Αέρας της αγάπης

Δεν τραγουδούσα-μίλαγα
δεν έκλαιγα-κοιτούσα
ώσπου με χτύπησε δριμύς
αέρας της αγάπης
κι ολόκληρο με τίναξε
σαν δέντρο ανθισμένο.
Ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες
να μυρίσουνε οι στράτες.
Ρίχνω τα πέταλα στη γη
να περπατάς ξυπόλητη
κι ο ίσκιος μου δένει καρπούς
που δε θα τρυγηθούνε,
αφού δε βρέθηκε κανείς
τον ίσκιο να τρυγήσει.
Εσωτερικές ειδήσεις
Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο
να ξέρω από πού φυσάει
ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει
τα ‘χω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα
μες το κενό και τη θολούρα σ’ αυτό τον τόπο
Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο
να πω το ναι να προχωρήσω
γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη
και παραπαίω ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
με ένα ίσως επενδύω
Σ’ αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο
από τη σκέψη του πλησίον
γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος
και δεν ακούει παρά μονάχα ό,τι θέλει
μ’ όλα τα δάχτυλα στο μέλι
σ’ αυτό τον τόπο
Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο
να πιάσω κέντρο επιτέλους
γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο
μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο
και προσπαθώ να τ’ αποφύγω
Σ’ αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο
και πάντα κάποιος άλλος φταίει
έχω προσέξει όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο
μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε
σ’ αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε
και θα μας γράψουν στα παλιά τους
εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους
με κάποιο τρόπο σ’ αυτό τον τόπο
Λιανοτράγουδο
Όταν στα μάτια σε κοιτώ
δε θέλω να τα κλείνεις,
γίνεσαι νύχτα βροχερή
κι απ’ έξω με αφήνεις.
Εγώ τον πόνο τον βαστώ
την πίκρα την αντέχω,
κλαίω γιατί σε ξέχασα
και όχι που δε σ’ έχω.
Τα μάτια τα ψιχαλιστά
βουρκώνουν μα δεν κλαίνε
και τα πολλά τους μυστικά
τα κρύβουν, δεν τα λένε.
Καλύτερα που δε μιλάς
τα λόγια μας ξεχνιούνται
όσα ποτέ δεν είπαμε
αυτά δε λησμονιούνται.
Τα μάτια σου τα καστανά
άλλα να μην κοιτάξουν
φοβάμαι μην ξενιτευτούν
και πάνε αλλού να κλάψουν.
Σημαδεμένος απ’την αγάπη
Σαν θαλασσάκι να κυματίσεις
και σαν αέρας να σηκωθείς,
να με ζαλίσεις, να με σκορπίσεις
και τη ζωή μου μη λυπηθείς.
Να γίνεις φλόγα να με δροσίσεις
και μεσημέρι να τυφλωθώ,
σημαδεμένος απ’την αγάπη
στα δυο σου μάτια να γκρεμιστώ.
Σαν άδειο σπίτι να με ανοίξεις
και τη σιωπή μου μη φοβηθείς,
το όνομά σου να ψιθυρίσεις
και στη δροσιά μου να κοιμηθείς.
Σαν ένα δέντρο να φτερουγίσω
σαν καταρράκτης να ξοδευτώ,
σημαδεμένος απ’την αγάπη
στα δυο σου μάτια να γκρεμιστώ.
Οι δρόμοι του Αρχάγγελου
Χρυσά φτερά, βυζαντινό μου βλέμμα,
αρχάγγελοι χορεύανε στο αίμα,
κι ένα τραγούδι μέσα στη φωνή μου,
μού γύρευε μιαν έξοδο κινδύνου.
Γιάννενα και Τρίπολη και Σύρα,
όμορφη σκονισμένη μου πορφύρα,
Χίος, Κεφαλλονιά και Μυτιλήνη,
μοίρα μου πελαγίσια Ρωμιοσύνη.
Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα,
τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα.
Τρελή φυλή που κλαίει και γελάει,
μ’έναν καημό κοιμάται και ξυπνάει,
να σπείρει τα πελάγη με σιτάρι,
για να θερίσει το μαργαριτάρι.
Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη,
ρίζα μου περηφάνεια Ψηλορείτη,
Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας,
φλέβα μου μυστική της Ιωνίας.
