτοσυνειδησίας. Κι αυτό διότι η ποίηση τους μοιάζει απροσδόκητα προσωπική και πρωτότυπη. Διαβάζοντας την ποίηση των ανθρώπων αυτών έχεις την εντύπωση πως δεν έχουν ανοίξει στη ζωή τους ούτε ένα βιβλίο – ελληνικής τουλάχιστον – ποίησης. Είναι σε τέτοιο βαθμό αφομοιωμένες οι επιρροές τους, που καταλήγουν να μοιάζουν ανύπαρκτες και να περνούν απαρατήρητες. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά επίτευγμα. Και αυτό σε συνδυασμό με έναν ιδανικά προσεγμένο στίχο, για πρώτη ίσως φορά μετά από χρόνια και χρόνια τυραννικής επικράτησης της ποιητικής της «χαμηλής φωνής» που κατέληξε το ιδανικό καταφύγιο ατημελησίας για τον πάσα έναν που πίστευε πως ο στίχος δεν είναι παρά μια ημερολογιακού τύπου σκέψη διαμορφωμένη σε μια πρόταση που δεν καταλαμβάνει όλο το μήκος της σελίδας… Το πιο παράδοξο είναι ότι ενώ το έργο των ποιητών αυτών είναι φαινομενικά ολοσχερώς διαφορετικό, αν το συνεξετάσεις αναδύονται τα στοιχεία μιας κοινής προβληματικής – ποιητικής και ηθικής – που σε υποχρεώνουν να τα παρατηρήσεις και να την παρατηρήσεις (εννοώ την προβληματική), δημιουργώντας την εντύπωση μιας κοινής αγωνίας. Κι εκεί είναι που το ατομικό γίνεται συλλογικό. Διότι μία μονάδα που αγωνιά (προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις) δεν είναι παρά μια μονάδα που αγωνιά. Περισσότερες όμως μονάδες που αγωνιούν από κοινού την ίδια κοινή αγωνία συνιστούν σύνολο, ψηφίδες μίας κοινής τοιχογραφίας.
Συγκεκριμένα τώρα για τον Γιάννη Στίγκα, θα ήθελα να προσθέσω στα όσα αναφέρει ο Σπύρος, την μοναδική ιδιαιτερότητα της ρυθμικής οργάνωσης του στίχου του, που προσωπικά μου ακούγεται σαν βέβηλος απόηχος δημοτικού τραγουδιού. Αρμονικά ρωμαλέος και επιθετικός.
Κλείνω με ένα από τα ποιήματα του Στίγκα, από την ίδια πάντα συλλογή, που μʼ αρέσαν περισσότερο:
Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση
είναι δυο σύρματα μέσα μου
τα ενώνεις
κι ανάβει το τίποτα
Τραβώντας την περόνη του φωτός
μου εξερράγη ο άγγελος
εκεί να δεις γυαλιά και πούπουλα
αλλά από θαύμα γλίτωσα
μόνη εκδορά η μνήμη μου
και λίγο που (την Άνοιξη) χωλαίνω
Κατά τα άλλα
κοιμάμαι κανονικά
δουλειές παιδιά
καλά
έχει περόνη και το σκότος;
*
Άμα πεινάει το θαύμα
λάμπουνε και τα ψέματα
για να με ξαναβρείς
στο χρόνο μπρούμυτα
παίζει κι εκείνος με τα σύρματα
αρέσουν και στους δυο μας
*
Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου
κι αυτό να σας τρομάζει
Nα σημειώσω ότι οι μικρές φόρμες ποιημάτων στηρίζονται συνήθως σε μια πυρηνική ιδέα ή εικόνα. Η αξιολόγησή μου επί μιας μικρής φόρμας, δεν είναι παρά αξιολόγηση της ιδέας ή εικόνας αυτής.
Αν μη τι άλλο,πρόκειται για ποίηση-κάτι όχι και τόσο αυτονόητο…
Και μ’ αρέσει στ’ αλήθεια.
Έχει δυναμισμό και μια μοντέρνα γραφή ελκυστική.
Και δεν είναι κακό να ανιχνεύονται επιρροές,αν δεν αλλοιώνουν αυτές την προσωπική φωνή,τόσο που να του γίνεται μια ξένη.
Θα ήθελα πολύ ν’ ακούσω και την κρίση του φίλου Δημήτρη Μουζάκη,για τα ποιήματα που παραθέτει ο Μίχος.
ΘΑ ΥΠΑΓΩ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ
Τίποτε
δεν έχω να προσφέρω
ει μη μόνον επεσόδια
διαγουμισμένες απλανείς απόπειρες σελήνης
καθόσον σε κεντούσε η κουφοξυλιά
σου ‘λεγε πώς θα ρυθμίσεις τη στίξη, τονισμούς σωστότερους
πώς θα μερεμετίσεις την πίκρα
για τα εισαγωγικά ζωής της φρέσκιας όρχησης
και την οξεία πρόωρη κυρτότητα του ονειρικού ύψους.
Είναι πολυπρισματικά τα δένδρα.
Κυπαρισσένια συντομογραφία λύπης της σημύδας
σμιλεύεται από σκηνοθετικές παρεμβολές
της παρελθούσης μανούλας σου.
Νοητής εκκλησίας σε μαγεμένο
άχρηστο δάσος.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΡΒΑΝΤΩΝΑΚΗ
Το ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Στίγκα ανήκει στην κατηγορία της ποίησης που κινείται στις αναμνήσεις, στα συναισθήματα, στις εμπειρίες και στα βιώματα του ποιητή και ως αφήγηση γεγονότων και ως ονειρική περιπλάνηση στο υποσυνείδητό του μέσω του ονείρου
Ο Γιάννης Στίγκας είναι τμήμα της αρχέγονης Ποιητικής ψυχής
Τα δείγματα λόγου του είναι εξαιρετικά
Ένιωσα την αγάπη μου για την ποίηση να διεγείρεται
Του εύχομαι τους καλύτερους ήλιους
Σωτήρη , υπάρχει κάποιο e-mail του ποιητή;
Ο Γιαννης Στιγκας ειναι μοναδικος ποιητης και ανθρωπος….
Αγκαλιαζομαστε σημαινει αρωματιζουμε το κενο!
Οριστε καποια μελοποιημενα ποιηματα του:)
http://www.youtube.com/watch?v=SQSWQTrrkVY