
Donne-moi tes mains pour l’inquiétude
Donne-moi tes mains dont j’ai tant rêvé
Dont j’ai tant rêvé dans ma solitude
Donne-moi te mains que je sois sauvé
Louis Aragon
Γύρισε ένας ξαφνικά και είπε:
Εκείνοι που βλέπεις, δίπλα και απέναντι, είναι σπουδαίοι. Έμαθα πια να τους αναγνωρίζω δια μιας.
Όσο περισσότερο προσπαθούν, τόσο φαίνονται πιο προκάτ. Αδόκιμος συγκριτικός, το ξέρω.
Μια πινελιά ιδιωτικού μεγαλείου προσπαθούν οι δύστυχοι να τραβήξουν και αντ’ αυτού τρέπονται σε μαζική καρικατούρα. Σκεπτόμενη, μπορεί και λαμπερή. Η ομοιότητά τους καμιά φορά τρομάζει.
Ι
Γιατί οι σπουδαίοι δεν είναι σαν τους βαρβάρους τους καβαφικούς. Αφηρημένο σύμβολο απελπισμένης προβολής. Υπάρχουν με σάρκα και οστά και έρχονται εκεί που δεν τους περιμένεις. Είναι μετά θέμα αντανακλαστικών.
ΙΙ
‘Σπουδαίος και σεις; Χάρηκα! Κι εγώ καλά…’
Προτείνεις το χέρι ξεψυχισμένο, ας βάλει εκείνος το νεύρο, μην σπαταλάς κόπο περισσό σε υπόθεση από χέρι χαμένη.
ΙΙΙ
Μα για να συνεννοηθούμε, οι σπουδαίοι αυτής της γραφής είναι sui generis. Δεν κατατάσσονται ως τέτοιοι για τις πραγματικές τους ικανότητες ή κατακτήσεις. Αλλού εντοπίζεται η σπουδαιότητα. Είναι εκείνοι οι τύποι που σε πιάνουν μονίμως αδιάβαστο. Οι τύποι που ενώ δεν ασχολούνται καθόλου σχεδόν μαζί σου, έχουν κάπως σχηματίσει όλη σου την αγωνία. Ωσάν λογοκριτές που ουδέποτε σε λογόκριναν αληθινά. Υπεράνω πάντων εμφανίζονται, ζωής, θανάτου, και γενικότερα των τρέχοντων ανθρωπίνων συναισθημάτων (όρα νοσταλγία ή μοναξιά), τα οποία και σπεύδουν να ξεγυμνώσουν χαριτωμένα. Γιατί η γοητεία είναι ατού που τους αναγνωρίζεται πλειοψηφικά. Εξ ου και γίνονται δημοφιλείς, ειδικώς στο άλλο φύλο. Με ένα ύφος δυνάμει ξιπασμένο, απαξιωτικό. Πουθενά δεν τους πιάνεις. Και δεν μπορείς (ποτέ) να αποφασίσεις αν καταφάσκουν, αδιαφορούν ή σε έχουν προ πολλού απορρίψει. Θα τους φαίνεσαι στο διηνεκές υπερβολικά συναισθηματικός ή υπερβολικά κρύος, επιφανειακός ή εξαντλητικά αναλυτικός, πομπώδης ή ξενέρωτος, πολύ είρων ή αφελής, κυνικός ή εντελώς χαζοευαίσθητος, αυστηρός ή ελαστικός ανεπίτρεπτα. κομπλεξικός ή απλοικός, πότε κρυψίνους πότε παρορμητικός, σοβαροφανής ή ελαφρύς τόσο, άλλοτε δήθεν άλλοτε συμβατικός υπέρ το δέον, σφιγμένος ή χύμα, παραπονιάρης, νευρικός, je m’ en fous, υπερβολικά υπερήφανος, ανώριμος, μελαγχολικός…
Σαν να μην βρίσκεις ποτέ το pitch της δικής τους συχνότητας. Γενικώς, όπως και να φερθείς, μια κοροιδία θα την ακούσεις. Τούτο είναι το default setting τους, δεν κινούνται από σκληρότητα. Άνθρωποι καλοσυνάτοι μα όχι καλοπροαίρετοι, αν μπορεί να κατανοηθεί (και αν όντως υπάρχει) αυτή η λεπτή διαφορά. Χαλαρότατοι δηλαδή και επιεικείς (μαζί Σου), αφού πρώτα έχουν εξαντλήσει (επάνω Σου) το σαρκαστικό τους stock. Εσύ πάλι δουλεύεις αντίστροφα. Κοιτώντας προς τα έξω με αυθόρμητη δεκτικότητα, χωρίς να περιγελάς, να αφορίζεις προς χάριν και μόνο του παιγνιώδους αφορισμού, μα όχι τόσο επιεικής ή μεγαλόψυχος στο τέλος. Η μέγιστη κατηγορία που ενίοτε σου προσάπτουν: κρίνεις κι εσύ με τον ίδιο τρόπο. Το κάνεις απλώς με περισσότερο τακτ. Ίσως άλλοτε το κρύβεις. Στο βάθος το που μόνο θέλεις να πεις – και δεν διστάζεις να ομολογήσεις – είναι κάτι σαν. Έχει σημασία να θυμούνται τα γενέθλιά μου, το παραδέχομαι. Η αλλαγή του χρόνου, επίσης, με ταράζει. Πως είναι ημερομηνίες συμβατικές, αυθαίρετες, και αδιάφορες ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να λεχθεί εκ νέου. Επειδή, πέραν των άνωθεν επιθέτων, είσαι πείσμων.
—————————————————————————————————————————-
Ο ένας έχει στυλάκι ανέμελο, ελεύθερος καβαλάρης της νόησης, και με την αύρα της υπεροψίας που δηλοί μίαν ανία αχανή. Ε, μαζευτήκαμε κι εμείς εδώ να πούμε καμια μαλακία… Τούτη η στερεότυπη ατάκα ηχεί τόσο γνώριμη, που δεν θυμάσαι πια αν του ανήκει ή την ξεπατίκωσες από αλλού. Έτσι κι αλλιώς, δεν λέει την αλήθεια. Πιο πίσω, ο πλούτος της πνευματικής του δεινότητας καρποφορεί. Οι έρευνες, τα πορίσματα, οι κριτικές, τα λογοπαίγνια, η προσφορά αγωνιούν να χωρέσουν στον περιορισμένο χώρο του CV που του εδόθη. Πού να στριμωχτεί η σπουδαιότητα στα word-limits των εκάστοτε, κι απανταχού, συνεδριακών οργανώσεων; Και δη, όταν η σπουδαιότητα που τώρα μας ξεπετάχτηκε δεν αφορά καθόλου τέτοιους μετρήσιμους πόντους. Αυτά έμειναν πίσω σχεδόν ολικά, απολιθώματα χαρωπής ιδιωτείας. Ριγμένα σε στάδιο εφηβικό. Πλέον δε αρμόζει. Μιλάμε τώρα για σπουδαιότητα σφαιρική, για ένα ‘πακέτο’, όπου οι τυπικές ενασχολήσεις με πράγματα πλήρη σημασίας είναι συνθήκη αναγκαία μα όχι επαρκής. Μιλάμε για σπουδαίους τω φρονήματι. Όχι ως full-time job αλλά ως mentalité, modus vivendi, modus operandi και άλλες εκφράσεις ημιμαθείς κομμωτηρίου. Η ώρα περνά ευχάριστα μαζί του. Αφού τα πάντα είναι τόσο φιλικά όσο απρόσωπα. Φαίνονται εύκολα. Κι εσύ απλώνεσαι λίγο περισσότερο, το πολύ-πολύ για το πνεύμα σου να μεριμνήσεις, ως στο ‘πουλάω πνεύμα’ νενοημένο. Όσο σου βγαίνει, έπειτα γίνονται όλα χαζά. Και όλα ξεχνιούνται τόσο ανώδυνα, τόσο λεία, που έχεις ίσως περιθώριο για κάποια fouls αμυντικά. Χαμόγελα μοιράζονται αφειδώς (μάλλον μειδιάματα) και μια πρωτοτυπία, έστω κοινότοπη, να διαχέεται δήθεν τυχαία. Για να ρέει ο καιρός με μία χαρωπή ουδετερότητα, με μια καλοζωία, με μια φινέτσα sportif. Με ένα μείγμα αριστοκρατίας και μποέμ, έτσι επιβάλλεται και έτσι πρέπει. A’ class στο αεροπλάνο, κατάστρωμα στο καράβι το συμβατικό. Ευνοεί την παιγνιώδη οπτική, που ως επί το πλείστον απαντά σε πρόσωπα φοβισμένα (στο πολύ-πολύ βάθος, εξυπακούεται. Αυτό είναι δική σου προβολή, καραμπινάτη). Στην επιφάνεια, ο σπουδαίος, ο ήδη ή εν δυνάμει, ούτε φοβάται ούτε λυπάται ούτε και χαίρεται υπερβολικώς. Δεν ξέρεις αν τούτο οφείλεται σε βιολογία ή καταγράφεται ως τυπικό προσόν αποκτημένο με γυμνάσια, ωσάν τις περγαμηνές. Ειδικά αυτός ο ανέμελος υπερόπτης, η πρώτη-πρώτη κατηγορία, οφείλει να είναι ψύχραιμος και προσεγμένα ισοπεδωτικός. Υπάρχει κίνδυνος να σε περιπαίζει στο διηνεκές άμα του δώσεις την ευκαιρία. Όμως αυτό δεν σε ενοχλεί. Όσο καταλαβαίνεις ότι συμβαίνει. Τότε είναι εντάξει. Ακόμη και αν ο ίδιος αγαλλιά με την δεξιότητά του να ψαρώνει — οιονεί ή και τω όντι– αργόστροφους υποψηφίους. Όπως παίζει το παιχνίδι, παίζεις κι εσύ ό,τι σου αναλογεί. Εφόσον οι ρόλοι είναι οριοθετημένοι με σαφήνεια τόση όσο μεγάλο είναι και το επίχρισμα της χαλαρότητας (που δήθεν καταργεί τους ρόλους και τις ετοιμοπαράδοτες διακρίσεις). Σαν να κραυγάζει από καιρού εις καιρόν, αυτός ο σπουδαίος, πόσο απίστευτα άνετος είναι. Του γνέφεις τότε νοερώς να χαμηλώσει λίγο το volume. Γιατί όλοι το βλέπουν, το ξέρουν, και κατοχυρώθηκε στο image του δικαιωματικώς.
Ο άλλος μοιάζει πιο élégant. Βαθιά γερμένος στα έργα και τις ημέρες του, όλος μια πόζα καλλιτεχνική αλλά και κάπως φτηνός στις καθημερινές φροντίδες. Θα προσπαθήσει, φερ ειπείν, σθεναρά (αλλά με τρόπο και τέχνη) να παρακάμψει τον λογαρισμό του καλού ξενοδοχείου, εκεί που τον εκάλεσαν για να εκθέσει τις τελευταίες σελίδες της μοναξιάς του. Αυτό όμως δεν μας αφορά, γιατί δεν φτιάχτηκε προς ίδιαν χρήση. Αρκεί που ποζάρει (και ίσως μέσα του νοιώθει) ωσάν αιθέριος λάτρης και τρυφερός μίας αισθητικής ανώτερης, κι ας είναι από κάτω ένας τύπος νευρικός, σε εκκρεμότητες γραμμικές μόνιμα πελαγωμένος. Μικροφιλοδοξίες άπειρες, κάποιες φορές χαριτωμένες. Αν κάνεις λίγο κι εσύ πως στοχάζεσαι και πως ακούς τους λόγους του με περίσκεπτα μάτια, θα σε προσέξει. Σε ένα επίπεδο συναλλαγής, όχι χυδαίας, μα κάποιο δούναι και λαβεῖν θα πρέπει να υπάρχει. Μια αυστηρή συνεργασία, μια αλλαγή απόψεων σύντομη, μια αλλαγή πληροφορίας. Διανθισμένη με τα στολίδια της μεγάλης μας και δια βίου παιδείας. Όλες τις διάσπαρτες γνώσεις, τις τόσο ασύνδετες φαινομενικά, που έρχονται κάποιες (ανύποπτες) στιγμές και δένουν σε κύκλο αγαπημένο. Πάντα σου άρεσε αυτό. Τρέφεται και ο ίδιος με την προσοχή. Ούτε νάρκισσος είναι. Ούτε αυτό. Επίσης αρέσκεται στις σωματικές, κάπως ερωτικές κάπως παλαιομοδίτικες, εκδιπλώσεις.
Τον άλλον άσ’ τον καλύτερα. Είναι θετικιστής και κάθε αρμός επικοινωνίας χαρβαλωμένος. Γιατί αυτός δεν καταγράφει καν τους φτηνούς ελιγμούς και θα σε ξεμπροστιάσει με τη μία. Θα σε ξεμπροστιάσει μ’ έναν τρόπο ιδιόρρυθμο και υπόγειο, μα όχι ύπουλο. Για την ακρίβεια θα σε ρωτήσει τι νόημα έχει το τάδε και το δείνα, τι νόημα έχει αυτό που του δίνεις ή του έδειξες. Έχει κάποιο; Υπάρχει ένας ή και περισσότεροι λόγοι για όλον αυτόν τον σαματά; Κι αφού η απάντηση είναι ένα λιτό και αποκλιμακούμενο όχι, δεν ήταν σωστό, ούτε και ηθικό, να του τρως την ώρα. Δεν θα στο πει, γιατί είναι φύσει ευγενής, όχι κοινωνική συμβάσει. Μπορείς όμως να το ακούσεις, αρκεί να διαισθάνεσαι, απατηλά, τις ανθρώπινες διαθέσεις. Αυτήν την διαίσθηση θεωρείς πως την έχεις και, όπως καλύπτεται στο δωρικό πρόσωπο, σε προφυλάσσει από την ρητή πρόσκληση ή τον ρητό διωγμό. Σε κάνει να βρίσκεις και να χάνεις τους ανθρώπους σου λίγο πιο γρήγορα απ’ το συνηθισμένο. Χωρίς να τους κουράζεις πολύ κατά την είσοδο-έξοδο. Και ούτε καν τόσο απλά τα πράγματα, διότι οι λόγοι ή τα νοήματα (που θα μπορούσες να εφεύρεις αυτοστιγμεί) πρέπει να είναι αριθμήσιμα και σαφή. Μια αερολογία κάνε πως ξεστομίζεις, μια φιοριτούρα εντυπωσιασμού, κάποια παραδοξολογία και τέλειωσε. Όχι πως θα υπάρξει βία. Είναι συνήθως πιο αβροί, αυτοί οι ορθολογιστές με την έννοια την αυθεντική, ακόμα και από τους πιο ανέμελους της διανόησης, ακόμη και από τους πιο αιθέριους της τέχνης. Έχοντας παραδοθεί στην επικράτεια του περφεκτιονισμού, αυτού που δεν σχετίζεται με τα μίζερα όρια της καθηκοντολογικής τελειομανίας. Από την πιο απλή συνήθεια μέχρι την πιο σύνθετη αναζήτηση, διακρίνουν και κυνηγούν ένα standard υψηλό. Γιατί αυτό τους πληροί, όχι λόγω φιγούρας. Και ούτε σε κανέναν το επιβάλλουν. Αν όμως θέλεις να τους προλάβεις πρέπει κι εσύ να περιπλέεις, ερασιτεχνικά έστω, σε αυτά τα κάπως μετέωρα ύδατα. Το έχουν από κατασκευής να απαντούν με ένα βαθύ χαμόγελο στις άβολες καταστάσεις. Δεν θα υπάρξει βία αλλά κάτι χειρότερο. Μία βουβή, καθόλου άγρια μα νεκρική στην ηρεμία της, απαξία. Που δεν είναι κακοπροαίρετη, εκεί είναι το δράμα. Ούτε ταυτίζεται με ολική απόρριψη, μα άντε μετά να πειστείς άμα σε πάρει έστω και ξώφαλτσα. Όσο πιο επίμονα σε κοιτούν, γίνεσαι μια αφηρημένη προέκταση των εκκρεμοτήτων τους που δεν είναι διόλου αμελητέες. Όταν η ματιά τους συγκεντρώνεται πολύ έντονα πάνω σου, στρέφεις το βλέμμα διακριτικά, πίσω απ’ τον ώμο, να δεις αν βλέπουν κάτι άλλο, μια εκκρεμότητα-Σειρήνα που (εσύ) ποτέ δεν θα δεις. Κοιτάς μολαταύτα, έτσι από βίτσιο.
Όπως το περιστατικό αυτό όπου ρωτούν το νήπιο, μετά την τούμπα, γιατί κλαίει αφού κάθε ιατρική φροντίδα παρεσχέθη. Το νήπιο δεν πονά ούτε και κινδυνεύει, μα συνεχίζει τον οδυρμό. Και μένει ο θετικός σπουδαίος να ρωτά. Πώς και συνέβη; Πρέπει εκεί να εξηγήσεις. Το νήπιο απλώς ταράχτηκε ή θέλει να γκρινιάξει. Δεν υπάρχει σκοπιμότητα στ’ αλήθεια. Και τίποτα πιο μεθοδικό. Το κλάμα του δεν θα μεταφραστεί σε πράξη, ούτε το θέλει. Συμβαίνουν κι αυτά. Θα το δεχτεί αυτό ο σπουδαίος, θα κανακέψει από πάνω και το νήπιο με μαεστρία. Όμως η απορία, η δυσπιστία, θα παραμείνει στο βλέμμα του, όπως ο νευρικός γέλως που δεν φεύγει πραγματικά άπαξ κι αρχίσει. Η απειλή υποτροπής σε τσιτώνει.
