
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Ιούλιος 2003 – Πλακιάς, στα νότια ακρογιάλια της Κρήτης
ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ Α΄ (1994)
Παιδί μου, η μάνα έλεγε, αν θέλεις
να μη βρεθείς στο κέντρο της θυέλλης,
αν -πάλι λέω- θέλεις να μην μπλέξεις,
σταμάτα πια να παίζεις με τις λέξεις!
Φωνήεντα και σύμφωνα, η αλφαβήτα,
προετοιμάζουν τη δικιά σου ήττα.
Γι΄ αυτό σʼ το λέω και πίστεψέ με ότι,
όποιος μεθά σʼ αυτό το γλεντοκόπι,
τα λογικά του χαλαρά, κομματιασμένα,
είτε στα ύψη λούζονται ή στον πυθμένα.
Γιατί οι πιο γλυκές κι αθώες λέξεις
είναι υποχθόνιες θεές, με λάγνες έξεις!
Σταμάτα τα παιχνίδια σου να παίζεις,
μήπως βρεθείς στο μέσον της τραπέζης,
απάνω σου γιατροί και ανατόμοι,
σ΄ ένα λινό κατάλευκο σεντόνι.
Μη φτιάχνεις λαβυρίνθους στη βιβλιοθήκη,
μήτε δεκάρα να κυλάει προς το νοίκι…
Όλοι παιδί μου, δες, τρέχουν στο χρήμα×
εσύ δεν έκανες ούτε το πρώτο βήμα!
NONSENSE (1993)
Τη Δευτέρα ο άνθρωπος ξυπνά,
ακούγοντας αγγέλων ωσαννά
να θρυμματίζονται την Τρίτη,
όπως ο Ίκαρος από την Κρήτη.
Βουτά στο ακρογιάλι της Τετάρτης,
όπου ορθώνεται ο Χρόνος, ο αντάρτης!
Ευθύς, χωρίς ελάχιστη αμφιβολία,
ολοταχώς αλλάζει την πορεία.
Στους ώμους του φορτώνεται την Πέμπτη
κατάρες περιλούζοντας το empty…
Αγκυροβόλιο την Παρασκευή,
όταν χωρίς καμία προπαρασκευή,
βαδίζει κουρδισμένος για το Σάββατο.
Διαγούμισμα μήπως στο Άβατο;
Η Κυριακή, μια συνετή μητέρα,
απογειώνει τη Δευτέρα στον αέρα.
ΣΚΗΝΙΚΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ (1993)
Στην εσωτερική αυλή παλιάς
μονοκατοικίας× λάμπες δύο, γυμνές.
Μια οικογένεια, λιγοστοί φίλοι.
Γυναίκες, άνδρες νεαρής ηλικίας
μαζεύουν στρωμένο τραπέζι στον κήπο.
Ακούγονται διάφορα σερβίτσια,
κρύσταλλα, μαχαιροπίρουνα να ηχούν
ελαφρά· φωνές, ακάματα γέλια.
Ενʼ αγοράκι, τριών μόλις ετών,
τσουγκρίζει της μπίρας άδεια μπουκάλια×
η οικοδέσποινα ζαλισμένη κινείται.
Έτσι, καθώς προχωρά πέρα δώθε,
η ανέμελη χάρη της προσφέρει
τον πυκνό ήχο σαγιονάρων×
ικανός αυτός αντηχεί, ρυθμικά,
πάνω στις λείες πλάκες της αυλής.
θ α λ ή ς α σ τ ρ ο ν ο μ ο ύ μ ε ν ο ς (1991)
Όπως ακριβώς ο Θαλής καθώς τηρούσε τʼ αστέρια, Θεόδωρε, και βλέποντας ψηλά έπεσε σ΄ ένα πηγάδι. Μια Θρακιώτισσα σκλάβα, χαριτωμένη και αισθαντική, τον αποπήρε λέγοντάς του πως, όσα βρισκόντουσαν στον ουρανό, ήταν πρόθυμος να μάθει. Τα μπρος στα πόδια του ήταν αυτά που ξέφευγαν!
Πλάτων, Θεαίτητος
Α΄
Αν και σοφός εγώ, ο Θαλής,
διόλου δεν αισθάνομαι ασφαλής!
Τα μάτια είχα καρφώσει στο στερέωμα,
περίμενα μήπως εκεί ένα φανέρωμα·
βαθιά τα άστρα, τους πλανήτες μελετούσα,
μύρια φαινόμενα που παίρνουν την κατιούσα.
Εβάδιζα σύννους, με βήμα αργό,
ανυψωμένο βλέμμα στον ουρανό,
φουρτουνιασμένο το μυαλό να κυματίζει,
από τη μια στην άλλην ιδέα να φτερουγίζει:
Ο Σείριος, ο Ώριων, οι Πλειάδες…
Αξιώματα, θεωρήματα… Συμπληγάδες!
