
ΒΙΟΛΑΚΙ ΓΑΜΗΜΕΝΟ
Βιολάκι γαμημένο που μου δίνεις σήμερα μια χούφτα από γυαλί τριμμένο να το καταπιώ. Δοξάρι στο διάφραγμα και γύρω σύμβολα, ένα σφουγγάρι έτοιμο να στάξει δάκρυα, ένα λευκό χαρτί κι ένα μολύβι, τα σαπισμένα σώματα των λέξεων… Κόψε, κόψε, μήπως και ξέρω τι κόβεις πια; Από τη μια μεριά σαν νότες απ’ την επομένη του θανάτου μου, από την άλλη ευγνωμοσύνη το πέρασμα απ’ τον κόσμο μόνος για ν’ ακούσεις αυτό που να σε ρίχνει τραυματία στην άσφαλτο ακίνητο να περιμένεις το ασθενοφόρο, με μια κουβέρτα της στιγμής και δάκρυα στο οδόστρωμα…Τα παγωμένα πόδια μου περνάει ένα ρυάκι βρώμικα νερά, χαρτιά βρεγμένα γράφουν πάνω τους ονόματα…κυλάνε με το βρώμικο νερό και ρίζες, ρίζες υδρόφιλων φυτών που κινούν τη σήψη τους…δεν έχει λόγια, και τώρα το ανελέητο δοξάρι είναι ένα ατσάλι που σπαράζει την τάξη των σπλάχνων σου, μικρές δοξαριές σαν οιμωγές του έρωτα με γεύση όμως πικρή… Μόνο τα οστά μας θ’ αφήσουν τα ερείπια ενός πάθους μάταιου…Φεύγει, φεύγει η μουσική σε μια μαρμαρυγή αστερισμών που νιώθεις πως κατάγεται από την ύλη των ονείρων σου… Γέρνω το αυτί πάνω στο μάρμαρο με τ’ όνομά σου μητέρα. Ακούω…
ΩΡΑΙΑ ΝΑ ΧΑΝΕΙΣ
Ωραία να χάνεις μπρος στα μάτια των άλλων είπα κάποτε και να κερδίζεις λέω τώρα με ταπεινοσύνη. Κερδίζοντας θέλω να πω στην αγάπη κι όχι στα λόγια τους αχρείους της φτέρνας σου. Όταν είναι να σου γίνει πεπρωμένον αξίζει κάποτε να πεις ευχαριστώ και σ΄όσους το επιτάχυναν απλά εμποδίζοντας το. Η μικρή γνώση των ανθρώπων, η φοβισμένη επιθυμία τους, πως θα ξεγέλαγαν δήθεν τη μοίρα πως θα τους άκουγαν τα φυσικά φαινόμενα. Πιάνεται βρε ο αέρας, δένεται η λυτή αστραπή; Με σκέψη δεύτερη και υπολογισμό εκεί όπου περνάει η πόμπή του έρωτα δεν έχει. Μάθε να χάνεις τον παράδεισο ν’αξιωθείς παράδεισο. Γιατί όποιος ξέρει κι έμαθε κι είδε στο βίο του στη ζυγαριά του κερδίζω και του χάνω πετάει κάθε προφύλαξη κι ακολουθεί την τάξη του έρωτα που δε γνωρίζει θέληση ανθρώπου κι άλλοτε μας προορίζει ύλη καύσιμη στη ρόδα του κι άλλοτε πάνω στο άρμα του μας στεφανώνει. Έτσι είν’ο νόμος. Γι αυτό εκτίω τώρα νίκη μου τις ήττες μου, όσο το θέλει ο καιρός.