Το πρόβλημα είναι βέβαια πως οι μύθοι και τα clichés καλά κρατούν. Τα βάζεις όλα στα κουτάκια χωρίς αιδώ, με ραθυμία προκλητικότατη. Σε κάτι κουτάκια που είναι – πράγματι- όσο χειριστικά όσο στενόμυαλα. Ούτε η έννοια του συστήματος σε σταματά ούτε της ακριβείας. Κι αυτό θα στο υποδείκνυαν κι οι τρεις, μέσα ή έξω απ’ τα κουτάκια τους. Κατάταξη επιδερμική, φτηνή όπως οι στήλες καλλονής φυλλάδας lifestyle δημινιαίας. Που και που ενέχουν και οι στήλες αυτές έναν τόπο κοινό ομορφιάς. Αλλά είναι από την μοίρα τους μικρές, αναλώσιμες. Πάντα τις κοίταζες με κακόπιστη δειλία. Ποιο είναι το δείγμα σου, τα δεδομένα σου, οι πηγές σου; Μήπως έτυχε απλώς να έχεις τρεις ανθρώπους στο μυαλό, τις οίδε πώς σου κόλλησαν, και έφτασες να παρουσιάζεις τα πορίσματα ως διατριβή ακέραια; Με αξιώσεις καθολικές; Καλύτερα μην απαντήσεις. Μέχρι κι εσύ διαγιγνώσκεις ανώδυνα την έκταση της αυθαιρεσίας. Αυτή η τυπολογία όμως έτυχε να σου δοθεί. Εμπειρικά. Πώς αλλιώς να το πεις, αυτοί σού έφεραν ανησυχία. Και έναν τύπο πόνου ιδιόρρυθμο. Δεν κάνεις ανάλυση κοινωνιολογική. Και αυτοί οι τύποι δεν είναι τόσο νοικοκυρεμένα διακριτοί ούτε και τόσο ξένοι. Οι σπουδαιότητές τους ενίοτε μπλέκονται και τότε δεν έχει σημασία ποιος λέει τι. Θα μπορούσαν και οι τρεις να βρίσκονται στην ίδια μεριά του διαλόγου. Για την ώρα (όμως) τουλάχιστον δεν κινδυνεύεις. Από έναν σπουδαίο που θα υπογραμμίσει τις ελλείψεις, τα κενά, τις ασυνέχειες, συν την σαθρότητα της θεματολογίας. Οι λεπτομέρειες, οι τόνοι εκλέπτυνσης, θα μπουν στις υποσημειώσεις (θα του πεις), άμα δεν βαρεθείς αφόρητα στην πορεία. Ο χρόνος πιέζει. Και η περίοδος χάριτος εκπνέει χαρωπά, αδιάφορα. Σχεδόν εκτός κόσμου.
Τώρα κανονικά θα πρέπει να διαλέξεις. Τι θα γίνεις εσύ και ποιος από τους άνωθεν εγγυμονεί τις ήσσονες απώλειες. Αφού την απώλεια την παίρνεις a priori για κακό. Ο δεύτερος, ο élégant σπουδαίος, θα έλεγε πως η απώλεια είναι μία πηγή αφαίρεσης ή γνωριμίας κι ο πρώτος ίσως πέταγε έναν πικρόγλυκο αστεισμό. Για να θολώσει τα νερά. Ο τρίτος στ’ αλήθεια δεν ξέρεις. Ένας σπουδαίος άλλος, αγαπητός ιδιαίτερα, προέβη σε παράκληση θερμή μην τυχόν πεις ή γράψεις κάτι μελαγχολικό για τον επικείμενό του θάνατο — αφού θα είχε συντελεστεί. Ζήτημα ημερών. Δεν θα ήθελε συναισθηματισμούς τέτοιους, cheesy κάπως, για να μην πούμε μικροπρεπείς. Εκεί όμως έθεσες το όριο. Απαντώντας με διφορούμενη αποφασιστικότητα. Ότι θα αντιδράσεις όπως θέλεις. Άλλωστε ο ίδιος τίποτα δεν θα δει ούτε θα καταλάβει. Αυτό είναι σαφές. Αν οι σκηνικές του οδηγίες είναι μέρος της ψευδαίσθησης πως κάτι θα μπορεί ακόμα να ελέγξει, αφού θα έχει γίνει εκλιπών, το δέχεσαι, δήλωσες, και το κατανοείς. Όμως δεν πρόκειται να τις εκπληρώσεις — αυτή είναι η δική σου ψευδαίσθηση πως ο εκλιπών θα σε ελέγξει όντως, να δει άμα τις ακολούθησες. Τις σπουδαίες του οδηγίες. Να λοιπόν που κάπου συγκλίνετε. Εσύ που φοβάσαι ακόμα τις άσχημες σκέψεις και έναν κατάλογο με όλα τα δεινά τον έχεις πρόχειρο, μάλλον απέχεις πολύ. Να διαλέξεις όμως – κάποτε- πρέπει. Γιατί και αυτό το παρατεταμένο moratorium το πολύπαθο που εις πρόθυμος φωστήρ θα επεκαλείτο είναι πολύ κατώτερο των περιστάσεων.
Μα δεν θυμάσαι ακριβώς πώς έφτασες σ’ αυτό το κάπως στρεβλό σημείο. Πού βρέθηκαν αυτοί οι τύποι γύρω σου, γιατί τους μνημονεύεις; Επίσης πότε τους είδες όλους αυτούς; Σίγουρα κάποιοι σού ξέφυγαν. Υπάρχουν και άλλες κατηγορίες σπουδαίων. Όπως επίσης υπάρχουν και συνδυασμοί, υβριδιακές συναντήσεις. Μα πάλι, πώς σου κόλλησε αυτή η ιδεά να μελετάς διαγράμματα σπουδαιοπρέπειας; Να δρέψεις μια δάφνη δεν είναι το διακύβευμα. Όταν μιλάμε βέβαια για αξιώματα της σειράς. Επιτυχία τρέχουσα, διθύραμβους στα έντυπα της οικουμένης. Κοσμικές δεξιώσεις και υψηλές συναναστροφές. Εμείς, όμως, σε άλλες, πιο ιδεατές, σφαίρες κινούμαστε. Όχι γιατί τα πρώτα τα έχουμε, ντε και καλά, στην τσέπη. Είναι απλώς μια τάξεως διαφορετικής, περισσότερο μετρήσιμης, λιγότερο abstract. Για να το πεις πιο αληθινά, το κόλλημά σου έτυχε να είναι άλλο. Ακατόρθωτο. Η σπουδαιότητα εξάλλου δεν θα ήταν και τίποτα το τρομερό άμα δεν είχε διακριτή ιεραρχία. Τις δικές της snob προτιμήσεις. Τους δικούς της ενδοκανιβαλισμούς. Αν δεν μπορούσε να διακρίνει (και να αποτάξει ή να χλευάσει έστω) την κοινωνική πλήρωση, ό,τι γενικώς ταυτίζεται με τα μάτια και τις ροπές του πλήθους, από τον δικό της, υπεριπτάμενο και αει-λανθάνοντα, εαυτό. Ποιος άραγε σου υπέβαλε αυτές τις μεγαλοστομίες; Ξένες κάπως ακούγονται, και όμως δεν τις έχεις αντιγράψει.
Και έπειτα είναι η απορία. Των ανθρώπων που δεν έχουν ακόμα χωνέψει περί ου ακριβώς ο λόγος και προς τι ο αψεγάδιαστα αυτός ελεγχόμενος πανικός. Που θα μπορούσε να ομοιάζει μακρόσυρτο μουρμουρητό γεροντοκόρης (τι της φταίει δεν έμαθε ποτέ) αν δεν το σώναμε στα σημεία. Αυτό που θα γίνεις θα είναι μόνο για έξω ή και πραγματικά; Ερώτηση taboo. Θα παίρνεις μεγάλη χαρά από τον τρόπο που οι άλλοι (οι σπουδαίοι δηλαδή) σε κοιτούν και ίσως ακόμη μεγαλύτερη από τον τρόπο που τους βλέπεις να σε κοιτάζουν. Και τούτο θα επεκτείνεται και όταν δεν είναι κανένας παρών, ούτε καν το δικό σου, γνώριμο πλέον, κι αν όχι στάσιμο, είδωλο. [Σε ύστατη προσπάθεια διατήρησης μίας αξιοπρέπειας, ίσως οι δύο τελευταίες περιόδοι εκφωνηθούν με επιτονισμό ερωτήσεως. Έχεις χρόνο να το σώσεις έως την έσχατη λέξη και μόνο.] Μίμηση μίμησης και τρις εκάς της αληθείας. Μήπως όμως έτσι δεν είσαι σπουδαίος μα παρτσακλός; Κανείς δεν μπορεί να δώσει σαφή απόκριση, κι ας είναι η ερώτηση ρητορική.
Το σπίτι σου είναι ευρύχωρο και βλέπει στην θάλασσα. Ανοίγεις την πόρτα και λες πως έκανες το άνοιγμα στον έξω κόσμο. Κλείνεις την πόρτα κι ο έξω κόσμος δεν ξεκολλάει με τίποτα. Αυτό είναι μια άνιση συγκυρία. Ειδικά όταν το σπίτι γεννάει όμορφες στιγμές και σαν να διαθλά τις πλάνες της μονιμότητας. Όπως η βαριά μουσική να βγαίνει σταθερά, έτη ολόκληρα, απ’ το γραφείο, ορχηστρική και παντέρημη, παντού γύρω σημειώσεις, χειρόγραφα, σύμβολα ακατάληπτα μα όλα τους με καμπύλες θελκτικές, θυμίζοντας την αίσθηση της πρώιμης θηλυκότητας στα μάτια του αμαθούς. Θυμίζοντας παιχνίδι. Στο άλλο δωμάτιο βιβλία με λέξεις πυκνές, πειραματισμούς αποφθεγματικών αξιώσεων και εικόνες ανθρώπων παλιών που πετούσαν, κατά το έθος το πρέπον, κάποιο χαμηλόφωνο citato. Όπερ έγινε έπειτα έμβλημα όλο φωνή κι απανταχού υπάρχον, έως και στα μαγνητάκια των ψυγείων, τα τόσο άθλια. Δεν τους ρώτησε κανείς. Νοιώθοντας πως περνάς την διαχωριστική γραμμή δυο νοερών συμπάντων (ή μόνο ένα;) με μια ελαφρότητα τόσο ανάρμοστη που σε γαληνεύει. Ο αέρας του σπιτιού ξεσηκώνει όλο αυτό το άχθος και από καιρού εις καιρόν τα σύνεργα της γνώσης μπερδεύονται, γίνονται ένα κουβάρι παράταιρο που θέλει κηδεμόνα, έναν άνθρωπο σοβαρό να βάλει τάξη. Ενώ σιγά-σιγά ο ήλιος γίνεται κόκιννος και το χρώμα από τα τζάμια της βεράντας βαθαίνει. Δύση λέγεται αυτό και έρχεται σε ώρες τακτές, ξανά και ξανά και πάλι. Η θάλασσα γίνεται μαύρη αλλά ποτέ δεν θα δεις το πιο βαθύ της σημείο. Οι τρύπες στην άμμο έμοιαζαν βάραθρο στα παιδιά που τρέμανε μην πέσουν μέσα, μία καθολική αίσθηση που είχες εντοπίσει παλαιόθεν. Και ακόμη καλά κρατεί. Ακροβατούσαν από πάνω με αγωνία, πού να τις αποφύγουν τόσες και τόσες από τα βήματα των περιπατητών, αλλά στο βάθος γελούσαν. Ήξεραν ότι είναι εντάξει. Σε λίγο άλλωστε θα ξαναδείς την θάλασσα να είναι μπλε, με όλες τις αποχρώσεις και τα συμπαρομαρτούντα. Η άμμος πιο φιλική, στρωμένη ξανά σαν από χέρι. Ο ήλιος δεν θα μείνει βουτηγμένος στα τάρταρα για πάντα, κατά της συλλογικής όρασης την εσφαλμένη εικασία. Τουλάχιστον αυτήν την πίστη στους νόμους της καθημερινής έξης την διατηρείς. Όμως την ώρα της δύσης, στερεύοντας η αβασάνιστη διαύγεια των εντυπώσεων, η σπουδαιότητα της ατμόσφαιρας γίνεται πιο σπουδαία. Το σπίτι όλο βαθαίνει τότε.
Βαθιά-βαθιά δεν θέλεις να γίνεις σπουδαίος, τουλάχιστον μέχρι το κλείσιμο του χειρογράφου. Γιατί όταν αυτό συμβεί δεν θα το βλέπεις μάλλον. Κανείς δεν θα το βλέπει, από αυτούς που αγάπησες, στο παρελθόν και στο μέλλον. Τι να δουν άλλωστε; Πως έφτασες (είτε ασθμαίνοντας είτε με στυλ) στην φυσική προέκταση της ματιάς τους; Αυτό δεν φαίνεται εξ ορισμού. Και ούτε στη διαδρομή πολυαρέσκεσαι γιατί αντιπαθείς την έννοια του τουρίστα. Άλλο που δεν έκανες ποτέ και μια στάση της προκοπής. Ολόκληρη πομπή από transit flights και πάλι αναμονή στον θάλαμο. Που είναι ένα άλλοθι καλό, πώς θα μπορούσες να συνεχίσεις όταν σου επιβάλλεται να αλλάξεις όχημα, σαρκίο, μπαταρία; Τούτη η αναμονή σε φτηνούς, τόσο μίνιμαλ, θαλάμους, είναι τουλάχιστον κάτι. Με τα άκρα σε αμηχανία απέραντη. Αλλά και μιαν αδημονία δαιμονική. Δεν αργείς, δεν ηττάσαι, δεν αποσύρεσαι, σε αναγκάζουν μόνο να περιμένεις. Να το δουν όλοι αυτό, παρακαλώ. Και να καταγραφεί ως αλήθεια.
Μα τώρα βρέθηκες για τα καλά στο πιο ευαίσθητο σημείο. Αυτά που μας λες δεν περνάνε. Είναι ύποπτα και λογικά ασυνεχή. Γεμάτα αντιφάσεις που θα κλιμακωθούν στην συνέχεια. [Ούτε την ‘σπουδαιότητα’ όρισες με επαρκή σαφήνεια. Μια ομίχλη ο στοχασμός σου]. Είτε τα νοιώθεις είτε ‘το παίζεις’ είτε demi (πιάσε τα όλα μέσα για νά ‘σαι καλυμμένος, τάλα). Το ήξερες αυτό από την αρχή, το ήξερες και κατά τη διάρκεια.
