
Γυρόφερνα στα blogs κι έπεσα πάνω σʼ ένα εξώφυλλο βιβλίου με τον τίτλο «Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη». Ποιητική ανθολογία. Το αναζήτησα, το διάβασα κι έμεινα μʼ ένα μούδιασμα. Δεν υπήρχε καμία αναφορά σε μια συγκεκριμμένη ποιήτρια, την Ολυμπία Σταύρου, η οποία έγραψε λίγα μέχρι τώρα, αλλά καλά ποιήματα.
Δε βαριέσαι, είπα μέσα μου, ανθολογία είναι, έχει έντονο το υποκειμενικό κριτήριο, δε μου πέφτει λόγος. Εξ άλλου κι εγώ στη δική μου ανθολογία που ετοιμάζω για το Νοέμβριο, το ΕΝΔΟΣΚΕΛΗΔΟΝ (κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας για μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές), δεν ανθολογώ όλα τα κομμάτια που έχω εντοπίσει παρά μόνο αυτά που, υποκειμενικά και αυθαίρετα, θεωρώ εγώ καλά. Βέβαια στην συγκεκριμμένη ανθολογία για την γυναικεία ποίηση της Θεσσαλονίκης δεν διατυπώνονται τα κριτήρια επιλογής αλλά και πάλι δε μας πέφτει λόγος.
Το καλοκαίρι αυτό είναι η αρχή του τέλους για τη δική μου ανθολογία. Εργάζομαι πάνω στην πρώτη διόρθωση των τυπογραφικών δοκιμίων κι έχω μιαν αγωνία μην και προκύψει κάτι πολύ καλό και δεν μπορέσω να το εντάξω. Σʼ αυτή τη φάση λοιπόν, δέχομαι ένα τηλεφώνημα.
– Είμαι ο τάδε, είμαι συγγραφέας και ένα μυθιστόρημά μου, πιθανόν να σας ενδιαφέρει για την ανθολογία σας. Ο ήρωάς του είναι μηχανόβιος.
– Αν και βρίσκομαι στην τελική φάση, στείλτε το, μʼ ενδιαφέρει να το δω.
Δεν έχει σημασία το πώς και το τι ακριβώς πληροφορήθηκε για τη δουλειά μου ο συγγραφέας, το βιβλίο πάντως σε λίγες ημέρες ήρθε μʼ ένα μπιλιετάκι όπου με πληροφορούσε για τις συγκεκριμμένες σελίδες όπου υπήρχε αναφορά στη μοτοσυκλέτα και – έκπληξη – ένας δικός μου στίχος οργανικά δεμένος με το δικό του κείμενο. Γυρνάω τις σελίδες του βιβλίου και πράγματι βρίσκω στο τέλος μια σελίδα σημειώσεων όπου γίνεται αναφορά στο όνομά μου. Λείπει η βιβλιογραφική αναφορά, η συγκεκριμένη φράση ανήκει σε δοκίμιο κι όχι σε ποίημα όπως αφήνεται να εννοηθεί, αλλά δεν πειράζει. Με τίμησε και τον ευχαριστώ.
Επιστρέφω στο δισέλιδο να δω πώς σχολιάζει τη φράση μου και το μάτι μου πέφτει στις προηγούμενες σειρές. Τι να δω; Μεταγραμμένο σε πεζό λόγο ένα ποίημα το οποίο το έχω συμπεριλάβει στην ανθολογία μου. Ποιανού είναι το ποίημα; Της Ολυμπίας Σταύρου. Ρε τι άτυχο αυτό το κορίτσι, σκέφτομαι. Στην ανθολογία δεν τη βάλανε. Αυτός είχε την ίδια έμπνευση, μέχρι και ίδιες λέξεις.
Ξεκινάω το βιβλίο από την αρχή. Προσπερνάω το γνωστό δισέλιδο και κάποιες σελίδες παρακάτω νά σου κι άλλη Ολυμπία Σταύρου. Ψάχνω παντού, πουθενά καμία αναφορά στʼ όνομά της. Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πείθομαι γι αυτό όταν διαβάζω το βιογραφικό του συγγραφέα και βλέπω ότι δημοσίευσε στο περιοδικό που δημοσίευσε και η Σταύρου όπως και στο περιοδικό των εκδόσεων όπου τύπωσε το βιβλίο της η Σταύρου.
Ένα χαμόγελο ενός αναγνώστη, γνωρίζω πως είναι μια ανταμοιβή και μια ικανοποίηση για έναν συγγραφέα.Έστω και ένα. Μια τέτοια μεταχείριση, όπου κάποιος παίρνει δύο ποιήματα, τα βάζει στον αποχυμωτή της λογοτεχνίας του και τα κάνει ένα γλυκερό ζουμί, είναι άδικη για οποιονδήποτε πόσο μάλλον για μια καλή ποιήτρια.
Περισσότερα στο Τσαλίμι