ΧΑΙΡΕΤΩΣΑΝ
Χτυπούσε απ’ το πρωί το μαστοράκι το μαδέρι του το τάλαντο το τάλαντο η αλλιώς κε λαηδίστε ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε…κι ήταν παρέλαση χτυπούσαν τύμπανα παράταιρα δοκιμαστικές κι ύστερα η πομπή όλες τους μία η τελευταία κι ωστόσο κάθε μια ξεχωριστή, η με τα μικρά στήθη, η φωνάζουσα, η γρηγορόσμιχτη σαν περιστέρα, η σπερματοδιψής, η αγοράκι ,η με το μεγάλο μύδι, η βρίζοντας στο σπασμό, η οργαζομένη μόνο στο σκοτάδι, η ουρλιάζουσα, η πάντα αποπάνω, η με τα στενά μεριά, η οπισθοπροσεγγίζουσα, η με το πυκνό εφηβαίο, η αποτιλμένη, η πουτανάκι και η το κάνω για σένα, η ας τους να μας βλέπουν, η πεθαίνω, η με ξέσκισες, η με τα λεπτά σφυρά, η σφύζουσα, η σιωπηλώς αναστενάζουσα, η καυλώνω, η πιο βαθιά, η τι μου κάνεις, η με πονάς, η είσαι τέρας, η φτάνω άντρα μου όλες τους μία η τελευταία και καθε μια μοναδική. Της μιας φοράς και των πολλών της μίας νύχτας και της αιωνιότητας όλες χαιρέτωσαν…
ΠΟΛΥ ΤΟ ΡΙΞΑΜΕ ΣΤΟ ΛΑΜΔΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
Πολύ το ρίξαμε στο λάμδα της Οδύσσειας κι ένα τριαντάφυλλο από απέναντι διεκδικεί τα διακαιώματά του…Στο κοινοβούλιο φυσάει ένα αεράκι από κυκλάδες βόρειες… Ένα κορίτσι με περιμένει πίσω από ένα πληκτρολόγιο που αντίς γράμματα έχει άνθη. Είναι κακό να περιμένει. Θα διαμαρτυρηθεί το πρωινό αηδόνι που την κοίμισε. Τα γιασεμιά της αυλής βαθαίνουν την πικρή τους ρίζα ν’ ανεβάσουν άρωμα… Ένας ερωτευμένος είμαι πάλι κύριε, που βγάζω νόημα κι απ’ το ασήμαντο. Ο Μάιος μόλις φάνηκε ορθοπεταλιά με το ποδήλατο. Έχει στην πλάτη χάρτινα φτερά κι είναι Αλβανός με σώμα ένδοξο… Η μέρα ακουμπάει στο λευκό τοίχο για να στηριχτεί κι ανασηκώνει το καλτσάκι της. Κορίτσι όμορφο με το φρύδι μαύρο και το στήθος άγουρο. Ανοίγω το τεφτέρι που φυλάω λέξεις τις πολύτιμες και υποδέχομαι το Μάιο γράφοντας: ευλογητικιά, παράκηπος, πλανέτο, γυροποταμιά, αχινοποδάτη, παιγνιώτης, ξωμονάστηρο, φουντάνα, ερημοτοπιές, ερωτικόβρυση, νησόπουλο, ανθόμοιος, αστροφύτευτη, ανάριμα, στεναξιά, ερημανθρωπία, αγριοκόριτσο, άκηπος, καλλίπενθος, ανεμοκαίγομαι, αλγινόεσσα, οργικό, κρημνιώτισσα, μπηχταράκι…Λουλούδια, πάρτε λουλούδια κύριε, λόγια ελληνικά…










ΕΙΣΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΕΣΥ… ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ. ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ. ΤΙΜΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ..
ΦΙΛΙΑ ΠΟΛΛΑ
ΝΙΚΟΛΑΣ
Λόγος σημαντικός – βάζοντας ρυθμό στην άμετρη ζωή μας.
Σας χαιρετώ, Κ.
Τα ποιήματα του κυρίου Μίχου αναδεικνύουν
τη γνησιότητα μιας φωνής που δεν υποθηκεύει το καθήκον της απέναντι στη γλώσσα για χάρη της ειλικρίνειας . Aυτό την κάνει ακόμη γνησιότερη . Δεν είναι μονάχα φωνή ανθρώπου αλλά και φωνή ποιητού.
Πέραν αυτών θα συνιστούσα να πάρει αποστάσεις από το ιδίωμα του ύστερου Ελύτη που ενίοτε σκιάζει το προσωπικό του ύφος καθώς και να ελαφρύνει το τελευταίο από τα παρατιθέμενα ποιήματα από τον πληθωρισμό εικόνων που το βαραίνει.