Τον αστρολάβο να κρατώ και τον εξάντα,
κι ας έχω μόλις περασμένα τα τριάντα.
Αίφνης, τα πόδια αιωρούνται στον αέρα,
(νόμιζα πως ξημέρωνε η τελευταία μέρα)×
κατρακυλώ και πέφτω ευθύς σʼ ένα λαγούμι,
σ΄ ανήλιαγο και σκοτεινό, βαθύ μπουντρούμι.
Β΄
Αυτό το πρόβλημα για να το λύσω,
θʼ άξιζε τρεις φορές να ζήσω.
Μία να το συλλάβει το κορμί,
την άλλη να το νιώσει η ψυχή…
Αχ, νόημα κάποιος πώς να βγάλει
μʼ ένα μονάχα κλούβιο κεφάλι;
Να μην μπορώ το πρόσωπό μου να σχηματίσω,
δυο βήματα κάνω μπροστά και τρία πίσω!
Επιθυμίες, σκέψεις, αισθήσεις,
λέξεις, εικόνες, αναμνήσεις,
χοροί, τραγούδια, μελαγχολία,
έρωτες, ποιήματα… Πανωλεθρία.
Μες στον καθρέφτη σκύβω, κοιτάω,
στο ξένο είδωλο αχνά χαμογελάω×
αυτό με αναγνωρίζει και με δείχνει,
μα εγώ δεν βρίσκω τα δικά μου ίχνη!
Τη μια στιγμή αφήνω για την άλλη,
απʼ την εγκράτεια στην κραιπάλη…
Τρέχω λοιπόν μήπως προλάβω,
απʼ την αλήθεια να μεταλάβω.
Γ΄
Όποιος τα άστρα συλλογίζεται και τα ουράνια,
φαίνεται πως τον κέρδισε πολύ η περηφάνια×
δεν καταδέχεται τα μάτια του να ρίξει
εκεί όπου η γη, μια μέρα, θα τον πνίξει:
Σʼ ένα βαθύ πηγάδι, χωρίς πάτο,
ο δαίμονας να πάρει, ανάθεμά το!
Κι εγώ θα πέσω κει, επιτυχώς, μίαν εσπέρα,
άχρηστο φύλλο και σαθρό, έρμαιο στον αέρα,
που στροβιλίζεται και χάνεται στα ερέβη.
Αδιάφορη από ψηλά η ζωή θα νεύει,
παρατηρώντας την τελευταία μου πτώση×
κανείς δεν θα βρεθεί να με γλιτώσει!
Η γη θα συνεχίσει αιώνια να περιστρέφεται,
(ο σκώληξ από τις σάρκες μου θα τρέφεται)×
ο ήλιος θα φωτίζει κάθε μέρα τους ανθρώπους,
μονάχα εγώ θα έχω χάσει όλους τους τρόπους:
το να θωρώ, νʼ ακούω, να μυρίζω,
το κάθε τι να γεύομαι, να το αγγίζω.
ΜΕΡΕΣ 1992 (1991)
Είδα τον Άγγελο να γνέφει
με υψωμένη τη ρομφαία,
ψηλά στον γαλάζιο αιθέρα.
Πυκνό το φτεροκόπημα και πλούσιο,
λαμπύριζαν τα μάτια του, αχάτης.
Μειδιά σκύβοντας, τη σπάθα ζυγίζει…
Σιγά, του λέω, περαστικός είμαι×
ένας περιπλανώμενος, ένας διαβάτης,
ανάθεμα και ξέρω πού βαδίζει!
ΑΝΑΜΦΙΒΟΛΩΣ (1994)
Φαντάσου, φίλε μου, μιαν πνευματώδη διαμάχη
ως εξής. Κατόπιν επίπονης και συστηματικής
μελέτης, ερμηνείας των ποιημάτων του Καβάφη,
να έχω καταλήξει αναμφιβόλως στο συμπέρασμα
ότι, τουλάχιστον ο Ποιητής, γνώριζε όσα έγραφε.
Ένας γηραιός, οργισμένος, πελιδνός κύριος,
αψύς να σηκώνεται τρέμοντας και να ρωτά:
– Μα τι λέτε! Γνωρίζετε άραγε σεις; Πριν απαντήσω,
ένας πρόθυμος νεαρός φοιτητής σεμνά παρεμβαίνει:
– Αναρωτιέμαι αν, εσείς, γνωρίζετε περισσότερα!
Στο βάθος του ακροατηρίου βραχνή φωνή ακούγεται:
Σκάστε, βρε άχρηστοι! Υποβολέας είναι τώρα ο Ποιητής…
ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ Β΄ (1994)
Μάνα, της λέω, εμένα δεν με νοιάζει,
όπως τον βράχο όταν πέφτει το χαλάζι,
να κάνω χρήμα, αυτοκίνητα και σπίτια.