Η κάθοδος του ενός
Από πηγάδια τ’ ουρανού νερά μου δρόσιζαν το νου
και κάτω απ’ το πουκάμισο κεντούσαν τον παράδεισο
μετρώντας πύργους της ΔΕΗ χιλιόμετρα σαράβαλα
το νόημα του ταξιδιού σιγά σιγά κατάλαβα
Ο τόπος κοίταζε αλλού σαν να ζητούσε έλεος
σκύβαν τους ώμους τα βουνά και φύραινε το πέλαγος
μετρώντας πύργους της ΔΕΗ χιλιόμετρα σαράβαλα
στην πολιτεία έθαψα όσους νεκρούς κουβάλαγα
Από πηγάδια τ’ ουρανού νερά μου σκάβανε το νου
και κάτω απ’ το πουκάμισο βαθαίνανε την άβυσσο
Ο τόπος κοίταζε αλλού σαν να ζητούσε έλεος
σκύβαν τους ώμους τα βουνά και φύραινε το πέλαγος
μετρώντας πύργους της ΔΕΗ χιλιόμετρα σαράβαλα
στην πολιτεία έθαψα όσους νεκρούς κουβάλαγα










A! έχετε κέφια τελευταία! Σπύρο ευχαριστούμε που μας θύμισες αυτούς τους στίχους. Πάντα αγαπημένος ο Γκανάς -αν και προσωπικά επανέρχομαι συνέχεια στα “παράθυρα που κούρασεν η θέα”, αυτό δεν πρέπει να έχει μελοποιηθεί απ’ όσο ξέρω, αλλά μ’ αρέσει πολύ…
Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους.
Καλημέρα Σοφία. Έχει μελοποιηθεί από τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα στον ομότιτλο δίσκο του.
Πραγματικά έχετε κέφια. Να βάλω κι’εγώ ένα λιθαράκι;
Νυν και αεί
Πως αρχίζει ένα ποιήμα;
Θεούς μεν αιτώ των δ’απαλλαγήν πόνων
φρουράς ετείας μήκος, ην κοιμώμενος
στέγαις Ατρειδών άγκαθεν,κυνός δίκησν
άστρων κάτοιδα νυκτέρων ομήγυριν.
Ετσι.
Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρει
δροσιά στα σωθικά τα μαραμένα,
είναι νύχτα γλυκιά και το φεγγάρι
δεν βγαίνει να σκεπάσει άστρο κανένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι’ας δω κι’εγώ τη φύσι λίφο.
Θα μας δοθεί το χάρισμα κι’η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μιά μέρα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Υπνος ιερός λιονταρίσιος
του γυρισμού στην μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Θαμπός ο δρόμος το πρωί λαμπρός σαν ήχος
κίτρινων πνευστών το μεσημέρι.
Τ’αηδόνια δεν σ’αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.
Αοσμος κι’όμως πιάνεται
σαν άνθος από τα ρουθούνια
ο θάνατος.
Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Ναι, αλλά πως αρχίζει ένα ποιήμα σήμερα; Και πως τελειώνει;
Απορίας άξιον εστί, Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Καλημέρες!
όταν αναφέρεστε σε εμένα να βάζετε αυτός και όχι αυτό , και να με ρωτάτε στα ίσα μην βάζετε άλλους , ντροπή πια ούτε ένα επιχείρημα δεν έχετε εσείς οι γνώστες ..
πιστεύετε ότι τα ξέρετε όλα .. να κάνετε τεστ γνώσεων – γεύσεων και σκέψεων .
η καραμέλα έλιωσε μένουν μόνο τα σάλια σαλίγκαρων ..
ποιητής εγώ εαν είμαι αφήστε το αυτό δεν σας αφορά ειδικά εσάς ..
θα κριθώ στο χρόνο ..
αυτό ..
Να υποθέσω πως είστε ο Κλαίων του θρόνου?
Εγώ, αγαπητοί φίλοι τον Μιχάλη τον κατανοώ ως συλλογικό εκφραστή της ηπειρώτικης φτώχειας, και αυτό θέλω να εκφράσω με το κειμενάκι μου.
Χαίρομαι που σήμερα το βράδυ, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναδώ το Μιχάλη. Τελευταία φορά τον “είδαν τα μάτια μου” στο Βερολίνο. Θα πάω στην πόλη, στην Ηγουμενίτσα, όπου σήμερα το βράδυ έχει εκδήλωση προς τιμήν του. Στην ίδια πόλη, όπου κι΄εγώ μαθητής δημοτικού πρωτοέφαγα παγωτό κατά την αναγκαστική μας επίσκεψη (2-3 ώρες με τα πόδια απ΄τη Σκορπιώνα), προκειμένου να υποδεχτούμε τον βασιλιά Κωνσταντίνο στο περασμά του για την Κέρκυρα.
Μ’ όλο τον σεβασμό στο φίλο Δ.:
ερώτημα προ ςτον εαυτό μου πρώτα προς όλους κατόπιν:
νιώσαμε τη συντριβή αυτού του συστήματος που ύψωσε μέσα μας τους βασιλιάδες, τους παππάδες, τους λεφτάδες, τις καμινάδες, τους κερατάδες, στη θέση των εθνικών ευεργετών;
Πάντα σε καλό!
Η ποίηση ενθαρρύνει!
Ο Θεός ευλογεί την Ελλάδα [και προ πάντων την …Βόρεια Αμερική!].