
Κι ἄν πιοῦν θολό νερό, ξαναθυμοῦνται,*
διαβαίνοντας λιβάδια ἀπο ἀσφοδείλι,
πόνους παλιούς πού μέσα τους κοιμοῦνται…
Τήν Δικαιοσύνη τῆς Λήθης
ἀπόδωσε :
Ποτέ ποτέ μην θυμηθοῦν
τίποτα ἀπό τή χώρα
τῆς κατάρας
ὅπου γεννήθηκαν
και ἔζησαν
ἀνίδεοι
ὅπως οἱ προηγούμενοι
ὥσπου να λεηλατηθεῖ
ἐπιτηδείως
τῶν ὀστῶν τους
ἡ ἔσχατη στάχτη
Ποτέ ποτέ μην θυμηθοῦν
κανέναν ἀπʼ ὅσους
παντί τρόπω
τούς διέφθειραν
τούς εξαχρείωσαν
και τούς ξεπούλησαν
κάθε στιγμή
ὥς και αὐτήν
τοῦ μαρτυρίου τους
Πρῶτα τήν Δικαιοσύνη τῆς Λήθης
Κι ὕστερα :
Τάξον αὐτούς
Σταῖς χλόαις
Σταῖς δρόσους
Σταῖς παντοῖες ἀναψυχαῖς
ἐν Τόπω Ἀναψύξεως
πάλι και πάλι !
Να σβήσει τῆς ἐκπύρωσης
τήν ἀγωνιώδη ἀπορία
τήν φρικώδη τους τήξη
στο Ἀκαριαῖο Ἐκεῖ
τῆς Λακωνίας
τῆς Ἡλείας
τῆς Μάνης
τῆς Εὐβοίας
ἁπανταχοῦ
ὅταν
πώς τελειωτικά
τους πρό
λαβε
κ α τ ά λ α β αν
μαζί μʼ ὅλη τη φλογισμένη
ματαιότητα
τῶν κραυγῶν
ἀγάπη μου ! τά παιδιά μου !
οἵ ἄλλοι , ποῦ …μάνα μου !
γιατί; ἄν;
καί ἅπαντα τοῦ πρότερον
ἐντίμου βίου
καθολικά ἐγκαύματα
τῆς Ἱστορίας ,
ὁριστικά
να σβήσει
μ ι ά Ἀνάψυξις
Δέ φτάνει
Τον ὕπνο τῶν ἀδίκων
τον καταραμένο μας ὕπνο
να στοιχειώνουν ὅμως!
Ὥσπου οἱ θηριωδῶς ἀδιάφοροι,
οἱ ἀμελεῖς, οἱ ἀμνήμονες,
οἱ δῆθεν ἐν ἀγνοία, οἱ νωθροί,
οἱ ψεῦτες, οἱ δειλοί, οἱ ἀγνώμονες
οἱ παντοῖοι εὐπώλητοι
πτωματοφάγοι – ἄπληστοι
γλύφτες κάθε ἀχρειωτάτης ἐξουσίας
ἄυπνοι στόν αἰῶνα
να λειώσουμε
στῆς Ἐνοχῆς
την Πυρωμένη Φάκα










Ένα μεγάλο ευχαριστώ που το μοιραστήκατε με το Ποιειν. Τιμή μας.
Από Πάνο Πρωτόπαππα:
Είναι άγριο, αλλά μπρος στο πώς βλέπω πιά την πατρίδα (από καιρό είναι η αλήθεια) μου φαίνεται σχετικά ευγενικό. Έτσι νοιώθω κι εγώ, αλλά ακόμα αγριότερα Αφού όμως έχεις φίλους που χάθηκαν στη φωτιά, προτιμώ να μείνω εδώ. Το καλοκαίρι έμεινα εδώ, αλλά η Ύδρα κάηκε και χωρίς εμένα. Τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν υπήρξαν νεκροί.