b114242.jpg

Η ποίηση θʼ αρχίσει ξανά….όταν τη σεβαστούμε λιγότερο. Προσωπική ρήση μεν αλλά και προσωπική ανάγκη η οποία στη δεύτερη ποιητική συλλογή του 31χρονου Γιάννη Στίγκα Η όραση θʼ αρχίσει ξανά βρίσκει μια στέγη –ή να το πω καλύτερα βρίσκει αγάλματα-ποιήματα που μορφοποιούν τις ιδέες-επιθυμίες της ανάγνωσής μου, ανεξαρτήτως βεβαίως των προθέσεων του ποιητή.

Το όνομά του οικείο, η μορφή του -προσωπικά- άγνωστη, μέχρι που τον άκουσα να απαγγέλλει ποιήματά του. Γερμένο σώμα προς τα δεξιά, φωνή κυματίζουσα, εύθραυστα νευρώδης, καθαρή. Δε γνωριστήκαμε. Οι λέξεις προηγούνται. Προς το παρόν τουλάχιστον.

Οι λέξεις που μοιάζουν στα περισσότερα ποιήματα του να κάνουν ένα αγώνα δρόμου για το ποια θα κατακτήσει την άκρη της σελίδας, ποια θα κερδίσει το στίχο μόνη, νικήτρα της γραμμής. Αυτό ως πρώτη εντύπωση εξωτερικής βεβαίως υφής, εσωτερικής όμως ρυθμολογίας της ανάγνωσης, σαφώς χωρίς να διεκδικεί την πρωτοτυπία αυτής της επιλογής διεκδικώντας όμως το αλάθητο του ενστίκτου. Δείγμα:

Μια μέρα

        ο χρόνος θα τουμπάρει

και θα παίξουμε

                       εδώ η ζωή
                                   εκεί η ζωή

                        αλλιώς
                                το παιχνίδι της ικεσίας

Η πιο λευκή
                            κερδίζει

(Τόσο πικρό χρυσάφι, ΙΙΙ)

Το δεύτερο άμεσα αξιοπρόσεκτο στοιχείο οι τίτλοι που επιλέγει, ολόκληροι στίχοι οι περισσότεροι, που δρουν ως συμπλήρωμα ή ως τροφοδότες ή ως ερμηνείες των ποιημάτων.

Ενδεικτικα:

Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στην αλήθεια, Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση, Το στόμα μου μαυρίζει, κύριε.

Κυρίως όμως οι τίτλοι γίνονται ενδεικτικοί του πνεύματος της ποιήσής του. Γραφή κατά βάση σε α΄ πρόσωπο (πλειοψηφεί ο ενικός) γρήγορη και αποτελεσματική:

Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχω χάσει δυο πέταλα ( …)

(Η τέλεια ακουστική του λαβυρίνθου, ΙV)

που παίρνει σοβαρά μόνο την ουσία της χωρίς να την ενδιαφέρουν οι κανόνες και οι επιταγές της τέχνης της, τα βαρίδια του παρελθόντος της, τα «πρέπει» που φορτώθηκε η ποίηση.

Έτσι δε διστάζει να κραυγάσει δημοσίως:

Τη φωνή μου, ρε
κι ας μην έχω να φάω

να (μας) ειρωνευτεί:

Ωραία που το διάβασες το ποίημα
με προσοχή και αστική συγκίνηση

και να πενθήσει την παραδοχή του:

Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου

δεν είναι από συνήθεια

είναι γιατί

η αλήθεια, κύριοι,

προϋποθέτει ύψος

(Πληθαίνουν τα φαρμάκια, ΙΙ).

Για αυτό και δε διστάζει όταν μιλά για υπέρ-αξίες, -φυσικά εννοώ την αγάπη- να κλείνει το ποίημα με μια κοινόχρηστη λέξη:

Κι όταν με το καλό
πατήσεις πάνω στην αγάπη
να ξέρεις πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο

δεν είναι λίγο
που θα σε κοιτά στα μάτια
όταν σε πνίγει

κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα
θα δεις

ούτε που θʼ ακουστεί
ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο

(Αντικλείδι για σωρείτες)

«Γαμώτο»…να ακούγεται τόσο ταιριαστό τόσο αναγκαίο τόσο αληθινό….
Αυτήν την αλήθεια –με όλο το κόστος της- καταθέτει στη συλλογή του ο Γιάννης Στίγκας, έχοντας ένα μείζον προτέρημα –το αναφέρει και ο ίδιος, πιθανόν εδώ ασυνείδητα, σε ένα ποίημά του:

Μπορώ να σας μιλήσω απλά
μπορώ και με βελόνες

Με άλλα λόγια αισθάνομαι ότι είναι ικανός όποτε το θελήσει να μας φιλοδωρήσει με στίχους-ποιήματα σουξέ, (εννοώ στρογγυλεμένα) όπως για παράδειγμα:

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας

Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα

ειδάλλως γύρνα πίσω

και μη γελάς

αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

(Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος, ΙΙ)

ή εδώ:

ότι ο χρόνος
Είναι ποδηλάτης της καρδιάς
-όποτε κάνει ξαστεριά
Ακούω τα πετάλια

ωστόσο δείχνει να προτιμά στίχους και ποιήματα λιγότερο βατά, λιγότερο «καθώς πρέπει». Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα Σωστή πλημμυρίδα η σιωπή όπου για ακόμα μια φορά καταφέρνει να απομυθοποιήσει την αντίληψη περί “σοβαρών” λέξεων και της εμφάνισής τους στο ποίημα, όταν μιλώντας για το μαρτύριο της σιωπής – ποιητικής ανάγκης (;)- κλείνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο:

είναι φοβερό
να μιλάς για το μαρτύριο της σταγόνας
και να φαντάζονται
ένα απλό κλιματιστικό.

ή σε άλλο ποίημα όταν αναρωτιέται:

Ποιος πούστης άγγελος
Μου δώσε τρύπιο φλασκί
Και δεν έχω μια σταλιά μελωδία

Να υποθέσω, λοιπόν, ότι πρόκειται για συνειδητή του επιλογή; Οι δικοί του στίχοι:

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλασφήμιες

δε μου αφήνουν άλλα περιθώρια από το να στοιχηματίσω υπέρ του συνειδητού της επιλογής. Και να χαρώ.

Γιατί αν «πειράξουμε» λίγο ένα δικό του τετραστιχό φανερώνεται νομίζω και η πληγή της σύγχρονης ποίησης:

Τόσες φορές δεκαδικός
Το ριζικό μου

Και πώς στο διάολο
Μου βγαίνει το ποίημα ακέραιο  (η συμφορά γράφει ο Στίγκας)

Police Academy 2: Their First Assignment movie

Καιρός, λοιπόν, να γράψουμε απενοχοποιημένοι, λυτοί και ανεξάρτητοι όχι ποιητικών επιρροών (στην ποιήση του Στίγκα θα βρούμε -ευτυχώς- πολλές τέτοιες από Τάσο Λειβαδίτη και Κική Δημουλα μέχρι Νίκο Καρούζο και Κατερίνα Γώγου) αλλά από ανθρώπινες ανάγκες, να μιλήσουμε για το σήμερα, να διδάξουμε και να διδαχτούμε. Κυρίως όμως να λερωθούμε. Ακομπλεξάριστα. Όχι πια ως αστοί της ποίησης αλλά ως επαρχιώτες της ζωής… Όπως. δηλαδή μοιάζει να «οραματίζεται» οτι θα αρχίσει ξανα, ο Γιάννης Στίγκας.

51085.jpg

Ο Γιάννης Στίγκας