Τα ψίχουλα τσιμπώ σαν τα σπουργίτια,
υφαίνοντας μεταξωτές κλωστές
τα πάθη μου σε κάμαρες κλειστές×
βγάζω τον άσσο, ρίχνω τα ζάρια,
φέρνω τριπλές φορές εξάρια.
Όμως αυτά συμβαίνουν, φευ, μόνο τις νύχτες,
καθώς τις τράπουλες απλώνουν χαρτορίχτρες,
υψώνοντας διθύραμβους τα ωσαννά
στον άρχοντα του σκότους σατανά.
Γιατί άλλες φορές σαν Προμηθέας,
πύρινης δέσμης, αστραπής μυσταγωγέας,
μόλις τα ζάρια φέρουν ντόρτια,
προσφέρω τα δικά μου τα συκώτια.
Ανοίγω τα χαρτιά μου στο τραπέζι,
βουτώ τις λέξεις σε χολή ή πετιμέζι,
κεντώ με λεπτομέρεια στην οθόνη
τον πλούσιο διάκοσμο που μας θαμπώνει.
ΑΥΤΟ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Βαγγέλης Ψαραδάκης γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης (1965). Σπούδασε νομικά στην Κομοτηνή (1982-87). Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ασκώντας τη δικηγορία και άλλα (1987-97). Από το 1998 επέστρεψε στην Κρήτη. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Ηρακλείου. Σήμερα ζει και εργάζεται στις Αρχάνες. Στην αρχή του 2000 ανέλαβε τη δημοτική βιβλιοθήκη. Από τότε μέχρι σήμερα έχει οργανώσει, συντονίσει και συμμετείχε σε πολλές επιτυχημένες πολιτιστικές εκδηλώσεις (παρουσιάσεις βιβλίων, συνέδρια, εικαστικές εκθέσεις, λογοτεχνία, θέατρο) κι έχει επιμεληθεί την έκδοση 11 βιβλίων (ιστορικά, απομνημονεύματα, παραμύθια, λευκώματα φωτογραφιών). Από το 2002 συμμετέχει και στη θεατρική ομάδα, ερασιτεχνικά, ακριβώς όπως ασχολείται και με τη φωτογραφία.
Το 1995-97 συμμετείχε στα αφιερώματα του περιοδικού Οδός Πανός στους ποιητές Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και Ανδρέα Αγγελάκη (τεύχη 79-80, 90-92, 93-94), με το ψευδώνυμο “Α.Β. Στρατής”, όπως ακριβώς υπέγραψε και το παίζω–γράφημά του Συκοβολήματα, στην εφημερίδα Ο Πόθος (φύλλο 15–Θεσσαλονίκη 1997), το οποίο δημοσιεύτηκε δεύτερη φορά στο περιοδικό Heteron ½ (τεύχος 2–2006), εμπλουτισμένο και με άλλον τίτλο, με το ψευδώνυμο Ναπολέων Τρέτος. Το κείμενό του για τη Λιλή Ζωγράφου δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα Μεσόγειος (Ηράκλειο 15-11-1998), 40 ημέρες μετά τον θάνατο της συγγραφέως. Μια νέα γραφή του ανέβηκε στις 2-10-2007 στην ιστοσελίδα www.poiein.gr με τον τίτλο, Αγέρωχη Αρχόντισσα, μνήμη Λιλής Ζωγράφου.
Άλλες δημοσιεύσεις του στην Αθήνα και στην Κρήτη: Δυο τρία πράγματα που ξέρω για τον χρόνο (1995), Ο θάνατος ενός ποιητή (1996), 5 άρθρα για την ελληνική γλώσσα και γραφή (1996-97), Σας αρέσει ο εξπρεσιονισμός; (2001), Κριτική παρουσίαση νέου βιβλίου – πλην όμως και κρητική (Αρχάνες 2002), Μεταξύ Αρχανών και Παρισίων (2003), Με λογισμό και μʼ όνειρο (2004), Χειρών αξίες (2005), Πουλιέται ο Παράδεισος της μνήμης; (2006), Πιπέρι στο στόμα (2007), Μνήμη Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (2007).










Περισσότερο μου άρεσε το nonsense, αλλά και ο Θαλής και οι οδηγίες προς ναυτιλλομένους.
Κατά τ’ άλλα καλωσορίζω και από δω στο Ποιείν τα πρώτα δείγματα ποιητικής γραφής του Βαγγέλη Ψαραδάκη, που μας έχει ήδη δείξει με τα προηγούμενα άρθρα του (περί Λαπαθιώτη κυρίως) το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τρέφει προς τον ισόμετρο ομοιοκατάληκτο στίχο.