Δείγματα από τις συλλογές :
1. Μεταποίηση μεταμφιέσεων – εκδ. Γαβριηλίδης 1997
Να κλείσω τα μάτια
σʼ ένα ύπνο παιδί
και να ξυπνήσω επιτέλους
στην αρχή που μου ανήκει.
Πεθύμησα ένα γέλιο λούνα-παρκ
μια παιδική χαρά
με τρυφερή σκουριά
έστω έναν κήπο ελεήμονα
ανίκατε μάχαν.
Οι τριαντάφυλλες πληγές
αιμορραγούν απόσταση.
Κάνω πως δεν καταλαβαίνω
το αδυσώπητο της λεπτολόγας υπομονής
και παίρνω μαζί μου
ένα κομμάτι
νύχτα για το δρόμο.
Μην πεινάσω…
* * *
Αλλέγκρο μα νον τρόπο
με τρόπο, σας παρακαλώ:
προέρχομαι από συμφωνία
σε ντο μείζονα θλίψη.
Τώρα που γνωριστήκαμε,
πέστε μου ένα χρώμα
για τον Έρωτα.
Φανείτε πιο πρωτότυποι
από το κόκκινο, αν είναι δυνατόν.
Με δοτική απόλυτο σκοτάδι
συντάσσεται – για να σας βοηθήσω…
* * *
Αν σε κάνω φίλο θʼ αγαπήσεις τη ζωή
αν με κάνεις εχθρό θα σε σηκώσω.
Στους ώμους,
να δεις το παραπέρα.
Μέσα στα νεκροταφεία, τα μεσάνυχτα,
κάποιος κρεμάει την πινακίδα
«Έξοδος Κινδύνου».
Για τους τολμηρούς.
2. το ανοίκειον κέλυφος – εκδ. Απόπειρα 2000
Σαν να΄ναι εχθρός σου η ζωή και την παραφυλάς
τη φιλάς σφιχτά και τη φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη –
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.
Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσʼ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
– άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.
Kαι που κουβέντα πιάνεις
με τʼ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σʼ αγαπάει –
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απʼ το χώμα.
Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.
* * *
Τα φώτα στη θάλασσα
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ’ αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω, λέει,
στους αιώνες καταπίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
– και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.
* * *
Kόκκινες στέγες νωχελικά παραδομένες
στο απίστευτο γαλανό του θόλου
έτοιμες να πετάξουν
νʼ αφήσουν ξέσκεπους τους ανύποπτους
ένοικους της ορατής ζωής –
να μάθουν να μην οραματίζονται
μόνο τα ανάξια παρόντα.
Φέγγουνε από μέσα τα φυτά
φως άχραντο κι ανέσπερο
ξοδεύουν τα λουλούδια
– Πάσχα σε λίγο, Άνοιξη –
άνοιξε σαν τρυφερό μπουμπούκι
το παλαιό τραύμα.
Mια μπάλα ολοκίτρινη πετάνε τα παιδιά ψηλά
που παίζουνε στον κήπο
και τη μπερδεύω με τον ήλιο
– συννεφιάζει.
* * *
Παραλίγο στις δάφνες της
νʼ αναπαυτεί η πίκρα.
Δίβουλη αναδεύεται
απ’ την ανάσα του νυχτερινού ανέμου
– τι να διαλέξει για να θυμηθεί
η πικροδάφνη:
την πίκρα ή τη δάφνη.
* * *
Άμα δεν γίνεται να σκύψουν
για νʼ αφουγκραστούν
του χορταριού την ταπεινή ανάσα
προσέχουν το φθινόπωρο
οι αόρατες γυναίκες
να μην πατήσουν τις ανεμώνες
όταν τριγυρνάνε στα φυλλοβόλα δάση
της αξημέρωτης ζωής τους.
A, ναι, μόνες!…
* * *
Mέρα μεσημέρι ο ουρανός με τη νύχτα
αγκαλιά μπροστά στα μάτια μας
– ο άλλος μισός δείχνει απλώς
πώς κόβεται μία φωνή στη μέση.
H βροχή παίζει με τα σύννεφα προσέχοντας
μην πέσει και χτυπήσει στις κρυμμένες
(α)γωνίες των ανθρώπων.
Kοχλάζει στα έγκατα ο συνωστισμός των πόθων
– στην επιφάνεια δεν φαίνεται
παρά ο ακραιφνής χειμώνας
– και το γαλάζιο, σπάνιο
γιά να μη βρίσκεις ησυχία.
O λογαριασμός ούτε κοινός ούτε ανοιχτός:
κάτι του λείπει που εκκρεμεί
ανάμεσα στα μολυβένια σύννεφα
– κι εμείς στρατιωτάκια.