Ο πρώτος σπουδαίος έρχεται, ο ανέμελα αριστοκρατικός υπερόπτης. Της τεχνιέσσης αποστασιοποίησης και της sportif φινέτσας. Το ύφος του είναι φιλικό προς ουδέτερο. Με ηχόχρωμα βραχνό, ένρινο ελαφρά και έναν αέρα φευγάτο. Κινείται στον χώρο άνετα, κάποτε αδέξια, σηκώνεται, κάθεται, εισέρχεται, εξέρχεται της αιθούσης, ενώ το βλέμμα του διαρκώς διασπάται, ψάχνοντας ίσως για κάτι αξιοπρόσεκτο στον ορίζοντα. Αμυδρή σου εντύπωση ότι σπάνια το βρίσκει. Ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σού’ ρθει. Το βλέμμα του και ο ίδιος. Καλύτερα να μην δίνεις απόκριση ενόσω ακούς ούτε και στην συνέχεια. Γιατί η ουδετερότητα είναι η πιο επισφαλής δικλείδα. Αυτή που σε πιάνει αδιάβαστο κι αυτή που δεν μπόρεσες ποτέ να χειριστείς με αξιοπρεπώς επαρκή μαεστρία. Από γενέσεως κόσμου το έχεις καταγράψει. Η ουδετερότητα αφήνει πόρτα ανοιχτή σε όλες τις αντιδράσεις. Κι όπως οι πιθανότητες μοιράζονται με μια τόσο ανάλαφρη ψευδαίσθηση égalité, ποτέ δεν θα μάθεις αν κάτι κρύβεται πιο πίσω. Κάποια επιδοκιμασία, κάποιος λίβελλος, κάποια αδιόρατη ειρωνεία είτε και κάτι εν μεταξύ. Η παγίδα των ουδέτερων προδιαθέσεων λοιπόν είναι η οιονεί τους διαφάνεια. Μπορείς έτσι να εμφανιστείς, σ’ αυτόν τον ουδέτερα φιλικό σπουδαίο, από βράχο σοβαρότητας, βεβαρημένο (και ψιλογελοίο ως εκ τούτου) φορέα κουλτούρας, παγοκωλώνα μελαγχολική ή επηρμένη, χαμηλοβλεπούσα του ‘σεις’ και ‘σας’ μέχρι τύπος αφελής, ευχάριστος, πληθωρικός, όλο ενέργεια. Που δεν χαμπαριάζει. Αυτήν την γκάμα την έχεις, έστω και αν τίποτα από αυτά δεν είσαι. Επακριβώς. Μια μόνο εμφάνιση δεν μπορείς να κάνεις, εκείνη που πιο πολύ σκέφτεσαι. Και θα ευχόσουν. Προκειμένου λοιπόν να κάνεις πρόβες χαμαιλεοντισμού δώσε με την σειρά σου μίαν απόκριση, μια πόζα ουδέτερη. Ειδικώς με αυτόν τον σπουδαίο, άλλωστε, δεν μπορείς να ‘σηκώσεις’ την οικειότητα, έστω του κοινόχρηστου χαβαλέ. Γιατί το αγαπάς ιδιαίτερα αυτό το κάπως απροσδιόριστα οικείο καλούπι. Ενός ανθρώπου που ενθουσιάζεται κι απογοητεύεται εξίσου εύκολα, γρήγορα, απλόχερα σχεδόν. Αλλά και δίχως σύστημα ευκρινές. Φοβάσαι τα ζόρικα τεστάκια του, σαχλά όπως είναι. Δεν θα τον πλησιάσεις ποτέ λοιπόν, κι ας είναι αυτό που (λες ότι) θέλεις. Τουλάχιστον φυσική παρουσία. Η παρουσία του στον χώρο σε ταράσσει. Ακόμα. Και έτσι καταφεύγεις σε ένα είδωλο ψύχραιμο, αγγίζοντας ως και τα όρια της κατατονίας, κάθε φορά που φυσική γειτνίαση προκύπτει. Με χαμόγελο συγκατάβασης, μάλλον αφέλειας, και ματιά αλλού κεκλιμένη. Στον τοίχο, στο τοπίο, στο κενό. Το eye contact δεν είναι το ατού σου ούτε και το δικό του. Σε εκνευρίζει μόνο που κάτι τέτοιο θεωρείται ένδειξη αιδούς (με την υποτιμητική της χροιά), αυτό που λέμε ίδιον ‘θεούσας’ στην κοινή. Όταν αναφέρεται σε σένα. Όταν αναφέρεται στον σπουδαίο μπορεί να νοηθεί ως δείγμα αφ’ υψηλού αντιμετώπισης της καταστάσεως. Μπορώ κάλλιστα να σας μιλώ χωρίς να σας κοιτάζω. Τούτο το double standard δεν σε ενοχλεί. Είναι κι αναμενόμενο κάπου. Σε πειράζει το cliché που αιτεί να καρφώνονται αμφότεροι οι συνομιλητές στα μάτια αλλήλλων, εις ένδειξην καθαρότητας, ειλικρίνειας, διάθεσης ανοιχτής. Σαν να έχει χαθεί κάθε άλλος, πιο υποδόρειος, αγωγός ζεστασιάς. Ένας ημι-σπουδαίος άλλος σού έκανε μονίμως παρατήρηση, δηλώνοντας ευθαρσώς πως προτιμά να έχει απένατι έναν τυφλό παρά ένα ζευγάρι βλέφαρα (!). Του άρεσε πολύ αυτό το, αηδές για σε, μότο, το απολάμβανε ολόκληρος όπως το πρόφερε με επίπλαστη αγριάδα. Σίγουρος όντας πως μία τέτοια προσβολή (τόσο λογοτεχνικά άρτια!) θα σου τσάκιζε την αντίσταση, θα σε έριχνε στο φιλότιμο, τι στο καλό; Δεν έπιασε ποτέ. Μα η επιμονή στην απόκλιση των βλεμμάτων είναι τόσο παρεξηγημένη, όσο παρεξηγημένη είναι και η ίδια η συστολή. Την συστολή όλοι οι σπουδαίοι (δηλαδή οι εξής τρεις) την δαιμονοποιούν, παίρνοντάς την ως συνώνυμο του μειξοπαρθενισμού, της μιζεριάς, της κρυψίνοιας ακόμα. Καθώς την συγχέουν με τον καθωσπρεπισμό / την κοινωνική ευπρέπεια. Στον πρώτο σπουδαίο, σε κάθε περίπτωση, αποστρέφεις ατέχνως το βλέμμα. Δεν σημαίνει πως δεν προσέχεις ή πως δεν νοιάζεσαι. Τουναντίον. Γι’ αυτό ακριβώς το ‘τουναντίον’ πρέπει να διατηρήσεις την προσεγμένη απόσταση, το επίχρισμα εκλεπτυσμένης αδιαφορίας που μπάζει από παντού. Αφού με άλλον τρόπο δεν μπορείς να το διαχειριστείς. Δεν είναι υποκρισία. Είναι φροντίδα να μην τσαλακώσεις τον σπουδαίο, όσο μπορείς. Όπερ αυτός μπορεί να έβρισκε γελοίο, ακόμη και επηρμένο, πώς δηλαδή θα μπορούσατε εσείς να με τσαλακώσετε; όμως αυτό δεν φτάνει για να αλλάξει το δικό σου περί λεπτότητας αίσθημα. Τόσο πια ετεροκαθοριζόμενος δεν είσαι. Μείνε λοιπόν αργός. Οι ετοιμόλογες ατάκες είναι χαριέστατες όταν μία εξίσου ετοιμοπαράδοτη έλλειψη συγκίνησης υποβόσκει, δηλαδή φύλαξέ τις για κάπου άλλου. Ο απόηχος των λόγων, η επεξεργασία τους η συναισθηματική, η μετά, είναι δική σου δουλειά και άλλη ιστορία. ‘Κοιτάξτε κάτι, δεν είναι αρκετά έξυπνο το σκεπτικό σας, καταλαβαίνετε; Όχι βέβαια, δεν εννοώ την νοημοσύνη σας, προς Θεού! Στερείται απλώς ψυχαγωγικής πρωτοτυπίας. Δεν έχει αυτήν την ανατροπή, την υπανικτικότητα, την παιγνιώδη αμφισημία. Φερ’ επείν, μας λέτε για την θάλασσα, την δύση, τα δωμάτια του σπιτιού σας… Μας λέτε για τις αναμονές και τις μεταβάσεις σας. Αν υποθέσουμε, καλή θελήσει, ότι ομιλείτε εν πάση περιπτώσει για πρόσωπο υπαρκτό. Γιατί να μας αφορά κάτι τέτοιο; Γιατί να μας αφορά όταν δεν συνοδεύεται από μια καλοστημένη αμφιβολία, έναν γρίφο που θα μας εξιτάρει; Κάποια αλληγορία, που κι αν υφίσταται είναι πολύ αδύναμη… Ο λυρισμός δε που υφέρπει, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες καταστολής, προδίδεται και σας προδίδει. Είναι κακόγουστος, λυπούμαι να πω. Η παρουσίαση, ξέρετε, ο τρόπος εκφοράς, το στήσιμο του θεάματος δεν είναι το ήμισυν αλλά το παν του παντός. Κι αυτό το παραλήρημα περί σπουδαιότητας, ε, είναι λιγάκι αδιάφορο. Σας το λέω αυτό με τις καλύτερες προθέσεις’.
[Έχει εν μέρει δίκιο. Καθώς ακούς τα λόγια του με ένα ποτήρι κρασί ανά χείρας. Το ποτήρι το αρχετυπικό αυτών των περιστάσεων. Αλλά δεν ήθελες να θυσιάσεις τίποτα σε αυτό που λέμε wit. Σε μια ευγλωττία που τόσο γρήγορα ξεθωριάζει. Ίσως γιατί αισθάνεσαι πως ό,τι εκθέτεις είναι τόσο σπουδαίο που δεν θες να χαθεί ούτε ίντσα. Ειρωνικό ελαφρώς, μα δεν μπορούσες να πάρεις το ρίσκο. Να χαντακώσεις την ακρίβεια του νοήματος, του συναισθήματος πρέπει να πεις αφού τα italics πατροπαράδοτα αποτελούν τις ‘γνήσιες’ του συγγραφέα σκέψεις και πάψε να κλέβεις μέχρι και εδώ, σε έναν αστεισμό, σε μια πνευματώδη ατάκα, σε μία ξύπνια ανατροπή. Σκοπός σου δεν ήταν να στήσεις ένα ενδιαφέρον σκηνικό, για να το πεις πιο πεζά. Αν ήσουν πράγματι σπουδαιοφέρνων, θα είχες βέβαια τρόπο βρει όλα αυτά να τα συγκεράσεις. Ήθελες-δεν ήθελες το ενδιαφέρον σκηνικό θα στηνόταν. Aπό μόνο του. Κάτι που άλλωστε μας έλεγαν στα έδρανα του πανεπιστημίου, όταν ευλογούσαν τις περασμένες μορφές σπουδαίων του curriculum, κάτι για αρτιότητα εκφοράς, πραγματολογικό πλούτο, υπερβατική σωματικότητα (!) κλπ. Μα έχεις άλλοθι. Εσύ δεν θέλεις τον σπουδαίο (αυτόν τον τωρινό) να τον εντυπωσιάσεις, να τον θαμπώσεις, να του την ‘βγεις’. Μόνο να τον πλησιάσεις (εξ αποστάσεως). Και μετά τι; Ξεχνώντας αθώα-αθώα πως ο εντυπωσιασμός, ως άλλος φύλακας του καφκικού πύργου, ο μόνος φύλακας, ελέγχει εξολοκλήρου τα δικαιώματα προσέγγισης και εισόδου. Και, το χειρότερο, σε περιγελά (επικινδύνως συχνά). Αυτόν τον σπουδαίο που δήθεν αποδοκιμάζεις γιατί φαίνεται έρμαιο της πόζας και των συμβάσεων. Σαν να στερείται πάθους. Μα τότε, γιατί τόσο πολύ τον υπολογίζεις; Και τόσο κοντά του νοιώθεις με έναν τρόπο παράδοξο; Ξεχνώντας να πετάξεις το πυροτέχνημα. Ξεχνώντας το και αναμένοντας. Ο πρώτος σπουδαίος γυρίζει την πλάτη και χάνεται (όχι για πάντα), με το ποτήρι το νοερό, μοιράζοντας την αίγλη του στους γύρω συνδαιτημόνες.]
Μετά ο δεύτερος, ο αισθαντικός και συνάμα πολυπράγμων τεχνίτης του λόγου. Το ύφος του είναι βλοσηρό και επίμονο. Διανθισμένο με ματιές ερωτοπάθειας, αόριστες, απροειδοποίητες, αυτοαναφορικές, που σου φέρνουν, άθελα, γέλιο χαζό. Και από μια αίσθηση εξίσου χαζού καθήκοντος το καταπνίγεις με ένα τυχαίο φτιάξιμο της κόμης, με κάτι που δήθεν ψάχνεις στο σακίδιο, κατά προτίμηση μια ύλη χαρτική, να αντικατοπτρίζει την κλίση στην διανόηση, που ως άλλη του Καίσαρα γυναίκα δεν αρκείται στην συντροφιά με τον εαυτό της. Έχει και τον αέρα του businessman που αναμένει διαρκώς οδηγίες κι ας είναι της επιχείρησης η κεφαλή. Αυτόν τον αέρα τον κρύβει επιτυχώς. Μόνο κάτι καλώδια, hands-free, ενδοεπικοινωνίες τον προδίδουν. Κοιτώντας τους ανθρώπους σαν στριμωγμένα rendez-vous, αλλά με το απαιτούμενο τακτ, να μην χαλάσει και η περιρρέουσα κομψότητα που ταυτίζεται, στα δικά σου τα μέτρα τουλάχιστον, με έμφυτη, αβίαστη γενναιοδωρία. Καλύτερα εδώ να το ρίξεις στην ευστροφία και μια κάπως κλινική μετριοπάθεια, αρκεί να μην γίνεις δυσάρεστα σκυθρωπός. Μπορείς κιόλας, χωρίς φόβο, να ανταπαντήσεις. Δεν σε μπλοκάρει όπως ο πρώτος, κι ας είναι κατά μέσον όρο περισσότερο αυστηρός. Μάλλον γι’ αυτό. Οι αυστηροί τύποι σε βάζουν στην θέση σου πιο άμεσα. Όταν δικαίως, το παίρνεις το μήνυμα. Όταν αδίκως, αντιδράς. Θαυμάσια. Έτσι κι αυτός, που διεξάγει την εξέταση την τυπική, αν εξαιρέσουμε τις αυνανιστικές ματιές της ερωτικής κράσης του που δεν απευθύνονται, έτσι κι αλλιώς, σε σένα. Και πώς να γίνει, να σε αποκηρύξει ένας Κέρβερος (ή σπασίκλας έστω) στοιχίζει λιγότερο. Από έναν ντελικάτο και αλέγρο τύπο της (σπουδαίας) συντροφιάς. Η εξέταση των άλλων δυο είναι ανεμοπαρμένη, δίνοντας την αδιόρατη ελπίδα φιλικής αποδοχής που αποσυντονίζει. Ο πρώτος με το ευχάριστα ουδέτερο προσωπείο του, ο τρίτος με τον ανήλεα και μόνιμα περιπαικτικό του τόνο. Αφήνοντας έναν ομιχλώδη πολύ υπαινιγμό πως οι κρίσεις τους οι αξιολογικές, οι κεραυνοί της τρομερής τους οξυδέρκειας, μπορεί και να μην αποκλείουν το ενδεχόμενο ανθρώπινης, αυτό που λέμε, συμπάθειας τετριμμένης. Που ούτε καν ξέρεις αν θα την άντεχες. Φευ!
Τα λόγια του δεύτερου σε διακόπτουν, το ηχόχρωμα απαλά ανδροπρεπές και λίγο πρώιμα γερασμένο: ‘Ενίοτε οι λέξεις και οι εκφράσεις σου είναι δυσανάλογα πεζές. Η λέξη ‘κατάλογος’, επί παραδείγματι, δεν είναι ωραία. Θα μπορούσες να την αντικαταστήσεις με τόσες άλλες… Αν αυτό είναι απομίμηση μιας συγκεκριμένης σχολής γραφής, ξέρεις χρήση ευτελών αντικειμένων, λέξεων και καταστάσεων, κάτι σαν art povera ελευθέρα χρήσει του όρου, εσύ το χρησιμποιείς αποτυχημένα. Ξέρεις, επίσης, ελπίζω, ότι προτάσεις πρωτεύουσες ποτέ δεν εισάγονται με ‘που’ και ‘γιατί’. Το ‘γιατί’ είναι σύνδεσμος ερωτηματικός. Όταν χρησιμοποιείται προς αιτιολόγηση οφείλει να αντικατασταθεί με το ‘διότι’ είτε το ‘επειδή’. Οι πραγματικές ωστόσο αδυναμίες είναι πολύ σοβαρότερες. Ο λόγος σου διακατέχεται από ασάφεια και ελλειπτικότητα επιβλαβή που δεν προσφέρουν καν μια (συν)κίνηση γνήσια. Οι ιδέες σου κατ’ επέκταση, δικαιούμαι να υποθέσω, είναι μάλλον υποανάπτυκτες και θέλουν δουλειά. Πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο. Θα σου προτείνα να συνεχίσεις να σκέπτεσαι, αν τόσο πολύ για σένα έχει αξία, και ίσως σε κάποια χρόνια βελτιωθείς. Δεν υπόσχομαι τίποτα.’
[Παρατηρείς πιο κοντά τα αδύνατα χέρια αυτού του σπουδαίου. Όπως κάθεται στο γραφείο με τα βιβλία και τις κορνίζες. Ο ένας καρπός στολίζεται με βραχιολάκι πάνινο, δίνοντας μια αγορίστικη χροιά σε έναν κατά τ’ άλλα μελαγχολικού βλέμματος μεσήλικα. Θυμάσαι μια οικεία εικόνα, καθώς οι διαπραγαματεύσεις έρχονται εις πέρας, έγγραφα ανταλλάσσονται και σχόλια δίνουν και παίρνουν. Την εικόνα ενός ανθρώπου χωρισμένου ανάμεσα σε τρεις χώρες, τρεις γλώσσες, τρεις θλίψεις και συγκινήσεις. Που χάνει πάντοτε κάτι στην μετάβαση. Ποτέ δεν κατάφερες να εντοπίσεις τι. Μα ξέρεις επακριβώς την αίσθηση, αν όχι το αντικείμενο, της απώλειας ή μάλλον της διαρροής. Στο σημείο ακριβώς της μετάβασης που δεν ορίζεται χωροχρονικά, ορίζεται όμως ατράνταχτα κάπου πιο μέσα. Στο παρελθόν, όταν τα σχήματα της διάνοιας ήταν όντως υποανάπτυκτα, παιδική αδεία, και ούτε υπέφεραν από την αγωνία να αναπτυχθούν, ήταν τόσο πιο θηριώδες, αυτό το σημείο. Τώρα φιλτράρεται κομψευάμενα, μα πάλι δεν σε αφήνει ακέραιο. Ποτέ δεν είσαι έτοιμος να μεταβείς αλλά πάντα επιτυχώς μεταβαίνεις. Ωραίο χάσιμο. Σε κάθε τέτοιο μοίρασμα ο σπουδαίος καραδοκεί. Δεν υπόκειται αυτός στις δικές σου χωροχρονικές δεσμεύσεις, τα δικά σου νοσταλγικά φετίχ, τις δικές σου ψευδαισθήσεις ασυλίας. Σε όποια μοιρασιά, κάπου θα βγει μπροστά σου. Και να έλεγες ότι σε κυνηγά; Τέτοιες αστείες εμμονές δεν έχεις. Σαν την κυρία με το κανίς σε μια αγαπημένη πλατεία, που ήταν τόσο ταραγμένη. Μοιρολογούσε μεγαλοφώνως πως ένας παρακαθήμενος σκύλος, μεγαλόσωμος πολύ, είχε ανίερες διαθέσεις για το σκυλάκι της. Εκεί που ήταν ξαπλωμένος, ο σκύλος-βιαστής, εμπόδιζε της κυρίας την απόδραση, αφού έπρεπε να περάσει έμπροσθεν. Και έλεγε στο σκυλάκι της και στον εαυτό της, ρυθμικά ‘Αχ, πώς θα φύγουμε τώρα;’ ‘Αχ, τι πάθαμε!’, ρίχνοντάς σου επανειλημμένες ματιές τραγέλαφου. Ο σκύλος ο μεγάλος όμως ούτε καν είχε γυρίσει να κοιτάξει. Το βλέμμα του ξεκουραζόταν με ολύμπια αδιαφορία, στραμμένο κάπου αλλού, στον κόσμο του. Στην χαρακτηριστική κενή ονειροπόληση. Της το επεσήμανες τελικά με ευγένεια, έκανες στον μεγάλο σκύλο λίγα χάδια αντιπερισπασμού (αχρείαστου παντελώς) και η κυρία πραγματοποίησε έξοδο. Εσύ δεν θα την πάθεις έτσι. Να βλέπεις απειλές και επιθέσεις, ενισχυντικές της φιλαρέσκειας στο βάθος. Αν ο σκύλος ήταν ολύμπιος μία, ο σπουδαίος είναι εκατό. Αυτό του το αναγνωρίζεις. Απλώς η δύναμή του, η εποπτεία του, διαλανθάνει. Δεν φταίει αυτός ούτε το ζήτησε.
