ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ, Τ Α Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α, (1962-2002), εκδόσεις Δόμος

loukas-kousoulas.jpg

Σε κάθε Θρίαμβο
είμαι παρών˙ ανάμεσα
στους αιχμαλώτους.

Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η ζωγραφιά του κόσμου,
όπως και πάσα εξάλλου ζωγραφιά,
δεν είναι να βλέπεται
από κοντά.

Από κοντά, αχ,
σύγχυση μόνο είναι όλα
και σκοτεινιά.

Η ζωγραφιά του κόσμου,
παρά κάθε άλλη αυτή,
χρειάζεται απόσταση
να φανεί.

Χρειάζεται απόσταση, αλίμονο,
την κανονική
και που να βρεθεί.

Πού να βρεθεί που
εμπρός είναι το
βαθύ και πίσω
το ρέμα…

ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

…………………………………………………….
Τότε
–ήταν ακόμα καιρός–
κατέβηκε το φεγγάρι.
Φτερούγισε πάνω μου
σα να σημάδευε
το Δάχτυλο του Θεού.
Μου χάρισε μια λιγοστή
ζωή˙ όση αναπνέει
στα κοιμισμένα χρώματα,
στʼ αναπαυμένα δέντρα.
Μια ζωή στην ένταση του ονείρου
ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Καλοκαίρι μου
που είχα συνηθίσει το ρούχο σου
κι είχα τη θερμοκρασία σου στο κορμί μου,
είναι μακριά κιόλας το ακρογιάλι σου
και οι τελευταίοι μου φίλοι.
Παραδίνομαι, αντιστέκομαι
— είναι αργά πια˙ γλιστρά
το φθινόπωρο πάνω μου
τη μεγάλη του σκιά.
Κι είναι άβολες οι μικρές μέρες
σαν την καινούργια μου
φορεσιά,
κι όμορφες πάλι
και παράξενες
σαν τ΄ άγνωστα που αρμενίζουμε
νερά.

Κισμέτι δια να ιδώ τʼ αστεράκι
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

α΄
Ώρα αιχμής στο λεωφορείο,
και τα συνοδευτικά,
οχλαγωγία ταλαιπωρία ναυτία,
στο φόρτε τους ως το μακρινό τέρμα μου…
Με το ένα πόδι κατεβασμένο, σχεδόν μετέωρος,
εδέησε να βρεθώ στην ακτίνα του: χαίρε
αστεράκι! Τι ευτυχία!

β΄
Δε μ΄ έφεραν στο αδιάφορο σπίτι
παρά συνηθισμένες
δοσοληψίες.
Χτύπησα μηχανικά το κουδούνι
και, ώ της μεταμορφώσεως!
την πόρτα μου άνοιξε
σπιτιού τώρα πια,
ναού ή τ΄ ουρανού! τ΄ αστεράκι!

γ΄
Όχι ότι τα μάτια μου χάθηκαν
για τον απέραντο κόσμο.
Πολλού γε και δει να καταφρονήσω
την αδελφική πρασινάδα
και τα πουλιά.
Καθένας όμως με το κισμέτι του.
Το δικό μου ήταν αυτό: να ιδώ
τ΄ αστεράκι!

δ΄
Κάποτε είναι αλήθεια
μʼ αδράχνει μι αβάσταχτη όρεξη
να το φάω!
Να το καταβροχθίσω ακέριο ή
-έχει το νου του φαίνεται ο Θεός-
να το μεταλάβω καλύτερα
ψίχουλο ψίχουλο.
Και το ανάλογο συχώριο εννοείται…

ε΄
Το είδα να προβαίνει σε κορυφή.
Να χορεύει σε σκιές
ανάμεσα και φώτα.
Το είδα νʼ ακουμπά
και να χάνεται σε νερά.
Αστεράκι όμως να κοκκινίζει – όχι, όχι!
καλύτερα,
να μην είχα αξιωθεί

στ΄
Μα όπου και να βρεθώ πια˙ στο
δρόμο για τη δουλειά, στα
σύννεφα με τη χαρά, για
ψώνια στην αγορά, με
το θάνατο στην καρδιά,
στην άκρη στη μέση απάνω κάτω,
κισμέτι πια: να ιδώ
τ΄ αστεράκι.