Και μία ερώτηση. Δεν έχω εντοπίσει ποιητικές συλλογές του κυρίου Μίχου . Κυκλοφορούν ;
…μάλλον θα κυκλοφορούν τις μικρές ώρες, σαν τους ξενύχτηδες!
Συγχαρητήρια. Ούτε μια λέξη, που να σε κάνει να την βαριέσαι.
O Κ. Μίχος έχει μια ευλογημένη κατάρα πανω του. Αγαπά τους ανθρώπους με πάθος αλλά αγαπά παράφορα και την ποίηση. Αυτό του στοιχίζει σε χρήμα (υποθέτω), σε φίλους (!) και σε χρόνο (ευτυχώς για εμάς τους αναγνώστες του). Γι’ αυτό και υποπίπτει σε λάθη. Γι’ αυτό και γνωρίζει πολύ καλά τα λάθη του. Γι’ αυτό και δεν είναι άτρωτος. Και το ξέρει. Και καμαρώνει γι’ αυτό. Και γι΄αυτό, όταν στα κέιμενά-σχόλια του αποπροσωποποιεί τα βέλη-γνώσεις του, παράγει έργο ανεκτίμητης αξίας. Πολύτιμο. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει.
κείμενα χείμαρροι.
μην κατεβάζεις ταχύτητα, προχώρα, άνοιξε δρόμο σε μια σκέψη ακόμη πιο βαθιά που δε μιλάει.
μικροκείμενα,ε;
σσσ…
ΆΝΤΕ! προχώρα, γράφε, ξεκουράσου…
Είχα την τύχη να παρακολουθώ τα “μικροκείμενα” το διάστημα που, σχεδόν μέρα παρά μέρα, έβγαιναν σε λογοτεχνικό φόρουμ. Έπεφταν αιφνιδιαστικά και με άμεση έκθεση στους αναγνώστες, κάποιες φορές και σαν αντίλογος σε παράπλευρο θέμα, κάτι που μόνο το διαδίκτυο τελικά μπορεί να κάνει εφικτό. Πολύ δυνατά κομμάτια. Εσωτερικός μονόλογος που θαρρείς ότι υπήρχαν φορές και χτυπούσε μια δική σου φλέβα, ή σα να αισθανόσουν ότι παραβίαζε τα όριά σου ως αναγνώστη εισβάλλοντας όλο και πιο βαθιά κι αυτό να πράττεται -κατά την γνώμη μου- με ύφος και ήθος γραφής που να τα κάνει να ξεχωρίζουν.
Glorioso…
Τι να σου αφιερώσω εσένα , πολύτιμε!
Τι να κρίνω; Κρίνεται ο πόνος;
Οι λέξεις ίδιες για όλους
και γι` άλλους ο οδοντωτός
,τα βαγονάκια που συνθλίβουν αποστάσεις μέσα στις νύχτες του σήμερα ως τον προορισμό της αστραπής
Θυμάσαι την πίσσα πολυθρόνα, τα ευλογημένα αρπάγματα του νου;
Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο, γιατί τ` άστρα που πέφτουν πάνω μας δεν είναι νεκρά σώματα παρά οι σπινθηρισμοί από τ` ακόνι που τροχίζει μαχαίρια τ` ουρανού
Με αγάπη
Σωκράτης Ξένος
Δεν είμαι πολύ ενήμερος με τον κ. Μίχο, μου φαίνεται μία φορά διάβασα κάτι δικό του εδώ και μου είχε κάνει εντύπωση.
Θέλω να πω πως αυτή η ακατάπαυστη ροή του λόγου δείχνει μια ζέση για έκφραση που εντυπωσιάζει, καθώς και οι λέξεις, τα νοήματα…Έχουν διαλεχτεί με μεγάλη προσοχή, χωρίς να χάνουν τη λάμψη τους, γιατί ξέρετε, ορισμένες φορές από το πολύ δούλεμα το έργο “θαμπώνει” όπως συμβαίνει συχνά με τους εικαστικούς καλλιτέχνες.