Οι πεζές λέξεις, απαντάς, είναι επιλογή σου. Είναι σημαίνουσες και πλήρως συνειδητές. Οι ιδέες σου, οι σκέψεις σου μπορεί όχι. Το αυτό για τις συντακτικές παρασπονδίες. Και η δισυπόστατη φύση του Λόγου είναι τεράστιο θέμα. Δεν προτίθεσαι να κάνεις μαζί του μάθημα δημιουργικής γραφής. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός. Έπειτα σηκώνεσαι και ασπάζεστε σταυρωτά.]
Ο τρίτος έχει άλλους μηχανισμούς θέασης και αμύνης. Αν, υποθετικά μιλώντας, δεήσει να συγκεντρώσει την φύσει αφηρημένη προσοχή του ίσως εκείνος δει, κατά τρόπο πολύ παράδοξο, έναν υπαινιγμό ουσίας. Αμελητέας για τα μέτρα του, αλλά θα την δει. Αντιλαμβάνεται τα βασικά της ανθρώπινης φύσης γιατί πάντοτε στέκεται λίγο πιο έξω. Τα πιο πολλά της τερτίπια του φαίνονται ξένα, ασυνάρτητα, ‘αέρα πατέρα’. Βλέποντάς τα λοιπόν από μακριά, στα επιστρέφει σε μέγεθος σμικρυμένο. ‘Μου λες 100, αλλά εγώ κρατώ το εξής 1’. Επίσης λέγοντας με χαμόγελο πολύ (πάντα) γλυκό, πως κόβει το 40% από την ανησυχία ή τον φόβο που ποτέ δεν του εκθέτεις λεκτικά. Τα συνάγει όμως από το ύφος σου, τον τόνο της φωνής, τον τόνο της γραφής. Όχι γιατί είσαι αμετροεπής, απλώς πνίγεσαι συχνά σε αυτήν την παροιμιώδη κουταλιά. Νομίζει. Το 40 είναι πολύ, αισθάνεσαι, ας κόψει τουλάχιστον το 20. Αν πρέπει ντε και καλά κάτι να κοπεί. Δεν θα τα χαλάσετε στα ποσοστά, γενναιόδωροι κι οι δύο είστε. Εμπνέοντας που και που μια μεταφυσική σχεδόν ανησυχία που μπορεί να σε ταράξει για μέρες. Θα ξεχαστεί έπειτα, έτσι ‘φυσιολογικά’. Το ύφος του είναι ζεστό και ευθύβολο. Το ηχόχρωμά του δεν το άκουσες ποτέ πραγματικά ούτε και το γνωρίζεις. Κοιτώντας μέσα στα μάτια με ήπια σταθερότητα, να αίρει κάθε απόπειρα υπεκφυγής γελοίας, που έτσι κι αλλιώς δεν θα επιχειρούσες. Και γενικώς τίποτα δεν θα επιχειρούσες. Δεν χρειάζεται να φροντίσεις πολύ τις αντιδράσεις σου τώρα, αυτά είναι ψιλά γράμματα. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις εκείνος επικεντρώνει στο résumé και την καρδιά της καταστάσεως, σ’ αυτό που του εδόθη να σχολιάσει, να λύσει, να ξεπαστρέψει. Ποτέ δεν αποφάσισες τι είναι χειρότερο, κι ας έχεις αναλαμπές ταλέντου και στα δύο. Η τρομοκρατία τoυ στησίματος ή αυτή της ημίγυμνης έκθεσης. Να το πηγαίνεις όλο ‘γύρω-γύρω’ (δίκην λεπτού χειρισμού που οι κακοπροαίρετοι λένε και δικολαβεία, λογόρροια φιλολογική, φληναφήματα) ή να το πετάς έτσι γυμνό (δίκην συντομίας, ευκρίνειας, ευθύτητας, που το λένε κάποτε και πρωτογονισμό). Κάθησε λοιπόν όσο μπορείς αναπαυτικά ή, αφού τα καθίσματα σού φέρνουν ανία, μπορείς (ακόμα) και να βηματίζεις. Είναι κι ο ίδιος τύπος περιπατητικός. Και αν φανεί ότι αυτός μιλά εκτενέστερα των άλλων δύο, με προτάσεις μακροσκελείς, λίγο kitsch ενίοτε, είναι απάτη, σύμβαση θεατρική, καταχρήσει του όρου. Δικές σου προβολές, κι οι όποιες κακοφωνίες δικές σου. Τυγχάνει απλώς αυτόν εδώ, τον τρίτο, να τον προβλέπεις ευκολότερα, να τον μιμείσαι ευκολότερα στο ‘πώς θα ήταν αν’, να τον αγαπάς ευκολότερα ή έτσι να νομίζεις. Και ας του μοιάζεις το ήσσον. Είσαι βέβαιος πως δεν θα έλεγε τίποτε από τα παρακάτω όσο βέβαιος είσαι ότι δεν πέφτεις έξω. Που τον βάζεις να τα πει. Στην πραγματικότητα την σωστή, ο τρίτος είναι λακωνικότερος όλων. Απεχθάνεται δε να δίνει κρίσεις και συμβουλές. Δεν του πάει. Χαριστικά μόνο γνωματεύει εδώ, δίκην συμμετρίας. Άλλωστε αυτός ο τύπος υπονομεύει (ερήμην) την ίδια την έννοια της σπουδαιότητας, αφού δεν είναι προσκολημμένος τόσο στην διαπροσωπική οπτική. Κι η σπουδαιότητα, νομίζεις, είναι κατ’ εξοχήν προσωποκεντρική εφεύρεση, μα όχι λιγότερο σπουδαία λόγω αυτής της ιδιότητας. Σαν να διαισθάνεται το αναλώσιμο, την ορθή αναλογία, της καταστάσεως. Που γίνεται στα χέρια του υπέροχος ανεξαρτησίας θώκος. Στα δικά σου γίνεται άχθος. Γι’ αυτόν λοιπόν έχεις ήδη χάσει το παιχνίδι, και αυτόν μαζί, λόγω της φύσης της ίδιας του προβληματισμού σου. Από την αγωνία σου και μόνο να ακούσεις το πόρισμα, το δικό του ή του όποιου-καθένα σπουδαίου (αντί να ασχολείσαι με τίποτα πιο σοβαρό. Γιατί υπάρχει και αργοσχολία συναισθηματική). Αυτό το έχεις αποδεχθεί.
Ο σπουδαίος τούτος ποτέ δεν σου μιλάει ‘σοβαρά’ — είναι κι αυτός ένας περίεργος τρόπος αφοπλισμού σαν την ουδετερότητα. Στο λέει κιόλας κατά πρόσωπο μες στην καλή χαρά, ‘δεν μπορώ να σε αντιμετωπίσω σοβαρά εσένα (όσα ‘σοβαρά’ πράγματα κι αν κατορθώσεις, το υπονοούμενο διαγράφεται), δεν μου βγαίνει.’ Στο οποίο απαντάς με ένα μουδιασμένο μα όχι μνησίκακο χαμόγελο αμηχανίας. Τι άλλο; Ούτε είναι προσωπικό. Επεκτείνεται, αυτή η έλλειψη βαρύτητας, και αγκαλιάζει (από απόσταση) ό,τι εσύ αντιπροσωπεύεις. Τις ιδέες του, βέβαια, τις βλέπει σοβαρά, με αφοσίωση και συνέπεια (μαρξισμούς, αθεισμούς, υλισμούς και άλλα ιδεολογήματα πολλά που τα κρατεί με ζέση), όπως και τους συντρόφους που αγαπά. Δεν παίρνει αψήφιστα τους πάντες και τα πάντα. Ή όταν του θέτεις ερωτήσεις λογικές και ζητούμενα, απαντά με ακρίβεια χειρουργού. Σε όλα τα υπόλοιπα, τα πιο τετριμμένα, δεν σε βλέπει ως μονάδα υπολογίσιμη, εσένα ειδικά. Και είναι κάπου αναμενόμενο, αφού ο αέναος αστεισμός είναι, μεταξύ άλλων, η πιο απαλή μέθοδος αποκλεισμού της οικειότητας. Δοκιμασμένο. Εναλλακτικό σχέδιο αποκλεισμού θα ήταν να γίνει ο σπουδαίος αγριάνθρωπος. Που όμως είναι εκτός συζητήσεως. Αφού δυσκολεύεται αληθινά να απολέσει την ψυχραιμία άμα και την υπομονή του. Συν και έναν αέρα αποχής από τα μικροξεσπάσματα των ατόμων που κατατρύχονται από μικρότητες και δήθεν ευγενείς ανησυχίες. Θα σου απαντά στο διηνεκές με χαριτωμενιές, αδιόρατες ειρωνείες, πειράγματα, σατιρικές προσβολές, τεστάκια ετοιμότητας, ευφάνταστα nick-names (που κορυφώνονται όταν νομίζει ότι τσιμπάς). Μπορείς άνετα να κάνεις το ίδιο. Θα του άρεσε δη. Όμως από αντίδραση είτε προς χάριν ποικιλίας είσαι τα μέγιστα επίπεδος, αν όχι και βαθύτερα συμπαγής, απέναντί του. Η στάση έτερου ενδυναμώνει την στάση εκατέρου. Όσο και αν μιλάτε χαλαρά, χρησιμοποιώντας λέξεις κοινόχρηστες, κάτι μαζικό χάνεται στην επικοινωνία. Όταν πολύ παλιά, στα πρώτα στάδια εκμάθησης της Ελληνικής, έγραφες κείμενα αρειμανίως που ουδείς έπρεπε να δει, τον ρώταγες πού και πού ‘με τι ι γράφεται αυτό;’ ‘Ποια λέξη;’ ανταπαντούσε. ‘Να μην σε νοιάζει, πες μου μόνο με τι ι γράφεται’. Ακόμα δεν έβλεπες λογική σύνδεση μεταξύ της ορθογραφίας του φθόγγου και της γνώσης της λέξης. Ούτε άκουγες κουβέντα όταν προσπαθούσε να σου εξηγήσει εν μέσω γέλιων δύσπιστων (αδυνατώντας να χωνέψει το μέγεθος της αήττητης ανοησίας) ότι το ένα προυποθέτει το άλλο. Νόμιζες πως πήγαινε να σε εξαπατήσει, να σε μπερδέψει για να του αποκαλύψεις τελικά το περιεχόμενο της γραφής. Ή έστω μια λέξη της. Μπροστά σε αυτήν την σουρρεαλιστική και επίμονη απαίτηση, σου έλεγε στην τύχη τελικά, ήτα, γιώτα, ύψιλον. Εν κενώ. Ούτε τουλάχιστον κοίταζε με τρόπο το κείμενο, από θέμα αρχής. Με το τυπικό του αριστοτεχνικό μείγμα τρισεύγενης διακριτικότητας και στυλάτης μα όχι υποκριτικής αδιαφορίας. Έτσι προέκυπταν ορθογραφικά τερατουργήματα πλείστα. Αυτό το στιγμιότυπο αποτυπώνει εύστοχα την απόσταση που σας χωρίζει. Ο ένας έχοντας την λέξη, ο άλλος την (δυνητική) ορθογραφία της. Όμως η ένωση δεν γίνεται ποτέ επιτυχώς. Δεν αρκεί.
Μπορεί να είναι και αστείο. Όπως σε μια βορεινή επαρχιωτική πλατεία, μεσημέρι χειμώνα, ψυχή γύρω. Περιμένοντας τους συνταξιδιώτες, ψευτοδιαβάζοντας. Ξαφνικά πρόσεξες μια καθιστή φιγούρα στην άλλη μεριά της πλατείας. Σου έκανε νόημα να πλησιάσεις. Και μια φωνή ίσα που ακουγόταν. Πλησίασες. Ήταν ένας υπερήλικας, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Με 2 χαρτονομίσματα των δέκα χιλιάδων δραχμών στο χέρι, ελαφρώς τρεμάμενο και προτεταμένο. Όταν φτάνεις δίπλα του, ρωτά ‘Μήπως μπορείτε να με εξυπηρετήσετε;’ Είχες ξαφνική και ακλόνητη βεβαιότητα πως θέλει τσιγάρα. Πολύ φυσικό φαινόταν ότι θα δυσκολεύεται να πάρει τα πόδια του ως το πλησιέστερο περίπτερο. Τον οίκτιρες κιόλας που νόμιζε, ανιακός σίγουρα ων, ότι χρειάζονται χιλιάδες 20. ‘Ναι βεβαίως, τσιγάρα θέλετε;’ ‘Όχι, να με εξυπηρετήσετε.’ ‘Ναι, το κατάλαβα. Τι εξυπηρέτηση θέλετε;’ Επαναλαμβάνεις πιο αργά. Ότι αυτός έχει και καλά το πρόβλημα αντίληψης. ‘Να κάνω πράξη.’ Σταματάς λίγο. Μέχρι να προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις, σε χιλιοστά δευτερολέπτου, σε κοιτά λίγο πιο έντονα, από πάνω ως κάτω, λέγοντας: ‘Εσείς μάλλον δεν μπορείτε να με εξυπηρετήσετε, μήπως ξέρετε καμια γυναίκα για να κάνω πράξη; Εκεί πια δεν μπορείς να συγκρατήσεις τα γέλια, σε πλήρη αιφνιδιασμό και από του υπερήλικα το αίτημα, το αρθρωμένο με αυτό το κλινικό λεξιλόγιο, και την ταυτόχρονη πόρτα που σου έριξε. Δύο στα δύο. Η φυσικότητα και η αφοπλιστική ευθύτητα του γέρου δεν αφήνουν περιθώριο για obscenity. Και τι άλλο να πεις; ‘Δεν ξέρω κάποια γυναίκα, δεν είμαι από εδώ. Γεια..’ Ο σαρκασμός του τρίτου σπουδαίου δεν έχει βάθος. Ξέρει πως είναι κι αυτό ένα δευτερεύον, ας το πούμε, στολίδι του ανθρώπινου πνεύματος, ευχάριστο, ανώδυνο, καλοντυμένο και chic. Έχει το δίκοπο avantage της επιείκειας. Την παγίδα ότι ποτέ δεν θα προέβαλε ρητές αξιώσεις, το laissez faire. Όσο κι αν κοροιδεύει ό,τι συναισθηματικώς ή διανοητικώς περιττό, σταματά έγκαιρα όταν του δείχνεις ότι αυτό το περιττό το θέλεις. Ή πως καμιά φορά έρχεται και στρογγυλοκάθεται ανάρχως, κόντρα στην δική σου θέληση. Ακριβώς δίπλα σου, μπροστά σου, παραπλεύρως. Δεν προβάλλεις και την μεγαλύτερη των αντιστάσεων, έχεις μια έφεση στο περιττό.
