de-chirico-the-disturbing-muses.jpg

ΕΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ

Πριν το τέλος,
θα λάμπουν τα μάτια.
Τα μάτια θα λαμπυρίζουν
πριν το τέλος.
Σα βουρκωμένα θα ʽναι τα μάτια,
καλωσορίζοντας,
αθώα κʼ αβοήθητα,
το τέλος.

ΜΙΑ ΛΕΞΗ

Η ομορφιά του χώματος
απλώθηκε σα σκόνη
πάνω στα παλιά έπιπλα.
Ζωγραφίζω καθαρίζοντας.
Αφαιρώ το βάθος
φτάνοντας στο χάδι.
Σχηματίζω σύνορα
σχηματίζω γέφυρες.
Σχηματίζω
την ίδια πάντα
λέξη.
Αυτή η ομορφιά
ίσως προκαλέσει
αλλεργία.

ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΟΣ

Ο κύκλωπας
έκλεισε το μάτι.
Ο κύκλωπας
μας έκλεισε το μάτι.
Θα φύγουμε απο τη σπηλιά
σα πρόβατα.

ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ

Πάταγος.
Γκρεμίζονται οι τελευταίοι κάμποι.
Ανεγείρονται οι τελειωτικές
σκιές.

Περιπλανιέμαι στην πόλη,
με το χέρι ακηδεμόνευτο
σφιχτά να κρατιέται
στον αέρα.

ΔΕΙΛΙΝΟ

Ο ίσκιος μάκραινε
σαν έρημος δρόμος.
Εγώ, κάποιος άγνωστος
στεκόταν μακριά
κρατώντας στα χείλη του
τη στιγμή.

(Φύσαγε δυνατά
παράξενη συντροφιά
ο αέρας
και ξαφνικά
σταμάτησε).

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Τα χέρια σου
λάμπουν
σαν άστρα.
Τώρα εννοείς
την τάξη τʼ ουρανού.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Εμείς,
Άδειος πόνος,
αμίλητος
σαν την καρδιά του κόσμου.
Στην απόσταση της σκιάς
η απάντηση
ατελείωτη.
ΕΝΩΣΗ

…και ο άνθρωπος γονάτισε να ξαποστάσει
όπως τα λουλούδια μέσα στην πνοή του χειμώνα.
Και ήταν ντυμένος πυλό ασημένιο
όπως ένας παράξενος μετεωρίτης
που έπεσε στη γη να ξαποστάσει.

Μια επιθυμία χωρίς πρόσωπο
Μια επιθυμία αθάνατη
τον βασάνιζε στα μάτια
μια επιθυμία χωρίς επιθυμία.

και βυθίστηκε ο άνθρωπος μέσα στο χώμα.

Τότε άρχισε να βρέχει
αυτή η διάφανη βροχή
της άγνοιας.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ασίγαστο
λησμονημένο πρόσωπο
κάποτε ζέσταινες
σαν αυγουστιάτικο μεσημέρι.
Μέσα στην ηδονική αμμουδιά
δυο κόκκοι λαμπεροί
σαν κρύσταλλα
καθρέφτιζαν το βλέμμα σου.

Με χάιδευες
καθώς σε χάιδευα.
Μυστικά
κρυφά
ως τη δροσιά
ως την υγρασία.

ΜΕΙΔΙΑΜΑ

Αλήθεια,
με θέλεις,
με κοροιδεύεις,
ή με ντρέπεσαι;
Μαγεία.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Έχει πανσέληνο απόψε.

Δεν ξέρω πού είσαι.
Δεν ξέρω πώς είσαι.
Δεν ξέρω αν είσαι.
Ξέρω μόνο πως θα σε βρω.

Έχει πανσέληνο απόψε.
Τα νυχτολούλουδα ανοίγουν.

ΤΟ ΚΑΡΟΤΟ

Είμαι πάνω σʼ ένα τεμπέλη γάιδαρο.
Θυμήθηκα τη γνωστή ιστορία.

Έδεσα καρότο στην άκρη σκοινιού
και το σκοινί στην άκρη καλαμιού
που κρατάω.

Έτσι ο γάιδαρος, περπατώντας,
πιστεύει πως θα φτάσει το καρότο.
Έτσι εγώ, κρατώντας το καλάμι,
πιστεύω πως θα φτάσω σπίτι.

Ίσως όμως
υπάρχει και άλλος τρόπος
καλύτερος.

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Απλό μου σύννεφο
μίλησέ μου
για το χρυσό καταρράχτη.

Απλό μου δέντρο
μίλησέ μου
για το λασπωμένο μονοπάτι.

Απλέ μου ορίζοντα
πες μου
για το τέλος του δρόμου.

Πες μου
για το παιδί
που στέκεται πίσω
απο το χρυσό καταρράχτη.

ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

Ναι, κάπου σε ξέρω.

Το σκοτάδι δεν υπάρχει.
Μόνο τα μάτια μου είναι κλειστά.
Δεν μπορώ να τʼ ανοίξω.

Ναι, κάπου σε ξέρω.

Θυμάσαι;
Κάποτε σου έδειξα
την παλάμη μου
για να δεις ποιόν έχω σκοτώσει.

Θυμάσαι;
Μου χαμογέλασες.
Μια σταγόνα βροχής
έπεσε σαν απάντηση
και τα ξέπλυνε όλα.

(Μικρό βιογραφικό του Νίκου Ράπτη, εδώ, κατά την πρώτη του εμφάνιση στο “ποιείν)