Αφού δεν ελπίζω…
Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ

α΄
Θα πρέπει να έχουν όλα τελειώσει.
Δε γίνεται να συνεχίζει κανένας
αφού δεν ελπίζει—εκτός αν
βάνοντας μπρος από την αρχή
τον κατάλογο των ρημάτων
βρεθεί πάλι κανένα
πρόθυμο να πάρει αυτό πάνω του
καμιά νέα περιπέτεια.
β΄
Τι θα λέγαμε λόγου χάρη
ακολουθώντας τον γνωστό συνειρμό
για το αναπνέω—αποκομμένο από το ελπίζω!
Εφόσον ας πούμε αναπνέω,
σε τίποτα ψηλώματα κατά προτίμηση,
στο αεράκι της πατρίδας,
στώμεν καλώς.

γ΄
Και με άλλα όμως ρήματα
όλο και κάτι γίνεται.
Ξυπνώ, πχ., ντύνομαι περπατώ
-εις το δάσος όταν ο λύκος, ή αλλού…
(Για νʼ αφήσω τα μεγάλα κανόνια,
θιαμαίνομαι νοιάζομαι λαχταρώ…)
Είναι δηλαδή πρώτο το ελπίζω,
θα κάμουμε όμως και χωρίς αυτό.

Εις το ερχόμενον, εάν μου φθάση η ζωή
και η τύχη μου δώσει αρκετήν ησυχίαν,
θέλω (…) προβάλειν στίχους.
ΚΑΛΒΟΣ, Επισημείωσις στις Ωδές

Και οι μεν στίχοι
δε φάνηκαν πουθενά..
Όσοι όμως δύνονται,
έξω από ποιήματα και διαβάζουν
τα σκοτεινά σχέδια μιας ζωής
που γέρασε χωρίς να λάβει αρκετή ησυχία,
φαντάζονται : τι φοβερό
βόδι μάγγωσε τη φωνή του.
……………………………………..

Ξανά οι φαντασίες.
Φαντασίες υποθέσεις και ρεμβασμοί.
Μην ήταν καλύτερα έτσι; Που έδωσε
μια κι έξω το δικό του ρεκόρ-τα δικά του
μέτρα για να κυριολεκτούμε-
κι απεσύρθη στην ώρα του; Μην πέτυχε
την αγαθή μερίδα, κανένα
καταφύγιο αφθόνητο ίσως…

Το κορφιάτικο αιώνος τέταρτον;
Ιόνιος Ακαδημία και νεολαία
-όπως πάντα η νεολαία- ο χολερικός ομότεχνος;
Στο Λάουθ ύστερα, σε ανεμοδαρμένα
τυχόν ύψη ή βάθη,
με τη Σαρλόττα Γουάνταμς παρέα…
Αποκλείεται άραγε η ειρήνη;

Ειρήνη του ποιητή…Γίνεται άραγε,
μπορεί δίχως τους στίχους;
Δε μοιάζει το αηδόνι, όταν
έχει περάσει ο καιρός του;
Προβαίνει στους θάμνους ζαβλακωμένο,
ατενίζει γύρω του το καλοκαίρι αλλά,
έξω από την άνοιξη,
έχει ξεχάσει τι πουλί είναι.

Ή το ασχημόπαπο καλή ώρα!
Χωρίς τον καθρέφτη της λίμνης
δε θα΄ χε μάθει ποτέ ούτε αυτό
τι πουλί είναι: ο ωραιότερος
κύκνος απ΄ όλους, ούτε ιδέα
γι΄ άσχημο ή κι ωραίο παπί!
Που θα είχε όμως απομείνει οριστικά
χωρίς κάποιον καθρέφτη.

Γιατί, τέλος,
αυτό φαίνεται είναι οι στίχοι: ένας
καθρέφτης πάνω απ΄ όλα.
Καθρέφτης από τη μοίρα
να φέρει στο φως τι πρόκειται˙ μαϊμού
αν είναι μαϊμού—εδώ
δεν έχει πέραση η απάτη- αγάλματα
αν είναι αγάλματα.
(Για την Ανθολόγηση : Γιώτα Αργυροπούλου)