Κάτι αρχαιοπρεπείς λεξούλες, μόρια σε αχρηστία, σφραγίζουν την ομιλία του, κατάλοιπα ενός υπόβαθρου άλλου. Όπως εκείνο το ‘καίτοι’ που μπορεί να σου πήρε και 13 χρόνια για να μάθεις τι επιτέλους σημαίνει. Και οι αυθεντικές καταλήξεις των συνηρημένων που ακούγονται αστείες στα σύγχρονα ώτα, και επάνω στον τρίτο σπουδαίο ειδικά. Γελά κι ο ίδιος όταν του το επισημαίνεις. ‘Καταλαβαίνω πως κάτι θέλεις να πεις, κάτι σε ιντριγκάρει, αλλά πρέπει να βρεις μια λύση. Μην αναλύεις εξαντλητικά, αν μπορούμε τόσο να ευτελίσουμε το ρήμα, πράγματα άχρηστα. Το ζήτημα είναι πώς θα προχωρήσεις. Όπου εσύ αγαπάς. Τι νόημα έχει να ‘τρίβεσαι’ σε αργόσχολες φλυαρίες ή, κατ’ ευφημισμόν, συλλογισμούς; Αυτός ο εγωκεντρισμός είναι αστική πολυτέλεια, καταφύγιο θα έλεγα, που αποπροσανατολίζει τον νου. Του ρουφά την δημιουργικότητα. Όσο κι αν έχει μια πλάκα. Κάνει τα άτομα, για να το πω πιο ωμά, μικρονοικά και μυγιάγγιχτα. Κι ας μοιάζουνε τόσο άψογα βολεμένα, σαν τους ενοίκους αμερικανικού κουκλόσπιτου. Μαθαίνουν να αφήνονται και χάνουν δια παντός την πολυπλοκότητα και την ευγένεια της ύπαρξης. Υπάρχουν ερωτήματα άλυτα. Αλήθεια στο λέω. Ούτε ο πιο προωθημένος νους δεν δύναται – ακόμα – να τα προσεγγίσει. Όσο και αν μπαίνεις στον πειρασμό δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με αυθαίρετους συνειρμούς, fantaisie ερμηνείες, σχήματα λόγου, ονειροπολήσεις ράθυμες. Κι ας είναι πανέμορφη η θεωρία που συλλαμβάνεις, σωστό κομψοτέχνημα. Τα ερωτήματα που σου λέω είναι ανελεύθερα, λοιπόν, ολοκληρωτικά. Όπως είναι αθέατα, και οι απαντήσεις τους επίσης. Αν τα κοιτάξεις για λίγο κατάματα, εννοώ να τα κοιτάξεις σοβαρά, θα σου μείνει μια γεύση κενού. Στην αρχή. Έπειτα όμως δεν θα ησυχάσεις. Σου αφαιρούν τις βεβαιότητες, τις ματαιότητες, τις μικροματαιοδοξίες μία-μία, για να σου δώσουν σε αντάλαγμα μία απρόσκοπτη έκταση. Η σκέψη σου τότε δεν θα δυσφορεί πουθενά. Κι ας έχει αποδειχθεί ανεπαρκής, αδύναμη, πεπερασμένη. Μέσα από την επίγνωση και μόνο των περιορισμών της σου ξεκλειδώνει εξαίσια θύρα συγκίνησης, πείσματος, δημιουργίας. Όχι πως οι καθημερινές χάρες δεν θα σου δίνουν απόλαυση, εν μέσω αυτού του φοβερού θύσανου. Πολύ μάλιστα. Όμως με μια ποιότητα άλλη, που δεν μπορώ επακριβώς να περιγράψω. Κάποιους τους οδηγεί σε κυνισμό, υστερική ισοπέδωση των πάντων, πώς ακούς στις εκλαικευμένες και κακόηχες εκδοχές της ‘αλήθειας’: ‘τι είναι ο άνθρωπος, ένας κόκκος αστρόσκονης!’, όμως μιλάμε για μειοψηφία. Δεν είναι ωραίο να ρέπει κανείς σε καταστροφολογίες και μελοδραματισμούς. Άλλο να ξέρεις στοιχειωδώς την θέση Σου στον χώρο, άλλο να σοκάρεσαι, κουνώντας το κεφάλι με έκπληξη, με έμφαση. Οπόταν κάποιος σου θυμίσει, εν μέσω κουβέντας χαλαρής, πως ο απόλυτος ανθρωποκεντρισμός, η άνευ όρων βύθιση στα εδώ, τώρα και λίγο παραπέρα, όσο που να μην κουράζεται κατά τι περισσότερο το μάτι, δεν είναι η μόνη ή αυτονόητη προκείμενη του συνόλου. Για να γυρίσουμε στο θέμα σου: Η τέχνη, η επιστήμη, ο λογισμός, το απλό άφημα είναι υπέροχα. Αλλά αυτό που εσύ κάνεις είναι μια ανακύκλωση, μια εξαντλητική πελαγοδρόμηση που δεν σε τιμά. Πουθενά δεν ανήκει. Κλείσε το αυτό το ‘κοράνι’ τώρα και ξεκίνα. Μην χάνεις άλλο χρόνο, άλλη φαιά ουσία, άλλο… Και, επιτέλους, πάψε να δίνεις έμφαση τόση πολλή στις ανθρώπινες αντιδράσεις και κρίσεις. Στα επιμέρους. Αυτό είναι δείγμα ανασφάλειας, και αντιπαραγωγικό. Το επιφανειακό je m’ en fous που (κάποτε-κάποτε) σου βγαίνει δεν πείθει για το αντίθετο. Πάντοτε υπερτιμούσες πράγματα σχετικά, όπως η αξία της διάρκειας. Της διάρκειας της ηδονής δηλαδή, της διάρκειας του ‘καλώς κείμαι’. Πριν αρχίσεις καν την ηδονοποιό δράση, η επίγνωση του επικείμενου τερματισμού σού έφερνε θλίψη. Μπορεί και να μην το κάνεις πια. Δεν σου ζητεί κανείς να τετραγωνίσεις τον κύκλο. Ίσως να μην σου ζητεί και τίποτα. Εσύ φαίνεται να το ξεκίνησες. Αν τα βρεις σκούρα, μην πεθάνεις. Παράτησε όλους και όλα. Επιστρέφεις όποτε μπορέσεις. Ξέρω ότι καταλαβαίνεις.’
[Δεν άκουσες τίποτα νέο και με τίποτα δεν διαφωνείς. Ας αφήσουμε την φάουσα του υψηλού οράματος για άλλη μέρα. Ας το αφήσουμε γενικώς.]
Οι τρεις σπουδαίοι εσήμαναν. Ένας παράταιρος Απόλλωνας όλοι, κάποτε πιο ανθρώπινος μες στο λοξό του κυνήγι. Νοιώθεις μια κούραση βεβαίως. Διαρκώς και διαρκώς μια κρίση θα κλείνει την τελευταία σελίδα του χειρογράφου, εκεί άλλωστε πάντα διαβάζουμε το τέλος της ιστορίας. Και άντε μετά να εξηγείς. Πως δεν ζητούσες αυτό, τουλάχιστον όχι πραγματικά, μα κάτι που θα έκανε την σημασία του αμελητέα. Που θα απάλυνε ελαφρώς το φόβητρο των προυποθέσεων. Έστω και αν αυτό είναι λίγο ανέντιμο και κακομαθημένο ίσως. Ούτε το εύγε ούτε το αίσχος ούτε και το καλά. Γιατί και τα τρία παραπέμπουν σε κάτι που φέρνει λύπη. Στον έπαινο, τον οίκτο, την συγκατάβαση. Στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στην χειρότερη, σε φθόνο, απόρριψη και αδιαφορία, όπως στο ‘αδιάφορο το συνολάκι σας σήμερα’. Ακούγεται άκακο, όμως δεν είναι. Δεν κλαυθμηρίζεις γιατί οι σπουδαίοι εσήμαναν λίγο σκληρά. Ο ένας γκρινιάζοντας για αδέξια τεχνική, ο άλλος για ομορφιά κακόπαθη, ο τρίτος για ελαττωματική γνώση ή Λόγο. Αν τα αθροίσουμε όλα αυτά, μάντεψε τι μένει που λειψό να μην είναι. Σου δίνουν άλλοτε και γνωματεύσεις ευοίωνες, θετικές, ελπιδοφόρες. Που υπογραμμίζουν απλώς την επικινδυνότητα, το εύθραυστο της καταστάσεως, της σπουδαιότητας το δισυπόστατο μειδίαμα. Και την δική σου αδυναμία ανάπαυσης, άφεσης, παραίτησης έστω (έννοιες που δεν θα τιμούσες ακόμη και εν κενώ σπουδαίων. Ήταν απλώς έκφραση εντυπώσεων). Η κρίση ούτως ή άλλως δεν αναφέρεται, απαραίτητα, σε σένα. Των σπουδαίων τα λόγια έχουν καθολική ισχύ. Και όσα σου είπαν άνωθεν, πάρε τα σιγά σιγά και ύψωσέ τα στην νιοστί, στο άπειρο που κηρύχθηκε εν τέλει περατό. Στην θέση την δική σου ο άγνωστος χ. Αφού ως πρόσωπο δεν σε βλέπουν. Εσύ όμως εμμένεις στο στάδιο της ιδιωτείας. Κρατώντας, σέρνοντας το πρόσχημα… Μιλώντας για τους σπουδαίους, ενώ – φυσικά- άλλο θέλεις να πεις. Είτε που θα την πάθεις σαν τον Σίσσυφο είτε που κάποιος απρόβλεπτος ελιγμός, ύστατος, θα σου κάνει το πρόσχημα θρύψαλα. Ούτε αυτό το έχεις αποφασίσει.
Άλλωστε τους σπουδαίους σαν κάπου να τους αδίκησες. Στον βαθμό που τους φόρτωσες έναν ρόλο ανεπιθύμητο. Κατά πιθανότητα πάσα, τον βρίσκουν αφόρητα βαρετό. Και δικαίως. Γιατί ας μην πιστέψει κανείς πως οι σπουδαίοι γνωμοδοτούν έτσι, φόρα-παρτίδα. Η προσομοίωση η εδώ οφείλεται στην δική σου επιθυμία αποτύπωσης (και διακωμώδησης δήθεν) μιας επικοινωνίας άρρητης, φευγαλέας. Με τους σπουδαίους, δηλαδή, συνεννοείσαι αυτόματα. Και πιο αλάνθαστα ως εκ τούτου. Ανθώντας ο υπαινιγμός στην θέση του χοντροκομμένου σχόλιου. Κάποτε μόνο δεν αρκείσαι. Νοσταλγώντας την αρθρωμένη, όσο και αν λιγόζωη, στιχομυθία Οι αποχρώσεις του γελοίου που τους απέδωσες, η ειρωνεία που πάνω της έπλεξες την έννοια της σπουδαιότητας, γίνονται μπούμερανγκ.
Το πρόβλημα, ως είθισται, είναι αυτό της ετοιμότητας. Της ετοιμότητας που δίνει στο σώμα το αναγκαίο του περίγραμμα κι όχι της ετοιμολογίας της χαριέστατης, που ως προανεφέρθη νοείται μόνο ως δροσερή ανάπαυλα, επιδόρπιο από φρουτάκια εξωτικά. Υπήρχαν ας πούμε κάποια διλήμματα παιδικά, αυτά των ψυχαναγκασμών. Τι προτιμάτε, την αγάπη ή την εκτίμηση; Θα κάνατε μια πράξη αυτοθυσίας; Αν ναι, πόσο μεγάλη και για ποιον; Τι εύχεστε για το νέο έτος; Και μέχρι κάποιο σημείο αυτά αρκούσαν. Σαν να είχες έτοιμη την απάντηση έπρεπε, μην σε ρωτήσει κανείς ξαφνικά. Και μάλιστα εκτός συζητήσεως. Επινοούσες λοιπόν μιαν απάντηση, όσο πιο επίπεδη τόσο πιο καλά, την αποστήθιζες σεμνά κι ένοιωθες βέβαιος. Το αυτό για τις ταμπέλες τις εφηβικές, τις λίγο πιο ζόρικες. Που τέλειωναν συνήθως σε -ιστής, ρεύματα φιλοσοφικά, σχολές λογοτεχνίας, στάση και άλλοθι ζωής. Λίγο μετά κατέστη σαφές πως τέτοιου είδους διλήμματα είναι κατάπτυστα, συν ότι και στην πράξη δεν βοηθούν (Άλλο που μετατράπηκαν τελικά σε ερωτήσεις του syllabus μεταπτυχιακού τίτλου, τα διάσημα ‘αν έπιανε φωτιά το μουσείο, θα σώζατε τον πίνακα του Rembrandt ή την γριά επισκέπτρια;’, ‘Θα ρίχνατε στις ράγες τον χοντρό άντρα αν μια τέτοια κίνηση θα σταματούσε το τραίνο που είναι on track για να πατήσει πέντε ανθρώπους;’ Καθώς συνθέτεις τις απαντήσεις αναρωτιέσαι αν είναι ανάγκη απόλυτη να μπαίνεις σε αυτήν την διαδικασία. Πώς στο καλό έγιναν όλα ακαδημαικό ζητούμενο, και τόσο δη τεχνητό; Ο πίνακας και η γρια ποτέ δεν θα εμφανιστούν εν πλήρει οντότητι. Και αν εμφανιστούν, δεν θα τα αναγνωρίσεις. Ούτε θα άντεχες. Πρόκειται απλώς για διανοητικό παιχνίδι; Όχι, μην σκέφτεσαι τόσο ακατέργαστα. Θέλουν απλώς να ελέγξουν την θεωρητική σου κατάρτιση, την ποικιλομορφία του στοχασμού, το πώς μπορείς να πάρεις θέση έναντι κάποιων γενικευμένων ως φαίνεται ηθικών ροπών, να δουν πώς ορίζεσαι και οριοθετείσαι, ωφελιμιστής, καντιανός, κ.ο.κ., OK. Είναι αστείο βέβαια που λείπουν τόσοι άλλοι, βαθύτεροι αυτο-ορισμοί. Σε κρίνουν για το φρόνημα και όχι το κατόρθωμα, όπως και οι σπουδαίοι. Σε λίγα λεπτά συνέρχεσαι. Και γράφεις και καλά στο exam από πάνω). Και τόσα άλλα τεχνάσματα που έφταναν να καλύψουν την έλλειψη, τουλάχιστον το κύριο σώμα. Όπως αυτό της παλινωδίας. Από τα πιο μικρά ώς και τα πιο μεγάλα. Μία γυμνή ασυνέπεια που ούτε σε ένοιαζε να καλύψεις. Ένα τελεφερίκ ανέβαζε στο Aiguille du Midi, σε μια αφιλόξενη ομορφιά και κάπως ανατριχιαστική. Πάντα πλαισιωμέμη από σκοτεινά σύννεφα. Στον ήλιο δεν την είδες ποτέ, κι ας λένε οι cartes-postales του εμπορίου. Σε μια ‘βελόνα’ που σαν να μετεωρίζετο, χωρίς έρεισμα, μεταλλική, άσχημη και μόνη. Υψόμετρο ηρωικό, αλλά αυτή γατζωμένη σε μια απίστευτα λεπτή μύτη του βράχου. Σαν να την έβαλε κάποιος εκεί για να της κόβεται η ανάσα. Κι ακόμα εκεί στέκεται. Σου έλεγαν λοιπόν ‘καλύτερα εσύ να μην ανέβεις, μπορεί να τρομάξεις’. ‘Όχι, θα ανέβω’. Ωραία. Δεν προλάβαινε το κόκκινο κουβούκλιο να αφήσει το έδαφος, στην κυριολεξία την στιγμή της αποκολλήσεως, και γινόσουν πιο λευκός από το χιόνι. ‘Θέλω να κατέβω’, έλεγες, απλά, χαμηλόφωνα και επίσημα, χωρίς υστερίες, μα έτοιμος να σωριαστείς στο ψεύτικο δάπεδο. Να κατέβεις βέβαια δεν γινόταν και έτσι υπέμενες την διαδρομή με εγωισμό παραλυμένο, μισό περίπου της ώρας σπασμένο στα δύο. Την επόμενη φορά τα ίδια. ‘Μα την προηγούμενη φορά δεν ήσουν και στα καλύτερά σου. Μείνε στο σπίτι καλύτερα.’ ‘Όχι, αυτήν την φορά είναι αλλιώς. Θα δείτε’. Χα…! Και να υπέθετε κανείς ότι υπέφερες από τις προσφιλείς στους κατοίκους των πόλεων νευρώσεις, κλειστοφοβία, υψοφοβία και τα παρόμοια. Τίποτα. Τα ύψη ειδικώς σε ξετρελλαίναν. Σε όλα μέσα και σε όλα έξω. Ώσπου έμαθαν όλοι να γελούν με αυτό το συνονθύλευμα, όχι χαιρέκακα. Τώρα δεν ισχύουν αυτά. Τώρα που ακριβώς απέκτησες επίγνωση κάθε επιμέρους κινδύνου, τώρα επίσης την βρήκες αυτή την απαιτούμενη συνέπεια. Κι ας εύχεσαι να ήταν το πράγμα αντεστραμμένο. Τώρα έχουμε ένα ή άλλο. Στην άνοδο ανεβαίνεις, στην κάθοδο αντιστρόφως. Στην ευγενή δράση ευγενίζεις, στις εκδηλώσεις αδυναμίας αδυνατείς. Χωρίς νοθείες. Διαγωγή συνεπής, γραμμική και αγέρωχη. Με ψευτουπερβάσεις της ώρας της κακιάς, αλλά στη βάση δεικνύεις ένα εκτόπισμα άλφα. Κι αν είναι ο εαυτός ρέοντα ψήγματα εμπειρίας και στερείται πυρήνος ή εαυτού — εκεί να δεις βιβλιογραφία!– εσύ εμμένεις στην συνέχεια, την συνοχή. Όπως άλλωστε κι οι πιο ένθερμοι υπέρμαχοι της μη-εαυτότητας όπως την μάθαμε στην κλασσική παιδεία, που όμως οχλούνται βαθιά αν γίνουν μάρτυρες ενός μη γνώριμου ειδώλου. ‘Εσύ δεν ήσουν έτσι’, σου λένε. ‘Δεν σε αναγνωρίζω’. Κι αυτοί λοιπόν κι εσύ ο ίδιος έχετε για τα καλά φακελωθεί. Με προσδοκίες και χαρακτηριστικά σαφέστατα. Τα papers τα φιλοσοφικά θα παραμείνουν papers. Ως νεωτέρας. Για να μπορούμε άλλωστε να μαρκαριζόμαστε, πώς αλλιώς θα έβρισκες (και) την κατηγορία του σπουδαίου; Δεν είναι ειρωνεία αυτό.
