200px-focke_garten_0004.jpg

ΠΟΙΑΙΜΑΤΑ

Ταξίδια κάνω με το νου, όπως ο Καββαδίας,
ο Ποσειδών στη θάλασσα στον Όλυμπο ο Δίας.
Όταν η γεύση μου πικρή είναι της αηδίας,
παίζω ξανά σενάρια αρχαίας τραγωδίας.

Στην Αλεξάνδρεια γυρνώ φάντασμα του Καβάφη
και το σεντόνι το λευκό το αίμα μου θα βάφει,
να γίνει κατακόκκινο στο πάτωμα να γράφει.
«Στις εμμονές, στους φόβους σου κάνε μεγάλο ράφι».

Ακούω μελοποίηση σε στίχους του Σεφέρη,
όσα δεν φέρνει μια ζωή μια στιγμή θα φέρει.
Μέσα από μια «αφήγηση», που ανάθεμα αν ξέρει
κανείς ότι την έγραψε με δακρυσμένο χέρι.

Και φτάνω με πυρίμαχη στολή σαν τον αλήτη,
σε ώρα ηλιοβασίλεμα να ψάξω τον Ελύτη.
Αυτόν που Αιγαίο μετάλαβε και τώρα ίσως πλήττει,
να είναι σε σταυρόλεξα για ειδικευμένο λύτη.

Χέρι μου έκρυψες το φως πάνω απʼ το γιατάκι,
για να μαυρίσει η σκηνή να δω τον Καρυωτάκη.
Στην Πρέβεζα μεσάνυχτα σπασμένο στρατιωτάκι
που παίζει ένας πιτσιρικάς σε χάρτινο κουτάκι.

05/01/07


Ο ΧΡΟΝΟΣ

Είσαι αλήτης χρόνε μου και σιγουριά δε σου ʼχω,
χάλασες τα παπούτσια μου και έλιωσες το ρούχο.
Σπίτι παλιό αρχοντικό που έγινε ερείπιο,
πες του παιδιού τι του χρωστάς σε τόνο πάντα ήπιο.

Είσαι και ψεύτικος πολύ, φεύγεις όποτε θέλεις
κι έρχεσαι πια σαν δικαστής της κοσμικής αγέλης.
Άλλοι σε χόρτασαν πολύ κι άλλοι σε είδαν λίγο,
όσο περνάς και χάνεσαι σε τούτο καταλήγω.

Άλλοτε είσαι μικρός κι άλλοτε ο πιο μεγάλος,
όσο και αν σε γνωρίζουνε γίνεσαι κάποιος άλλος.
Τρέχεις όταν σε κυνηγούν και στέκεις πάντα πίσω,
το τελευταίο δάκρυ μου μέχρι να δεις να χύσω.

Τραγούδι λιανοτράγουδο θα πω για να μʼ ακούσεις
Κι άμα δεν έρθεις το πρωί έρωτα να με λούσεις,
τάξε μου μια ανταμοιβή μʼ ένα σου βλέμμα μόνο
κι άσε το μόνο γιατρικό να το βαφτίσω χρόνο.

20/11/06

 

ΠΑΙΔΙ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΓΗΠΕΔΟ
 
Πάλι με βρήκες διπλωμένο
Με βρήκες πάλι ναυαγό
Είναι το σπίτι μου καμένο
Έγινα κάρβουνο κι εγώ
 
Όλα τριγύρω μια στάχτη
Η μάχη όλη του ενός
Που βγαίνει σαν κρυμμένο άχτι
Από τη γη του μηδενός
 
Ένα ελάφι στην τρεχάλα
Παιδί σε μαύρο γήπεδο
Κλοτσάω κάρβουνα για μπάλα
Το δάσος μου επίπεδο
 
Με βρήκες πάλι στην τρεχάλα
Μου κελαηδάς και με τρυπάς
Και με κοιτάς απ’ τη διχάλα
Μου λες πως φεύγεις μα που πας;
 
Ένας καπνός μια μαρτυρία
Και μία φλόγα ένα βιός
Κλείνει αργά η αρτηρία
Της φύσης χάνεται ο γιος.

O Mιχάλης Γελασάκης είναι 21 χρονών, δημοσιογράφος.