Χωρίς να συγκρίνω το ύφος του με τον Χειμωνά και τον Δημητριάδη, μοιράζεται μαζί τους την ίδια εμμονή, το “σπρώξιμο” στα άκρα, που τους χαρακτηρίζει. Μην με παρεξηγείτε, σας λέω πάλι δεν συγκρίνω το Λόγο με τον δικό τους, άλλωστε εκφράζονται διαφορετικά.
Θα ήθελα πολύ να διαβάσω και άλλα του κείμενα, όπως ενδιαφέρον θα έχει και η εξέλιξή του. Μου αρέσει πολύ.
Το “Βιολάκι γαμημένο” είναι το κείμενο με το οποίο “γνώρισα” τον κύριο Μίχο. Η αμεσότητα του λόγου, οι εκφράσεις που μοιάζουν νυχιές καθώς και η χρησιμοποίηση μιας “αλήτικης” αργκώ που μου είναι πολύ προσφιλής, προκάλεσαν αμέσως τον θαυμασμό μου. Αξιολογότατη δουλειά όπως και οι υπόλοιπες. Ταπεινότατα μπράβο!
Καλημέρα σας
…ρε Μίχο
Δε βρήκες τίποτε άλλο να μαδήσεις και μαδάς τη ψυχή σου … χαρά στο κουράγιο σου.
…χρωστάω ουζάκι
Τον Μίχο τον γνώρισα προχτές όταν τυχαία(;) σκόνταψα στο ιστολόγιο του. Έτσι συνάντησα και τον λόγο του που, μολονότι προσωπικός ως το μεδούλι, τον αναγνώρισα σαν κάτι που ήξερε η ψυχή μου πάντα και το’ χε χάσει στους βόλους παίζοντας με επιτήδειους και πονηρούς ” παίχτες ”. Ποτέ της όμως δεν το λησμόνησε κι’ ας μην περίμενε ότι θα το ξανάβρει…. Άλλο δεν έχω να πω για τον Μίχο που τώρα εγκύπτω στο έργο του. Μόνο δυο στίχους από ένα αγαπημένο μου ποιητή που θαρρώ ταιριάζουν : ” πάνω στου μαχαιριού τη κόψη περπατούν οι ποιητές / και μέχρι αίματος πληγώνουν τις ξυπόλητες καρδιές ” Γράφε Μίχο ως τα κέρατα του ήλιου να κάνουνε το χώμα φως…
Έπεσα στο μπλογκ του κ. Μίχου(το οποίο είναι άξιο προσοχής) τυχαία, οπότε με την βοήθεια της αναζήτησης ανακάλυψα και αυτά τα κείμενα. Προσεγμένη γραφή και όμορφη με αξιοπρόσεχτο ρυθμό. Ωστόσο δεν ξέρω, κάτι λείπει πέρα από τις εικόνες και την καθαρή γλώσσα, που κάνει αυτά τα κείμενα να μην είναι σπουδαία (προσωπική γνώμη – αναφέροντας και τα αυτονόητα στις μέρες μας). Ο κόσμος πιστεύει πως για να γράψεις πεζό πρέπει να έχεις οπωσδήποτε κάτι να πεις, ενώ στην ποίηση αυτό δεν είναι απαραίτητο. Αυτό είναι ένα τρομαχτικό λάθος και δεν ξέρω από που προέκυψε. Η ποίηση είναι που ομολογεί το άγνωστο, το διάφανο, το αδιόρατο. Για να καταλήξω κάπου, δεν υπάρχει κάτι δυνατό που θα διαλευκάνει ή θα ταρακουνήσει λίγο τους ορίζοντες. Καλή συνέχεια στον κ. Μίχο γιατί θα καταλήξω να γράφω αερολογίες. Είναι τιμή του καθενός να φτάνει μέχρις εκεί που μπορεί να φτάσει. Ο χρόνος θα δείξει αν μπορέσει να υπερβεί τον εαυτό του.
υ.γ Ίσως απλά το παράπονο μου οφείλεται επειδή δεν διακρίνεται ο βιωματικός πόνος, ώστε να κάνει τα κείμενα ποιητικά, τρεμάμενα, πάνω στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του θανάτου.