Κι αυτός ο αποχαιρετισμός δεν είναι παραλήρημα (δυνητικής) μεγαλομανίας ούτε ευθυνοφοβίας κρίση ή ηττοπάθειας εξιστόρηση. Όσο κι αν φαίνεται έτσι. Όσο κι αν φαίνεται μια φοβική ενατένιση. Παραδοχή θαυμασμού μόνο, με την έννοια την αρχαιοπρεπή, θαυμασμός ίσον απορία, ταλάντευση, σάστισμα, αναζήτηση διόδου. Που σε σένα, ω του θαύματος, έφτασε κάπως ετεροχρονισμένα.Μήπως άλλωστε δεν θα μπορούσες να κάνεις το κορόιδο; Ότι τίποτα από αυτά δεν βλέπεις και δεν εννοείς; Άνετα θα μπορούσες. Κι όχι μόνο θα μπορούσες αλλά θα όφειλες. Γιατί το μέγιστο χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας είναι το υπόρρητο της φτιαξιάς της. Αν αυτό το υπόρρητο το κάνεις τόσο ρητό όσο τώρα, διέπραξες ατόπημα σοβαρό. Το έκανες μπακαλική το πράγμα.
Μα έστω κι έτσι, δεν είσαι έτοιμος. Σαν κάποιος να σε έλκει διαρκώς, ή να σε εξωθεί, με τρόπο μάλλον απότομο, από τα πιο μυθικά ώς και τα πιο ηλίθια διαβήματα. Που είναι ολο-δικά σου. Αυτά τα έχει πει και η Μαρία Νεφέλη με όρους πιο μελοδραματικούς (αλλά και πιο όμορφους). Δεν υπάρχει βεβαίως κανένα μυστήριο σε αυτό. Ούτε μεταφυσικές προεκτάσεις ούτε βαθυστόχαστες μεταφορές. Ούτε καν μία χαριτωμένη αποκάλυψη. Δεν υποκρύπτεται ο δεύτερος, ‘άλλος’ εαυτός, πατρογονικές σκιές, αντιζηλίες αρχέτυπες, μενταμοντέρνοι δαίδαλοι και αοριστολογίες (βολικές) τέτοιες. Η ευθύνη σου είναι ακέραιη. Αν ένα βήμα έκανες προτού στ’ αλήθεια το μπορούσες, η αλυσίδα θα σε πάρει μονότερμα. Μετά την πρώιμη ώση ακολουθεί η έγκαιρη έλξη, που συνήθως τραβά ανθρώπους και αντικείμενα στο έδαφος. Όμως αυτός δεν είναι λόγος μεμψιμοιρίας. Και δη λιγότερο, μοιρολατρικής συγκατάβασης. Υπάρχουν τρόποι την ανετοιμότητα να την κάνεις πιο ελκυστική, πιο φτιασιδωμένη κάπως. Αν δεν είσαι έτοιμος να γίνεις σπουδαίος, εντάξει μην εξευτελίζεσαι προσποιούμενος τον βαρύ, μα πρέπει τουλάχιστον να μείνεις στην διαδικασία της γένεσης. Ες αύριον τα σπουδαία, σαν να λέμε. Ώστε να μην χάσεις επαφή με αυτούς που αγαπάς. Και έτσι σε ξέρουν, διότι έτσι τους εμφανίστηκες. Τόσο απλή η απάντηση. Τις απαντήσεις τις άλλες, τις πιο απαιτητικές, τις έγραψες όλες, σε μύριες μορφές και σχήματα αγνώριστα, στα τεκμήρια που μοίραζες εδώ κι εκεί προς χάριν αυτής της γενέσεως. Είπες ξανά και ξανά γιατί το θέλεις αυτό και γιατί το θέλεις εκείνο. Όχι πως τίποτα δεν εννόησες, μην γίνει παρεξήγηση. Πολλά εννόησες. Τα έγγραφα όμως αυτά (γιατί τεκμήριο προφορικό δεν νοείται) ούτε γι’ αστείο δεν καμουφλάρουν την ένδεια αυτού του άλλου επιτεύγματος. Φύλαξέ τα καλύτερα για την σταδιοδρομία. Εκεί μάλιστα, σε βρίσκουμε μέχρι και ‘σωστό’.
Αυτό που θέλεις εν μέσω της σπουδαίας σου προσπάθειας είναι σκέτη και ανηρωική αποδοχή. Όχι όπως αυτήν των ακαδημαικών πονημάτων με τα απανωτά της editings. Όχι σύσσωμου του σπουδαίου κόσμου. Και όχι για πάντα (;). Σκέτη όπως η νοσταλγία για θάλασσα, ακόμα κι όταν την έχεις αντικρυστά. Κατά προτίμηση προ της εφευρέσεως του πλήθους με τα διχαλωτά τσόκαρα και τα βαμμένα νύχια. Όπως μια ελάσσονα που σχηματίζεις στα πεταχτά καθώς περνάς δίπλα στο πιάνο, ή μία τρίλια για τις διαθέσεις τις πιο ελαφρές, έτσι με την άκρη των δακτύλων του αριστερού, ενώ τρέχεις για άλλες δουλειές. Τα ‘διότι’, ‘αφού’, ‘επειδή’, η ανάγκη αιτιολόγησης και υπεράσπισης μιας θέσεως, είναι σωτήρια, μα κάπου μαζεύτηκαν πολλά. Άλλωστε, εδώ δεν μιλάμε για ‘θέση’. Ούτε άρση ούτε διαλεκιτκή σύνθεση ούτε αγώνα λόγων. Τίποτα από αυτά. Το πρώτο δί-λημμα για την ακρίβεια, που λίγο πριν ανέφερες en passant, σαν χάριν παραδείγματος, και ως σπουδαίος-imitation κατέταξες στην σφαίρα του ‘ήμαρτον’, τα συνοψίζει όλα. Και αν το έθετες αμέσως ως έχει, αυτός ο πλατειασμός θα είχε αποφευχθεί. (Πραγματικά, δεν έχεις καθόλου τη στόφα του τρίτου σπουδαίου! Φταίει αυτός μετά να απορεί;) Το δίλημμα δεν υφίσται ως τέτοιο. Είναι ταυτολογία καθαρή. Δηλαδή, κι αυτή ακόμη η σπουδαιότητα δεν είναι δέλεαρ τόσο μεγάλο. Μα σαν οδός και έρεισμα για την κατάφαση. Σιγά-σιγά το κάνεις επικινδύνως εμφανές. Και πολύ, πολύ μόνο.
Το κάνεις κακόγουστο. Τίποτε άλλο δεν σε ενδιαφέρει; Η προσφορά; Ο καθαρός λόγος; Η ιδιωτικώς και γνησίως βιουμένη ανάταση; Η εξέλιξη του γνωστικού αντικειμένου; Η υπουργεία στην σφαίρα της δημιουργίας; Πού είναι ο ιδεαλισμός σου; Τα ευγενή ελατήρια; Εδώ είναι όλα. Δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Ψελλίζεις. Κάπου πρέπει να είναι σίγουρα. Κάπου τα έβαλα. Αλλιώς σε τι διαφέρεις από το άσχημο κορίτσι που κοροιδεύεις επειδή λέει ευθαρσώς ότι πασχίζει να γίνει κυρία καθηγητού και να περιφέρει τον τίτλο σαν λείψανο (η τελευταία προσθήκη περί λειψάνου δική σου); Για να μπορεί να παρουσιάσει στην οικογένεια, στην συνοικία, στο χωριό, στην οικουμένη και στον καθρέφτη της έναν τιμημένο γάμο και ένα στάτους υπολογίσιμο; Όσο κι αν μοιάζει κακέκτυπο παλαιομοδίτικης φαρσοκωμωδίας, αυτό το κορίτσι υπάρχει στ’ αλήθεια και σου έχει εκμυστηρευτεί το μεγαλεπίβολο σχέδιο (που θα στοιχημάτιζες ότι έχει εκλείψει από το συλλογικό ασυνείδητο). Τα μάτια της τότε γίνονται πιο μοχθηρά. Χτυπώντας σου την πόρτα πότε-πότε, αυτήν της προσωρινής σου κατοικίας στον Βορρά, και δεν μπορείς να μην ανοίξεις. Οι κατοικίες οι προσωρινές στερούνται ασυλίας, συν ότι μέσα τους οργιάζει πάντοτε η ανοχή, ένα πολύ επικίνδυνο χάσιμο του οπλισμού, μια απογύμνωση ευαισθησίας βλαπτικής. Εσύ την επιτρέπεις, δεν το δραματοποιούμε. Εν μέσω αυτού του χάσιμου, η ιδιωτικότητα σιγά-σιγά γλιστρά από το μεγαλόσχημο βάθρο που την είχες βολέψει. Και μένεις λίγο υποκριτής μπροστά σε καθρέφτη που κολακεύει. Γράφει ακόμη και στις χαρτοπετσέτες του εμπορίου το επώνυμό της όπως θα είναι μετά την σύναψη του μυστηρίου, διπλό, ένα ελληνικό και ένα ξενόγλωσσο, του αλλοδαπού φερέλπιδος καθηγητή. Ο οποίος δεν έχει ιδέα ότι κάποτε πρόκειται να ενώσει το όνομά του με το δικό της. Φέρνοντάς σου ρίγη δέους για το βάθος της αστοχίας, όταν ειδικώς εμφανίζεται με περίβλημα τόσο ιλαρό. Γράφει το όνομα με γραμματάκια καλλιγραφικά. Κάθε τόσο το όνομα αλλάζει, αλλά η τελετουργία ανθεί. Το θαυμάζει μετά και το προφέρει με περιπάθεια, προβάροντας την μοναξιά της απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Παρουσία ακροατηρίου, γιατί κάποιος πρέπει να μεταλάβει της ανόδου της, προτού αυτή συντελεστεί. Έτυχε να είσαι αυτός, αν όχι ο πρώτος. Προσπαθείς επί ματαίω να την συνετίσεις, οπόταν εμφανίζεται το φαινόμενο της χαρτοπετσέτας, μεριμνώντας να μην την χαλάσεις εντελώς. Να μην αποκρούσεις αυτό το γκροτέσκο θέαμα άτσαλα. Ίσως πάλι απλώς διστάζεις να της πεις ότι αυτά τα καμώματα είναι πανάξια χλεύης και υπεράνω σχολιασμού, ενώ η ίδια ένα παράσιτο, μια μικροπρεπής ύπαρξη, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Η νοοτροπία της σε μιαίνει και σου χαλά την αισθητική. Και μόνο που την μνημονεύεις, χάνεις πόντους στην κλίμακα της ανωτερότητας. Για να μην πούμε της αξιοπρέπειας. Και δεν έχεις και απεριόριστα περιθώρια απώλειας! Κάτι όμως σε σταματά. Δεν είναι φόβος ούτε συμπάθεια και δεν θέλεις να ξέρεις τι είναι. Ό,τι θέλεις είναι να δείξεις πως το παραλήρημά της δεν θα της δώσει χαρά. Διότι, παίρνοντας το πιο απλό, η αυτοπραγμάτωση, που μαθαίναμε και στα εκπαιδευτήρια, δεν μπορεί να εκπορεύεται από πράγματα κενά νοήματος και κενά εαυτού. Το λέει και η λέξη. Και, περνώντας σε απείρως συνθετότερα επιχειρήματα, γιατί να παντρευτείς κάποιον που δεν αγαπάς; Το κορίτσι αυτό δεν το κοροιδεύεις πραγματικά. Το αντιπαθείς. Όμως αν δεν πεις κάτι σύντομα, αν δεν ανακτήσεις και παρουσιάσεις τα δικά σου ευγενή ιδεώδη, κινδυνεύεις να μπεις στην ίδια θέση. Με την διαφορά πως εσύ δεν κοπιάζεις για τον γάμο μετά του καθηγητή. Κάτι τέτοιο έτυχε να σου είναι αδιάφορο. Εσύ θέλεις κάτι ανιδιοτελές. Άλλο φυσικά που η αναζήτηση της άνευ όρων κατάφασης είναι το άκρων άωτον της ιδιοτέλειας. Είθισται απλώς αυτή η τελευταία να παραπέμπει πιο γρήγορα στην οικονομικο-επαγγελματική ευημερία. Κάτι που σε βολεύει δυστυχώς. Έπειτα, για να πεις και μια μαύρη αλήθεια, αγνοείς πόσο διαφορετική είναι η επιθυμία να περιφέρεις τον γαμπρό στο χωριό για να νοιώσεις τον θαυμασμό της ομήγυρης από την περιφορά της αξίας σου στον κύκλο των κοντινών σπουδαίων προς εύρεσην μίας αόριστης κοινωνίας. Χωρίς παρεξήγηση για τους σπουδαίους που μπήκαν στο ίδιο ζύγι με το χωριό. Δεν θέλεις να ξέρεις πόσο μοιάζουν αυτά τα δύο, και ας εφησυχάζεις με την βεβαιότητα πως θα μπορούσες να εκθέσεις ρητορικές διαφορές πλείστες. Αν δηλαδή σε ρωτούσε κάποιος με οξύτητα, ασφαλώς θα μπορούσες να τον αποστομώσεις. Μπράβο. Υπάρχει τουλάχιστον μια διαφορά εξόφθαλμη όσο και καίρια. Εσύ στοχεύεις σε εσωτερική κατανάλωση, στο βλέμμα του σπουδαίου και μόνο. Σε μια αίσθηση που ζητείς χιμαιρικά, κάπως άπληστα, λίγο αδέξια. Ο περίγυρος δεν σε νοιάζει. Σαν όλα να πλέουν σε αεροστεγή, αποστειρωμένο θάλαμο. Γιατί όλο αυτό δεν είναι μια bourgeois ενασχόληση με την αυτοεικόνα, όπως του Ομηρικού Έκτορα, όπως έλεγε, τόσο άστοχα, κάποιος φίλος.
Το αίτημά σου ούτως ή άλλως απορρίπτεται. Εξ ου και δεν συντρέχει λόγος παραλληλισμών και ανομοιοτήτων. Αποδοχή χωρίς ‘διότι’; Πόθεν; Χωρίς την βάσανο της αποδείξεως ούτε εσύ ο ίδιος θα χάριζες. Κάτι. Ευφημισμός ήταν αυτό, έως και ψέμα. Μήπως προσπαθείς να πεις πως θέλεις να εξαιρεθείς; Να λάβεις της αποδοχής χωρίς άλλη προσπάθεια; Μήπως θεωρείς πως ήδη την αξίζεις, έστω και αν δεν κάνεις βήμα από τούδε και στο εξής; Αν ναι, να το ξεχάσεις. Και το ξεχνάς. Δεν θά’ ταν άλλωστε ενδιαφέρον. Να παίρνεις ‘έγκριση’ όποτε, όπως και όσο, στερείται πρόκλησης και γοητείας. Κάποτε μόνο, η πρόκληση, η γοητεία και το how interesting ακούγονται, άγνωστο πώς, κορώνες από σκονισμένο εγχειρίδιο. Μπορούν να σου δώσουν όση χαρά δίνει ένα γεύμα εορταστικό, μια πρόποση ανεπίσημη, μια διασκεδαστική νύχτα που φτάνει στο τέλος. Άντε, και ένα ‘συγχαρητήρια’. Δεν φταίνε φυσικά οι έννοιες οι ίδιες, φταίει η δική σου περιστασιακή παύση. Μια επιθυμία να τα αφήσεις απ’ έξω όλα αυτά, όταν μιλάμε για πράγματα, για πρόσωπα (τόσο) κοντά σου. Κι ας μην τα αφήνεις ποτέ. Αυτή είναι μια καθαρή ένδειξη α-σπουδαιότητας, αν σου επιτραπεί μία ευθεία αυτοκριτική παρεμβολή. Η αδυναμία εκμηδένισης αυτών των όρων όποτε σου κάνει κέφι. Η αγωνία να τους τιμήσεις ακόμα κι όταν κανείς δεν το ζητεί. Κανείς απ’ τους σπουδαίους δεν το βρήκε αυτό, το μεγαλύτερο μείον, κι ας έδωσαν όλοι τους μία πτυχή (μια κριτική) εκλεπτυσμένη. Καμια φορά και τους σπουδαίους τους κοιτάς με μάτι μισό. Με κριτική ακεραιότητα ή ειρωνεία καυστική. Ο πρώτος είναι επιφανειακός, snob, εξυπνάκιας, ο δεύτερος φανφαρόνος και λίγο υστερόβουλος, ο τρίτος πολύ hard-core και εξυπνάκιας επίσης. Το έργο τους λάμπει γυμνό μα ο εαυτός τους όχι. Και εμάς αυτό το δεύτερο μάς ενδιαφέρει. Η εργογραφία συντίθεται κατά μόνας, σε μακρινά της φαντασίας εργαστήρια, στου καθενός το ξυλόγλυπτο secrétaire. Η βιογραφία μπλέκεται στα πόδια σου, αιτώντας προσοχή και φέρνοντας ανησυχία. Εντοπίζεις λοιπόν συχνά, σαν χαφιές αγενής αλλά άσφαιρος, τα ευγενή ή άξεστα πάθη που τους αλώνουν. Ακόμη και έτσι, δεν λες να παραιτηθείς. Κοινωνικό ο άνθρωπος ζώο.