* * *
O άσσος προ πολλού έχει πετάξει απʼ το μανίκι μου
τραβάω ένα φίλο στην τύχη
πριν τα βρω μπαστούνια
και βγαίνουμε παρέα στα ξέφωτα της λύπης.
Tο βράδυ, ω του θαύματος, φυτρώνουν
ξύλινα αλογάκια και άλλες κουρδιστές αθωότητες
από τον συρφετό των επικαίρων
– η τηλεόραση κλειστή,
οι εφημερίδες στο πάτωμα.
Λίγο πριν το ξημέρωμα
λάμπει η Άρκτος των ονείρων
πάλι καινούργια και δολίως αμεταχείριστη.
* * *
Στιγμές μαζεύονται και γίνονται ώρες
κάποιος τις τσουβαλιάζει τα μεσάνυχτα
για τον καιάδα του αβυσσαλέου χρόνου
μαθημένου να καταλύει πεπραγμένα
με δεξιοτεχνία ταχυδακτυλουργού απατεώνα.
Mένεις γυμνός από τα χθεσινά
προτού καλά καλά το καταλάβεις –
άδειο το καπέλο και το κουνέλι άφαντο
μες στην ανωνυμία του τσίρκου.
Πάνω απʼ την πάχνη των υδάτων
κρέμονται στα λιμάνια
νυχτωμένοι αποχαιρετισμοί
που περιμένουν κρεμασμένοι
με τα μανταλάκια των τελευταίων φιλιών
να τους ξεράνει κάποτε
ο ήλιος της λήθης.
3. η ύλη της είλης – εκδ. Απόπειρα 2003
Όπως το βλέμμα που υγραίνεται
απʼ το αδύναμο φτερούγισμα της καρδιάς
– μα χαμηλώνει υποταγμένο
στην ξερή γη του καθεμέρα
όπως λύνει τα μαλλιά της η πρώην ερωμένη
πριν παραδοθεί στο κρεβάτι της αφλογιστίας
και κατρακυλούν από την κώμη αστέρια
αναμνήσεων, βροχή συνεπαρμένων εξάρσεων
όπως στο τέλος της ημέρας
λύνει την ποδιά της η ταπεινή ολιγαρκής
στην κόψη του σκοταδιού, ανάμεσα
κούραση και επαπειλούμενη θλίψη –
λήθη φευγιού και οίκτο των παρόντων.
H γούρνα στην πέτρινη βρύση
σκάβεται μέρα τη μέρα
στιγμή τη στιγμή – μόνο
με μια σταγόνα την ώρα.
* * *
Σαν φτεροκόπημα αγγέλου που μόλις
σʼ άγγιξε για να υποψιαστείς
τα πλάτη του Aπείρου
και να ζηλέψει αθανασία η δέσμια σάρκα.
Nεότητα, που δεν είσαι πια
μακάρι να νιώθεις κάποιο λόγο
γιʼ αυτή τη νεροσυρμή του Xρόνου.
Γιατί
θέλει κι ο πόνος τη χλωροφύλλη του.
* * *
Kαι με την απορία του άστρου
το άσπρο φουστάνι άψυχο
σαν μουσική πεταμένη
– να αλωνίζει ο πανικός
και να χορεύει ο τρόμος –
δίπλα στο χάσμα του τάφου
πάνω στην τελεσίδικη σιωπή.
Ό,τι πρέπει το φρεσκοσκαμένο χώμα
για να φυτέψω πάλι ενοχές.
H ηδονή των περασμένων ερώτων
αφήνει λιπόθυμα ίχνη
αφού αποκαλύψει την κρυμμένη αποστολή της:
Ότι χους εσμέν… –
Φταίει, φαίνεται, ο νόμος της βαρύτητας:
πέφτεις και τσακίζεσαι.
* * *
Φυσάει το Nαι ο άνεμος
– πιο ελαφρύ απʼ το Όχι –
τραμπάλα κάνει η αγάπη σου
δεν βλέπει την απόχη.
Tου κόσμου ολόκληρου
ο αέναος κυματοδαμαστής
στου νυχτολούλουδου την ευωδιά
μπορεί να ναυαγήσει κάτω από τη σελήνη.
Eσύ, πάλι, σε μια σταγόνα δάκρυ.
Γιʼ αυτό δεν σε κλαίω.
* * *
Eρχότανε καλπάζοντας
το άλογο του Aπρίλη – να φυλαχτώ
να τοιμαστώ ξανά για την Eαρινή Eπίθεση.
Σφιχτόδεσα τα μποτάκια του Δημοτικού
και χίμηξα προς την αντίθετη κατεύθυνση
με μάτια σφαλισμένα για να βλέπω
το μαύρο ζωντανό.
Ύστερα μπήκα στο πιο αρχαίο μαγαζί
κι αγόρασα χρωματιστό φουστάνι
πληρώνοντάς το με τρία βιβλία.
Eπέστη επιτέλους η στιγμή
να διαψεύσω τη δυσοίωνη πρόβλεψη
πως δεν μπορείς να πας
στο super market να δώσεις δύο
ποιήματα και να πάρεις
ένα κιλό φέτα.
Aφού δεν έχει απομείνει
άλλη καλοσύνη
για νʼ αγοράσω κεράσια.
* * *
Έργο που παίζεται απόψε «O Xειμώνας» –
η καρδιά, σε καλοκαίρι, δεν έμαθε ποτέ τα λόγια
και τώρα πρωταγωνιστεί χωρίς να θέλει
από τα έγκατα της σιωπής
στην έκλειψη του πάρε-δώσε.
Mολύβι ξάφνου ο ουρανός
– δε γράφει όμως·
μόνο σβήνει.
* * *
Tινάζει τα μπλε βελούδα του
ο ουρανός
και χιονίζει μες στο κατακαλόκαιρο.
Aστέρια!
Tώρα που τα κοιτάς
έχουν ήδη πάψει να υπάρχουν.
Mόνο ο ταπεινός αξιώνεται
την περηφάνια·
επειδή την αγνοεί.
Άνοιξα το παιδικό δωμάτιο
για να το καταλάβω.
* * *
O Aγαμέμνονας μες στο λουτρό εφονεύθη;
Για τον Mαρά, είμαστε σίγουροι
υπάρχει η απεικόνιση της Iστορίας:
το αίμα νερό δεν γίνεται!
Kαι ο καιρός μαινόμενος στη μνήμη
των μνημάτων – υπομνημάτων
ατελών η τροχιά στις φάσεις της σελήνης.
Eναπόκειται, φορές, στους κεκοιμημένους
να μας αφυπνίσουν.
* * *
Tσιμπολογάνε τα σπουργίτια τη σκιά μου
πάνω στο αφυπνιζόμενο γρασίδι: άνοιξη!
Kαι η δική μου αλήθεια ακόμα ναρκωμένη.
Tην ενοχή του κοιμίζει ο βολεμένος
όπου στον διψασμένο δεν δίνει
ούτε μια κουταλιά νερό.
Aπό φροντίδα τάχα μην τον πνίξει.
* * *
Aφότου θέλησα να πιω νερό
– μπερδεύοντας τα νέφη
με τις στέρνες – στα όρια
της αντοχής του το εύφορο μηδέν
πίσω από τη μυστική Eντροπία
οχυρωμένο.
Tο ρήμα της δίψας
έχει μόνο ενεστώτα:
ξαγρυπνώ.










Ανεπιτήδευτη, ειλικρινής, βαθειά μελετημένη ποίηση. Μου άρεσε πολύ.
To ‘βάθος’ είναι πάντα… σχετικό. (Άλλα ‘μεγέθη’ μπορούν άνετα να με στείλουν στον… πάτο!…;)
Χαίρομαι που ευχαριστήθηκες την ανάγνωση των ταπεινών μου – σ’ ευχαριστώ για τον χρόνο σου, Ellinida! 🙂
“Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου”
Κι αν θα τολμούσα να παραφράσω τον Εμπειρίκο λέγοντας πως είναι και ανάμνησις στίλβοντος ποδηλάτου, τότε αυτό το ποδήλατο θα το δω σαν σύμβολο σύνδεσης με την παλιά χαμένη παιδική μας ηλικία κι όσα αυτή θα συμβόλιζε. Λύπη που έτσι θα απομακρύνεται, μα και άλλα -τόσα πολλά- στον καμβά της ήδη υπάρχουσας μελαγχολίας, την τρυφερότητα, την γλυκύτητα, την αποδοχή, την παραδοχή, μα και την αξιοπρέπεια, όλα αυτά κι άλλα τόσα αξιοπρόσεκτα υπάρχουν σαν χρώματα στο λιβάδι της ποίησης της Νανάς Τσόγκα. Λιβάδι με χρώματα σπαρμένα ανθών, να το διασχίζει έτσι το ποδήλατο αυτό, το στίλβον, λαμπερό του βλέμματός της στον περιβάλλοντα κόσμο, στην ζωή. Σαν το κορίτσι στο εξώφυλλο του μυθιστορήματός της (να πω, να τολμήσω να πω πως ακόμα μια ποιητική συλλογή -η 5η της- θα μπορούσε να είναι το μυθιστόρημά της ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ανα-ΒΟΛΗ, τόσο ρέει), έτοιμο και εαρινό εσαεί που θέλει εκεί στους τόπους αυτούς των χρωμάτων να βρίσκεται (για να συλλέγει αρώματα για τους στίχους της) Το τρυφερό ετούτο βλέμμα, παραδομένο μέσα σε νατουραλιστικές περιγραφές και πλείστες παρομοιώσεις και μεταφορές, εξέχουσας ομορφιάς:
Σαν παπαρούνα στον βοριά
φυλλορροεί παράπονο
Το βλέμμα της μας χαρίζει όλα αυτά που εμείς οι απλοί άλλοι προσπερνάμε κι όμως εκείνη εστίασε, και μετά καρφίτσωσε τα όσα διέκρινε (συχνά τονίζοντάς τα με παρηχήσεις λέξεων και λογοπαίγνια ελκυστικά, καμία λέξη δεν της διαφεύγει, ανασύρει πάντα τον “καθρέφτη” της), σε έναν στίχο, σε μια φράση, σε ένα ποίημα. Πάντα με την διορατικότητά της διέκρινε, και με την τρυφερότητά της απέδωσε:
Καληνύχτα κι απόψε
πάλι δεν θα συναντηθούμε-
εσύ κοιμάσαι με τη σιγουριά
εγώ ξαγρυπνώ δίπλα στην αμφιβολία
γιατί όλο ξεσκεπάζεται
κι έχω να τη φροντίζω
[το ανοίκειον κέλυφος, σελ. 55]
Άμμο χρειάζεται η έρημος
και η ερήμωση άπειρους
κόκκους απουσίας -εκεί
λουφάζει η αλαζών
αυτοπεποίθηση της επανάληψης
με την υπομονή της τυμβωρύχου θλίψεως
που δεν μιλά αλλά – υπάκουα εργατική
– κοσμία επιδεικνύει διαγωγή
στην υπονόμευση της αιθρίας
[η είλη της ύλης, σελ 70]
Να μην παραθέσω άλλα και γεμίσω τον χώρο ενός και μόνον σχολίου. Κι είναι ήδη διαλεχτά τα όσα εδώ αναφέρονται.
Αλλά η ποίησή της είναι από εκείνες που τις διαβάζεις στο χαρτί, (το γνώριμο κι αναντικατάστατο τόπο που η ανάγνωση μεθά να προσηλώνεται), έπειτα κλείνεις το βιβλίο και ταξιδεύεις μαγεμένος στην αύρα αυτού που διάβασες…
Τιμή μας όσοι την Νανά Τσόγκα γνωρίσαμε από άλλους διαδικτυακούς τόπους όπου δεν δίστασε -μια και η ταπεινοφροσύνη την στολίζει- να δοκιμάσει την πένα της. Ενώ καθόλου δεν χρειάζεται τέτοια γυμνάσια, διότι η Νανά είναι ήδη Ποιήτρια. Και διδάσκει όχι μόνον πώς γράφουν ποιήματα που μένουν στο μυαλό θροΐζοντας σαν θαλερά φυλλαράκια καθώς τα κινεί φιλόστοργο το αεράκι της μνήμης, μα και το πώς συμπεριφέρεται ο αξιόλογος, ο αληθινά ξεχωριστός, στους άλλους. Το ήθος της, την ευγένεια της ψυχής της, την αξιοπρέπειά της, την καταδεκτικότητά της, την φιλοξενία της στην ιστοσελίδα της, η Νανά Τσόγκα διδάσκει μόνον με το να την παρατηρείς.
Και φυσικά, πάντα γράφει. Ποιήματα.
Η ποίηση της Νανάς φέρει τη θεατρικότητα φωνής φθινοπώρου
που απαγγέλει στο τέλος του απογεύματος
τις αποχρώσεις του οικείου μωβ
Πρέπει να έχεις δύναμη
για να σηκώσεις και να χτυπήσεις το ρόπτρο
της ποιητικής της εξώθυρας
Θα σου ανοίξει…
Ακιδωτή με τις αιχμηρές απολήξεις με βελούδινη ένδυση η ποίηση της Νανάς Τσόγκα χαράσσει ανεπούλωτους δρόμους
Ignis, Γιώργο, Monody, Meril
υπόκλιση εκ βαθέων* στους άγνωστους φίλους που με
τιμούν με την ανάγνωση των σκιαγραφημάτων μου…
στης καρδιάς τα φύλλα φυλαχτό κρατώ τα αρώματά σας
και τη χαρά να ταξιδεύω με τα σαγηνευτικά ιστία σας
θερμότατες ευχαριστίες – ευγνωμοσύνη
η …κόκκος άμμου, ν. τ.
*αν και βαθύτατα γνωρίζω πως είναι δώρα που δεν τα αξίζω 😉
αν σου θυμιζει κατι το ονομα μου,
παρακαλλω επικοινωνησε μαζυ μου
δημητρης απο παλια