Γι’ αυτό είσαι καλός στο να γεμίζεις σιγά-σιγά τον λόγο σου τον απολογητικό, αυτόν δηλαδή της επεξηγήσεως, έχεις δεν έχεις την δύναμη ανά χείρας. Άλλοτε με ενθουσιασμό, άλλοτε με έξαψη, άλλοτε σχεδόν έτοιμος να απολύσεις το πνεύμα. Από απλή κόπωση ώς υπαρξιακό παροξυσμό. Οι διακυμάνσεις αυτές δεν βλάπτουν. Είναι στο βάθος γοητευτικές. Να τον δείχνεις μετά, τον λόγο αυτό που μοιάζει πάντα πενιχρός, κατώτερος – θα στοιχημάτιζες- των αποθεμάτων σου, με δισταγμό, ελεύθερη αίρεση και προπαντός μεγάλη ησυχία. Διότι αυτό είναι το απόγειο, η πεμπτουσία των σπουδαιότητας όλης που μπλέχτηκε στα στολίδιας της ανεπιστρεπτί και έμεινε πουκάμισο άδειο. Όχι σαν της Ελένης. Το πουκάμισο το δικό μας είναι άδειο καταχρηστικά, απλώς και μόνο επειδή εσύ αδυνατείς να αγγίξεις κάτι πιο μέσα. Κάτι ζεστό και πλήρες που διαφαίνεται όντως. Πιο πολύ προσομοιάζει το παιχνίδι του Ταντάλου. Η πεμπτουσία βρίσκεται στην απουσία αξιώσεων και ρητής συναλλαγής. Το ‘διότι’ και η συνοδεία που θα το απαλύνει δεν πρέπει, δεν μπορεί είναι κραυγαλέα. Ούτε και προιόντα κόπου μετρήσιμου. Δεν μπορείς να πλασάρεις τα βήματά σου εν είδει δειγματολόγιου. Πού ακούστηκε; Πρέπει απλώς να αφήνεις να εννοηθεί ότι τα έχεις. Άλλωστε για την σπουδαιότητα που μιλάμε δεν πιάνουν αυτά τα προσόντα τα σαφή, τα ‘έκανα το άλφα, έκανα το βήτα. Το γάμα και το ωμέγα (!) προσεχώς’. Αυτά ανήκουν στην σφαίρα του σπουδαστή που αποβλέπει σε άμεση συνεργασία. Δεν κάναμε τόση φασαρία για να μιλήσουμε για δημόσιες σχέσεις και (επίδοξους) της καρέκλας κένταυρους. [Αυτά ίσως αλλού]
Οι σπουδαίοι δεν απαιτούν κι εσύ, αν σπεύδεις να τείνεις ό, τι νομίζεις πως θα τους κέντριζε προ των εκλεκτών τους διαδημάτων, είσαι λίγο εκτός. Αντί αποδοχής τότε, θα έβρισκες μια λύπη ακέραιη. Αυτήν που πηγάζει από την αίσθηση πως ό,τι ιδιαίτερα αγαπητό προσεγγίζεται με αβροφροσύνη και αυτο-αποκάλυψη λιτή, είναι-δεν-είναι αγαστό, δηλαδή σπουδαίο. Και αν ακόμη κατόρθωνες να το προσεγγίσεις αλλιώς, με έναν αέρα mudjahedin, με μια διαρκή επίδειξη, όχληση, φιγούρα, με βία ή πόζα δυσανάλογη, όλη αυτήν την ομορφιά θα την ευτέλιζες. Σέρνοντάς την άγαρμπα στα δικά σου μέτρα. Στο τέλος, χωρίς καν να το καταλάβεις, θα είχε προσαρμοστεί τόσο υπόπτως άψογα επάνω σου που όλος ο πόθος θα χανόταν. Ανθρώπους λίγους έχεις γνωρίσει τέτοιους. Που πέφτουν απάνω στο θήραμα το ποθητό και το ενοχλούν με χαζές προφάσεις αλυσιδωτές. Και όλα τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας. Όλα πλάγια, και όλα τόσο ‘στο πιάτο’ ταυτόχρονα. Αν τους πιέσεις ελαφρά σε οιαδήποτε κουβέντα, αν γίνεις αυστηρός, μπορεί να ξεσπάσουν σε κλάματα και μετά θα ψάχνεις μέθοδο να τους καθησυχάσεις. Γιατί δεν αξίζει, ούτε το θέλεις, να αφήνεις κάποιον με έκφραση κατηφή. Παρένθεση κλείνει.
Εσύ δεν θέλεις να πέσεις απάνω στους σπουδαίους μ’ αυτήν την ορμή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (καλή ώρα). Αν έχεις πράγματι κάτι να αφήσεις, το κάνεις στο πάτημα της γάτας, τόσο σιγά που και του ίδιου ακόμα να σου διαφεύγει. Όχι στο πολύ βάθος. Εκεί δεν σου διαφεύγει τίποτα. Και εκεί νοιώθεις άβολα κάπως. Κανείς άλλωστε δεν ζητεί βούλα γνησιότητας, πιστοποιητικό επάρκειας. Κανείς δεν σου δίνει πήχυ έτοιμο γι’ αυτό το ‘διότι’. Έστω δυο οδηγίες αφετηρίας. Να πει, ‘έτσι που πας, κάτι γίνεται. Εν αρχή, κακός δεν είσαι. Ούτε ανίκανος. Αναμένουμε νεώτερα, δίνοντας έμφαση στην λεπτομέρεια.’ Γιατί αλλιώς δεν θα’ ταν σπουδαίος αλλά κλητήρας σε γραφείο αποκατάστασης. Έμμεσα και σιωπηλά θα φέρνει ο καθείς σε πέρας την αποστολή του. Για την ακρίβεια μόνος θα την διαλέγει, μόνος του θα την εκτελεί και μόνος θα την θαυμάζει (ευκαιρία που μόλις έχασες). Ο θαυμασμός και η αγάπη των σπουδαίων θεατών, που λοξοκοιτούν με περιέργεια διαστροφική όταν τους μείνει χρόνος, ή και των λιγότερο σπουδαίων που αγαπάς, θα έρχεται έπειτα με την απλότητα ενός νεύματος. Μιας κίνησης υπέροχα ανεπιτήδευτης. Και τότε καλύτερα να κάνεις πως δεν βλέπεις. Γιατί μπορεί τελείως άθελα να χειριστείς όλη σου την κατάκτηση δεινώς. Κι όλη την θέρμη να την ισοπεδώσεις, στα χέρια σου γλιστρώντας πένθιμα, αργά, η όποια ελπίδα γειτνίασης. Αυτό το ενδεχόμενο πού το βάζεις; Δηλαδή, όχι μόνο να προσπαθείς να γεμίσεις κάπως αυτό το ‘διότι’ αλλά να μεριμνείς για τις μετέπειτα παγίδες της απολλώνειας κλίμακας, αφού πια η αιτιολογική πρόταση (με το ‘διότι’ εισαχθείσα) θα έχει συμπληρωθεί. Η ισχύς του απολογητικού σου λόγου είναι λιγόζωη. Τα στάδια απλώνονται ανέμελα με αύξουσα δυσκολία και για την διατήρηση της ενέργειας της δικής σου δεν σε σώζει η παντοδύναμη της φυσικής επιστήμης αρχή. Τούτο είναι το πιο τρομακτικό κομμάτι. Η αγωνία της συνέχειας, της ανανέωσης του χρόνου παραμονής, αφ’ όταν ακουστεί το πρώτο κάλεσμα. Η αγωνία να αντιγράφεις τον εαυτό σου (ούτε καν τον σπουδαίο), μα κάθε φορά σε λίγο βελτιωμένη version. Το πρώτο κάλεσμα αυτό το έχεις εξασφαλίσει, αλλιώς τι μιλάμε τόση ώρα. Δεν θα στο πάρει πίσω κανείς, ακόμη και σπουδαίος να είναι με περικεφαλαία. Το φόβητρο της σπουδαιότητας εκεί έγκειται. Στο μη αναστρέψιμο της σκιάς της. Αν έναν σταθμό τον απολέσεις, δεν μεταβαίνεις αυτόματα στον επόμενο. Ούτε όμως τον προηγούμενο μπορείς να επισκεφθείς, έτσι εν είδει νοσταλγικής και άκακης παρασπονδίας. Οι λιγότερο σπουδαίοι σταθμοί, αυτοί που αφήνεις πίσω, σού γυρίζουν την πλάτη, για την ακρίβεια δεν θέλουν να σε ξέρουν. Υπονομευτικές νύξεις δεν λησμονούνται, όπως μπορείς να λησμονήσεις έπεα πτερόεντα αγαπημένων. Αυτοί όσο να’ ναι μοιράζονται μια αλληλλεγγύη σε όλες τις μικρές παύσεις πτώσης, ντροπής, αμηχανίας. Πόσα έπεα τέτοια δεν έχεις πει κι εσύ, και επιπλέον τα έχεις απολαύσει. Σύντομα θα πεις περισσότερα.
Άσε τα όλα καλύτερα στην θαλπωρή του σιωπηλού υπαινιγμού που ενέχει κίνδυνο παρανοήσεως μέγα. Προτιμότερος όμως είναι από μια flat εκμηδένιση ή ένα flat εγκώμιο. Καλύτερα δηλαδή να μην ζητείς την γνώμη και την γνωμάτευση. Να μην ρωτάς όσο που η απάντηση έρθει μόνη, ακάλεστη, εισβάλοντας ανύποπτα σαν έκτρωμα ή αριστούργημα τετελεσμένο. Και ο Απόλλων ο ίδιος κατόπιν ερωτήσεως, και μάλιστα συχνά παράκλησης δουλεπρεπούς, γλοιώδους, χρησμοδοτούσε. Έπειτα τον λοιδορούσαν γιατί το θέσφατο τούς χάλαγε την βολή. Αυτό δεν θέλεις να το κάνεις. Μα δεν είναι και το forte σου να το προσπερνάς. Μπορεί να οφείλεται σε ατέλεια του οργανισμού.
Άμα σου έκανε εις την απλή ερώτηση, υπάρχει κάποιο δίλημμα, μορφές δράσης εναλλακτικές, υπάρχει κάτι, έστω, που αγωνίζεσαι να ‘βγάλεις’; Υπάρχει κάτι που μάς λες (στον σπουδαίο δηλαδή αναγνώστη); Προς Θεού, όχι. Πρακτικό δίλημμα δεν υφίσταται. Εναλλακτικές ούτε.
Η δράση είναι μία, την υπηρετείς ευλαβικά και της υποκλίνεσαι. Ξέρεις, θαρρείς, και πού θα καταλήξει. Η δράση, χωρίς αστεία, σού βγαίνει αβίαστα και αυθορμητισμός χαρούμενος την συνοδεύει. Τι στο καλό, είσαι και χαρωπός και αφελής. Και τολμηρός μέσα σε ένα πέπλο αλαφροίσκιωτο. Εν γένει. Ερήμην ακόμη κάθε δύναμης, η δράση σ’ απορροφά. Βοηθά σε αυτό και η υπερκινητική κράση, δεν είναι ευσυνειδησία μόνο. Η καθημερινότητα είναι γρήγορη και τούτη η έκθεση είναι μια φίνα αυταπάτη στοχασμού και υπολογισμένων αντιδράσεων. Στρατηγικής δήθεν. Στοχασμού πάνω σε υποθέσεις περιττές και χαμένες, όμως και κάπως ζωτικές. Το πιο γελοίο είναι αυτό. Το πώς συντίθεται αυτό το δίχτυ, εν μέσω δραστηριοτήτων ατέρμονων και ροή του σκηνικού συνεχή. Μέσα σε αυτά τα κομματάκια που σε εμφανίζουν πάντα εν κινήσει, μελέτες και διδασκαλίες και αθλοπαιδιές, εξορμήσεις στα άγρια στοιχεία της φύσης και απόπειρες συγγραφής σοβαρών πραγμάτων και πρέπει να ταξιδέψεις πάντοτε και λίγο παραπέρα, να δεις και κάτι περισσότερο, ξεπηδούν σειρές-σειρές φορτισμένες όπως αυτές. Που γράφονται μεταξύ άλλων πάντα κινήσεων, πότε βαρύγδουπων πότε ανέμελων. Ποτέ με οργάνωση και ηρεμία. Λίγες στο café πριν την τάξη, λίγες πριν την απογείωση, λίγες εν μέσω αιτήσεων και κατάρτισης προγραμμάτων ερευνητικών. Μέσα σε αυτές τις γραμμές δεν υπάρχεις ή δεν θα έπρεπε. Γι’αυτό σαν να είναι βαθύτερα ανώνυμες. Δεν τις αποποιείσαι από αιδώ, από καθωσπρεπισμό της επιφάνειας, μα θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από τόσους άλλους. Το copyright δεν το διεκδικείς. Ένα-ένα τα βήματα. Πίσω κινήσεις απαγορεύονται. Αν θέλεις τουλάχιστον να μην παίζεις φτηνά. Οφείλεις να μετακινήσεις το πιόνι άπαξ και το αγγίξεις στη σκακιέρα, ακόμα και στο σκάκι το τυφλό. Όχι από τυπολατρεία Απαγορεύονται επίσης συνθήματα τύπου ‘δεν πάει’, που δέσποζαν στα παιδικά παιχνίδια καταδίωξης. Αυτό κανονικά σήμαινε μια ασυλία ιερή. Όταν ένοιωθες τον κυνηγό να ζυγώνει, χωρίς να βλέπεις (αλλά το σώμα που πλησιάζει ορμητικά εκπέμπει πάντα μια παντοδύναμη αίσθηση γειτνίασης), πετούσες ένα ‘δεν πάει’, κατά προτίμηση πολλαπλό, και προσδοκούσες πως θα πάγωναν όλα. Πάγωναν όντως εν ριπή οφθαλμού, συνωμοσία βιασμού της εθελούσιας φαντασίωσης. Σαν όλοι να ήξεραν, παρά τον διακαή τους ζήλο, την πάνσεπτη πίστη στον ρόλο που τους δόθηκε, πόσο εύκολα, με δυο μόνο λέξεις, μπορούσαν να προδώσουν αυτήν την πίστη κατά το δοκούν. Έτσι άξεστα. Ο κυνηγός έχανε την θηρευτική του ιδιότητα μέχρι νεωτέρας, μέχρι το αυτορρυθμιζόμενο και εξ ίσου αυθαίρετο ‘πάει τώρα’. Αν αποδεικνύετο πιο ατίθασος και αγνοούσε τις σκηνικές σου οδηγίες, ζητούσες από πάνω και τα ρέστα.
Εντάξει λοιπόν. Η πορεία αφομοιώθηκε, θα γίνει σεβαστή. Ούτε λόγος. Δεν χρειάζεται να καλείς πάλι τους σπουδαίους, να σου πουν καινά μαντάτα. Τους ξαναενοχλείς με το καλό όταν τους μοιάσεις τόσο που δεν θα τους ξεχωρίζεις. Ή αν τους χάσεις δια παντός από το πλάνο λίγο πριν. (Άλλωστε έχεις μπλέξει ανεπανόρθωτα αν θέλεις να γίνεις σαν αυτούς ή να τους στηλιτεύσεις ή τίποτε από αυτά). Έως τότε, δεν χρειάζεται να υπερβάλλεις. Ούτε να τους εκθέτεις μιμούμενος τις δήθεν αντιδράσεις τους. Παίρνοντας την φωνή τους, καμώνοντας πως την γνωρίζεις. Το τέχνασμα φανερό. Κάνοντας editings απανωτά στις σκέψεις σου και την δική τους νόμιζες πως θα προλάβεις κάθε αντίδραση, επιδεικνύοντας εν παραλλήλω πόσο άψογα τον κατέχεις. Τον μηχανισμό. Και πόσο καλά προοικονομείς οτιδήποτε θα μπορούσαν εκείνοι να σου προτάξουν ή να σου προσάψουν. Για κάθε γραμμή και για κάθε σκέψη μπορείς εν ριπή οφθαλμού να ακούσεις την ετυμηγορία και να πετάξεις και την απαντητική ατάκα. Κι αφού άλλωστε έχεις τόσο την αίσθηση του χιούμορ έντονη και πρώτος γελάς με τις χαζές σου ιστορίες, τα χαζά σου μοιράσματα, πόσο περισσότερο μπορεί ο σπουδαίος να σε κοροιδέψει; Αυτό το κολπάκι, η ασφάλεια της αυτο-υπονόμευσης, όσο κι αν είναι παμπάλαιο, κρατάει ακόμα. Απατηλή άσκηση αντιπερισπασμού. Που (όμως) δεν φτάνει. Είτε προσποίηση αδιάφορης ηθογραφίας. Που δεν πείθει και πολύ. Η μυθοπλαστική σου έγερση ας εκτονωθεί αλλού, σε πρόσωπα που δεν μετέχουν της Απολλώνειας αυτής συνωμοσίας. Σε πρόσωπα της σειράς. Εκεί μέχρι και ρομάντσο σού επιτρέπεται να συνθέσεις, απ’ τα νερά σου ό, τι πιο ξένο. Δεοντολογικώς όμως θεμιτό. Εδώ να προσέχεις παραπάνω. Κι ας ξέρεις κι εσύ πως έκαστος ο σπουδαίος σου είναι κάτι λιγότερο. Το βέβαιο είναι πως δεν θα σκεφτόταν έτσι. Ίσως να το έκανε πολύ παλιά, ίσως να μην το διαφήμιζε τόσο ξεδιάντροπα, ίσως ποτέ να μην το είχε φανταστεί. Ίσως μάλιστα να το σνομπάρει. Και να μην αναγνωρίζει καν τον εαυτό του σε αυτήν την εξιστόρηση. Μα από ποιο κατηχητικό βγήκατε και μας μιλάτε περί ‘πεφωτισμένων’; Πόσο συμπλεγματικός είσθε; ΄Αλλη δουλειά δεν έχετε από το να κοιτάτε ‘σπουδαίους’ από την κλειδαρότρυπα; Σεις δεν έχετε κάτι θετικό να μας δείξετε; Κάτι προσωπικό και πρωτό-τυπο; Αυτή η προσκόλληση στους σπουδαίους είναι από ανώριμη και απλοική, στην οποία περίπτωση μιλάμε για παλιμπαιδισμό, έως θρασεία και κυνική, οπότε μιλάμε για υστεροβουλία. Και στα δυο ενδεχόμενα, όμως, λείπει κάτι βασικό. Ή μάλλον όλα σε πλεόνασμα υπάρχουν. Ηδονοβλεψίας δεν είσαι. Ούτε μιμητής πιθηκικός. Και αν με αυτήν σου την έκθεση σφράγισες δια παντός το χάσιμο — με τους σπουδαίους– αφού κάθε μυστήριο το διέλυσες και εμφανίστηκες τόσο στ’ αλήθεια πεζός, ελπίζουμε να είχες λόγους καλούς. Ή έστω έναν.
Όπως και του σπουδαίου το ένα πρόσωπο. Οι επιμέρους εκδοχές είναι για να περνά η ώρα. Και με αυτόν τον σπουδαίο, τον αρχέτυπο πια, όπως και με τις ρέπλικες τις άλλοτε μικρές κι άλλοτε πιο θηριώδεις, έχεις κάνει γελοία πράγματα. Τον επιστράτευες, φερ ειπείν, δίκην συνοδού, για να καληνυχτίσεις τις βρύσες του εξοχικού κτήματος. Απομακρυσμένες απ’ το σπίτι οι πιο πολλές, διάσπαρτες μέσα στα δέντρα κι ο φωτισμός λιγοστός, δεν ένοιωθες καθόλου ικανός να πας μόνος, παρ’ όλο που το σκηνικό έπλεε στην ηρεμία. Το κτήμα δεν ήταν και μικρό, ήθελε προσπάθεια, την αφιέρωση κάποιου χρόνου πολύτιμου, για να γίνει σωστά ο χαιρετισμός. Κι εκείνος τελούσε τα χρέη συνοδού από αίσθηση ευγένειας. Κάθε βράδυ ανελλιπώς. Με υπομονή και μια σοβαρότητα που εξέπληττε. Ωσαν να ήτο μάρτυς σε μια καθ’ όλα φυσική, σχεδόν αναπόφευκτη, δραστηριότητα ρουτίνας. Σε κάθε βρύση έλεγες ακριβώς τις ίδιες λέξεις, δεν απαιτείτο δηλαδή κόπος πνευματικός, ευρηματικότητα ή σπουδαιότητα καμία. Κι όσο σου εξηγούσαν με τακτ πως κάτι τέτοιο, το ‘καληνύχτα’ φερ ειπείν, μπορεί να γίνει και νοερώς, με την δύναμη της σκέψης ή της πρόθεσης, ήσουν ανένδοτος. Κάτι δεν σε έπειθε. Και ορθώς. Τούτου του τύπου η γελοιότητα δεν εχάθη. Ακόμα και τώρα, άπειρο καιρό μετά. Με όλους τους σπουδαίους άλλωστε ένα χαρούμενο σκηνικό, μία ανέμελη ανάπαυλα, ένα επιπόλαιο ολίσθημα όχι μόνο επιτρέπονται αλλά σαν να επιβάλλονται από κώδικα άγραφο μα καλά μαθημένο. Οι χαρωπές όμως αυτές αντιδράσεις, οι φυσικές όπως των τετράποδων φίλων μας, στήνονται πάνω σε βάθρο σκληρό, συμπαγές και ακλόνητο. Που πάνω του δεν ισορροπείς και πολύ σίγουρα, παρ’ ότι το κέντρο βάρους σου είναι χαμηλό. Τα μέλη κάποτε λύνονται σχεδόν τελειωτικά, αλλά δεν μπορείς να κατέβεις. Δεν θέλεις δηλαδή. Είναι εύθραυστα τα αντικείμενα πάνω σε βάθρα. Και εσύ δεν είσαι ο αθώος της ιστορίας. Το πρόβατο που στοιχίζεται απ’ τους λύκους. Το μπιμπελό που έβαλαν στο ράφι, παρά τη θελήσει, και τώρα πρέπει να βρει τρόπο να βολευτεί. Δική σου υπαιτιότητι έγινε η αρχή, η μέση, η διαπλοκή. Και δεν την παίρνεις (καν) πίσω.
Το μόνο παράπονο, το ένα όπως και το πρόσωπο του σπουδαίου, είναι πως τον είδες και τον εννόησες. Χωρίς να προλάβεις να αντιδράσεις εκγαίρως. Να στρέψεις το βλέμμα ως άλλος Λωτ αντεστραμμένος και πεπτωκώς. Εκείνου η φυγή κάπου ‘σκάλωσε’. Εσύ ούτε καν σκέφτηκες την φυγή αλλά ούτε και έμεινες άλατος στήλη. Δεν θυμάσαι πότε, πώς και γιατί πιάστηκες τόσο στον ύπνο. Ακάλεστος σίγουρα ήσουν, μα όχι αυτόκλητος. Σου άρεσε η συντροφιά του, κι αυτό είναι όλο. Η μόνη φράση που τόλμησες να αφήσεις ασυνόδευτη (από κάποιο εξυπνακίστικο τροποποιητικό σχόλιο) και που διηγείται λίγο πιο ειλικρινά την ιστορία. Ακόμη σ’ αρέσει, εξ ου κι οι τωρινές περικοκλάδες. Η διέξοδος η πρέπουσα είναι να παρουσιάζεις το μελλοντικό σπουδαίο σου ανάστημα εν είδει προσκλητηρίου. Πάλι και πάλι. Να το καταθέτεις προκαταβολικώς, αν αυτό δεν πειράζει κανέναν. Με τέτοιο ενέχυρο κάτι γίνεται. [Μόνο σε αυτό το κείμενο τσαλάκωσες το ενέχυρο λίγο παραπάνω. Ας είναι]. Υπάρχει και άλλη οδός, πιο πεζή, πεπατημένη, που δεν μπορείς παρά να εκτιμάς. Αυτή που δεν σε νοιάζει ούτε να πλησιάσεις ούτε να αποστασιοποιηθείς. Ούτε να διαλέξεις ούτε να σε διαλέξουν. Αυτή η οδός μπορεί και να λέγεται ‘αυτονομία’, αλλά δεν σε συμφέρει να το εξετάσεις καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς το ‘αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις’ έχει προ πολλού ξεπεραστεί. Μετά, να χαιρετήσεις τους σπουδαίους σου σιγά-σιγά, ράθυμα, λίγο σε slow motion, όπως όταν σηκώνεσαι απ’ το τραπέζι. Με απροθυμία να αποχωριστείς του καφέ το φλυτζάνι, όλο μια τελευταία τζούρα ζητάς κι όλο εδώ είσαι. Όχι πως θα τους χάσεις. Μόνο την αγάπη τους θα λησμονήσεις, όπως ξεχνάς, αιώνες τώρα, ότι δεν πρέπει να κάνεις γκριμάτσες έντονες. Μην κάνεις έτσι παιδί μου, θα κάνεις ρυτίδες! Μα η ζωή σου η πρακτική, να μην σου πω κι η σπουδαιότητα, δεν θα αλλάξει. Δεν θα σε πιάσουν ‘λίγο’ πουθενά. Από αυτά τα μετρήσιμα. Θα είσαι και πάλι σε διατριβές και projects νόστιμα δοσμένος. Θα έχεις πνεύμα φιλέρευνο, ανάλαφρο, ανοιχτό. Θα ακούς και πάλι τους επαίνους τους θαρρείς, εκάστου (χωριστά) ή εν χορώ, ωραία μάς τα είπατε, νόστιμο λεξιλόγιο, το σκεπτικό σου κάπως έξυπνο, οι προβληματισμοί εκλεπτυσμένοι. Τίποτε άλλο; Και να το κλείσεις αυτό το ‘κοράνι’. Χωρίς συμπέρασμα, επιμύθιο, ζητούμενο καθαρό. Aφημένο στα γόνατα όπως όταν κάναμε αντιγραφή. Να μην πάρει το μάτι του σπουδαίου (το οιονεί στραμμένο κατα ‘δώ) την τόσο αφρόντιστη αυτή απόπειρα (προσποίησης ότι δεν προσπαθείς) να τον αντιγράψεις. Ή να του δείξεις την αγάπη σου απλώς με τον πλέον περισπούδαστο, στην πραγματικότητα άχρωμο και ως εκ τούτου ασφαλή δηλαδή, τρόπο. Λίγο άτεχνα λυρική, πεζή δυσανάλογα, αργόσχολα περιττή. Έτσι που είναι.
Διαγράφοντας τελικά τον τέλειο κύκλο. Κάνοντας ό,τι και οι σπουδαίοι. Eιρωνική σκιαγράφηση, εντοπισμός των κακώς κειμένων, διακωμώδηση και περιπαιγμός, για να αναδειχθεί σε στάδιο ύστατο η αμιγώς θετική χειρονομία. Το πυροτέχνημα που ξέχασες να πετάξεις το πετάς τώρα. Ετεροχρονισμένo, εξ αποστάσεως, μα όχι λιγότερο αληθινό. Μία χειρονομία χωρίς δίλημμα και ύστερα-πρότερα. Λέξη, ορθογραφία, όλα τακτικά και εν γνώσει. Σε μια γλυκόπικρη εναλλαγή προσδοκίας και διάψευσης που δεν λέει να τελειώσει. Και το χειρότερο, δεν έχεις ιδέα πώς να την διαχειριστείς ή ποιο το νόημά της. Μέχρι κάποιος να σου διευκρινίσει ότι δεν είναι πια αναγκαίο. Να της δίνεις προσοχή. Ο σπουδαίος δεν ακούει κι εσύ δεν θέλεις να μιλήσεις πιο δυνατά. Έτσι στο χάσιμο, και πριν προλάβει ο σπουδαίος να αστειευτεί ή να καγχάσει σκέφτεσαι πόσο (πάλι) απέτυχες. Να προσεγγίσεις με τρόπο ευθύ και ‘πραγματιστικό’ κάτι τόσο κοντινά ξένο. Πόσο έξω πέφτεις μονίμως. Μέχρι ίσως να βρεις ένα τείχος οριστικό.
Αφού εδώ δεν είναι ηθικής φιλοσοφίας τεστ που μπορείς να τα μπουρδουκλώσεις και να πάρεις και distinction. Εδώ ο σπουδαίος θα αδιαφορούσε μάλλον και για τον πίνακα και για την γρια και για σένα που αγωνιάς να συμπληρώσεις την απάντηση (σαν σπασικλάκι). Θα έρθει από πάνω σου, χωρίς να σε αγγίζει, γνέφοντας, ‘Μα καλά, με αυτά ασχολείσαι ακόμα; Γιατί;’ Πολύ θα ήθελες να πεις ‘γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.’ Όμως θα ήταν πολύ απλοικό. Για την ακρίβεια, εδώ δεν υπάρχει διακύβευμα, απαίτηση διαλόγου ούτε αναγκαστικές επιλογές. Μπορεί λοιπόν ο σπουδαίος να κατεβάσει τα ρολά, χωρίς να απαντήσει, να σχηματίσει ίσως ένα μειδίαμα (απορίας, παιγνίου, συγκατάβασης, απογοήτευσης, όχλησης ακόμα) και να συνεχίσει το πρόγραμμα της ημέρας. Έτσι θα κάνεις κι εσύ.
Κι ας μείνει όλο αυτό σαν υπότιτλος νοσταλγικής θλίψης ή αναρώτησης που υπογράφει που και που, πολύ διακριτικά, τα καθημερινά χαμόγελα, τις καθημερινές κατακτήσεις, την καθημερινή σου προσπάθεια να σταθείς σαν κάποιος που θα γνώριζε πού πρέπει η κάθε έκφραση να καταταγεί, πώς να αντιμετωπίζει ετοιμόλογα και έξυπνα την κάθε δράση και πώς να βολέψει γενικώς όλη του την ζωή με στυλ και άνεση — στην κλίμακα της κριτικής και το νήμα της στάθμης.










Αν κι έχω διαβάσει το μισό, δηλώνω την αμηχανία μου μπροστά στο κείμενο! Αντί σχολίου, δυο ποιήματα (αν βρει κανείς και τον Μέτερλικ, ακόμη καλύτερα!):
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ
Στην όχθη ενός έλους
είδα τρεις αγγέλους.
Ο ένας (φορούσε μαύρα)
έπασχε από ποδάγρα.
Ο άλλος παρά τρίχα
να έσκαζε απ’ το βήχα.
Έβριζε ο τρίτος
αδιακρίτως.
Είπε ο πρώτος:
“Αυτός ο τόπος
μυρίζει πέρα ως πέρα.
Θα ‘ρθει μια μέρα
που δεν θα ξημερώσει.
Θα γλιτώσουν όσοι
αρνηθούν το μερτικό τους
στην κληρονομιά του σκότους”.
Είπε ο δεύτερος:
“Αυτό το μέρος
ως αύριο θα τελειώσει.
Θα γλιτώσουν όσοι
έχουν γεμίσει το άδειο
στήθος τους με γαλάζιο”.
Είπε ο τρίτος:
“Βλέπω και φρίττω.
Η γη πάει να λιώσει.
Κανείς δεν θα γλιτώσει.
Λευκοί, κίτρινοι, νέγροι
θα σκεπαστούν απ’ τα ερέβη.
Και θ’ απομείνει
μόνο η σελήνη”.
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Σκοτεινές μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, 2001.
LA “SEIZIEME CHANSON”
Τρεις ήτανε που ξέρανε το μυστικό του κόσμου
(τ’ άσπρο σου χέρι δος μου)!
Ο πρώτος ήτανε κουφός, μουγκός καθώς οι τάφοι,
δεν ήξερε να γράφει.
Ο δεύτερος -αλίμονο!- που μπόρειε να πει τόσα,
κομμένη είχε τη γλώσσα.
Κι ο τρίτος ήξερε να πει κι η γλώσσα του να τρέξει,
αλλά δεν είπε λέξη…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, A la maniere de Maeterlinck, 1938.
Μέχρι το Πάσχα θα κυκλοφορήσουν ναπό το ΥΨΙΛΟΝ οι μιμήσεις που έγραψε ο Λαπαθιώτης με το ψευδώνθμο Πλάτων χαρμίδης
Το ξαναβλέπω το βιβλίο, μπρος και πίσω.
Το δοκιμάζω σε φωνή, ρυθμό και ήχο.
Πρέπει κι εγώ εδώ να συμφωνήσω
με τον αμέσως από πάνω Γιώργο Μίχο.
Βολκώφ
Πόσο ανώτερος ο Λαπαθιώτης από το Βαγενά στο σχόλιο του κ. Ψαραδάκη…
Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό κ.Ψαραδάκη:βάλατε κοντά κοντά έναν γίγαντα μ’ έναν νάνο και ρίξατε την μπάλα για…τζάμπολ.
Ο νάνος παρανόησε κι απλώς έφυγε για τα jumbo…
Εγώ θα το έθετα αλλιώς, με τα λόγια του Σατρ (αν δεν κάνω λάθος): Φαινόμαστε μεγάλοι γιατί είμαστε νάνοι πάνω σε πλάτες γιγάντων…
Στην πρωταρχική της μορφή η ρήση ανήκει στον Νewton (Nεύτωνα στα καθ΄ημάς)… “Αν είδα πιο μακριά, αυτό έγινε γιατί στάθηκα σε ώμους γιγάντων”… (Σε ελεύθερη μετάφραση καθότι δεν έχω τώρα πρόχειρο το πρωτότυπο)…
Βολκώφ
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, ο ποιητής, μουσική ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ
Νιώθω κι εγώ μεγάλη αμηχανία από το κείμενο.
Επιτρέψτε μου να συνεισφέρω κι εγώ, με τη σειρά μου, ένα ποίημα του γνωστού λαϊκού βάρδου Τόλη Τσιμογιάννη:
Μη μιλας, βγαλʼτον σκασμο
Εισαι ένα μελατο αυγο
Μην κοιτας σαν την γαριδα
Μαζι σου προκοπη δεν ειδα!