
550
Η μέρα διψάει.
Η μέρα είναι κάκτος, διψάει χωρίς να μιλάει, απομακρύνει επίσης τα σύνεργα της αφής –πουθενά δε βρίσκεται
Ένα εγώ πνίγεται στα νερά του, καταποντίζεται σε ονειρικά τοπία.
Το πι το ρο το σί
Μάγμα των συλλαβών σε ηφαίστεια πεθαμένων ερώτων, λάβα-ουρανός-πλωτός, χωρίς κρατήρα.
Η μέρα διψάει κορφολογάει παθήματα
Το ρο το λι το λά
Ευπρέπεια
Πεθαίνει από δίψα αυτό το φως
Και το σκοτάδι απλώνει στα καρφιά την άλλη μέρα
Στο
Διαπασών
Το
διʼ ευχών
Διατελών ευχέτης του αύριο:
Να
Ναι
Φωτεινό, έστω και διψασμένο.
18-03-2005
548
Εκεχειρία βλάσφημου χειμώνα, που σπέρνει δις και παίρνει τρις το έχει αυτών που μένουν δίπλα σε ποτάμια.
Χιονίζει-πλημμυρίζει
Ακούει-σωπαίνει-τραγουδά-μοιρολογάει
χάρτης του αγέρα εξανεμίζεται
Χορταίνει ο ουρανός χωράφια που ξοδεύουν χώμα
Κλείνω τα μάτια.
Η ταχύτητα του ανέμου μʼ αντικρίζει με γνωρίζει
Κι εγώ σʼ απίθανο κενό προσπαθώ να χώσω τη μικρή γιορτή μου, Γιορτή. Σεντέφια, πανικοί, παραπετάσματα
καλύμματα και κλάματα
Κωδικοί πρόχειρου συνειρμού, τυχαίων επιδιώξεων.
Σʼ έζησα, χρόνε, εισχώρησα στην γερή σου κράση, αναποδογύρισα τα πεπραγμένα σου. Τώρα πενθώ
Περισσότερο από ποτέ.
Με πολλά πι,
Γράμμα φίλτατο, φαρσί, πέρσικα, φέρω περνώ, λυπάμαι, δίνομαι.
Στέκω στου ανέμου τη ζαλισμένη ανάσα
Ορίζοντα, τι σου ʽφταιξα, γυρνάς στα περασμένα και ξεσηκώνεις απαλά τη σκόνη του θανάτου
Τα κόκαλα μένουν κόκαλα. Η γη
Ένα τεράστιο κρανίο. Βγαίνω και μπαίνω και εισχωρώ στη διαδρομή.
Ποθώ κι ανοίγω το κορμί μου στα χέρια σου νύχτα, στα χέρια σου. Βασιλιάς σου όποιος πλανήτης απόψε, ξεχασμένος να φέγγει στην πιο πονεμένη μου αγάπη.
Φέξε καθώς ταξιδεύω στο μικρό του σκοτάδι, φέξε στο ρούχο που το κεντάνε φίλοι
Κι εγώ κι αν ξενυχτήσω, ξεπροβοδώ μονάχα. Δε σε ξέρω. Ποτέ δε θα σε μάθω. Θα σʼ αγαπώ στου ανέμου το σκοτάδι. Δίχως χρόνο
2005-03-09
552
Ό,τι κι αν πεις
Σήμερα ο θάνατος του Σαχτούρη
Ό, τι κι αν πεις,
Θα σε δεχτώ στο βάθος.
ένα πηγάδι στον κήπο, κοιτιέμαι κει σαν κανείς δε με κοιτά, πέφτω σαν κανείς δε με βλέπει
Χάνομαι κεί κάθε πρωί, γυρνώ τη νύχτα ξεστομίζοντας λέξεις των άλλων
Φοβάμαι πως δεν έχω πιάσει ακόμη την άκρη ανάμεσα σε σένα και τον άλλο σου καθρέφτη να καθρεφτίζομαι,
Σαν κορυφαίος αρουραίος
Που ξέρει πως τον περιμένει μοβόρος θάνατος.
Μοβόρος θάνατος και πρέπει να ειρηνέψω μαζί σου.
Με λάθη τα σωθικά μου γυροφέρνω, πού θα βρω εκείνη τη πρώτη κραυγή.
Σε ποια σπλάγχνα κρύφτηκε, σε ποιο στίχο την κατάπιε θάλασσα,
ποίημα-κραυγή,
τραγούδι-θάνατος
νοσταλγία-πατρίδα.
Τα παιδιά κοιμήθηκαν, μου είπες, έλα.
Έλα να σμίξουμε τα ανείπωτα, έλα.
Προχώρησα. Σʼ άνοιξα τα σκέλια. Μπήκες, κοίταξες, ξέρασες, βγήκες, έφυγες. Μʼ άφησες. Το αργύριο μιας συνεύρεσης.
Τόσο κάνει πόσα θες
Έτρεξα κι εγώ στο πηγάδι μου
Το θησαυρό σου να πετάξω για να γλυτώσω απʼ την επάρκεια,
Όχι, δε θα μου φτάσει καμιά σου πληρωμή
Πάντα θα θέλω τον κόμπο του λαιμού μου πίσω
Κοιμήθηκαν είπες τα παιδιά, βίβλος πυρός το πρόσωπό τους τους γέννησα χωρίς ντροπή μπροστά σου όλους.
Άδειασα λέξεις και αξιοπρέπεια
Αινίγματα και μυστικά πάνω σε φύλλα πράσινα που τρέμουν
Με κορμί που τρέφει έρωτα και φόβο και θάνατο και πόθο.
Όλα τα λόγια ίδια.
Όλοι οι ήχοι σα στριφτό τσιγάρο στο στόμα του κατάδικου
Σήμερα πέθανες
Και το τετράδιο το ʼχω χάσει, τώρα το είδα
Μήπως στο μυστικό πηγάδι μου, στο μυστικό μου δρόμο απομεινάρι έχει γίνει,
Για στάχτη, καθώς βγήκα βρεμένη από θάλασσα;
Ή μήπως δικιά σου στάχτη είμʼ εγώ
Δικιά σου στάχτη
Να ονειρευτώ
Να διεκδικήσω
Να ζήσω απαιτώντας να περπατήσω με την αγάπη σου. Η αγάπη σου γυμνή σαν πόρνη χωρίς συναισθήματα.
Εγώ ανύπαρκτη, εσύ καπνός από το τίποτα,
Έζησα,
Πόθησα
Διακορεύτηκα
Αγάπησα
Τέλειωσα.
Σου μιλώ τώρα, μʼ αγάπη καθάρια
Σα λαφίνα στην καθαρή πηγή,
Σαν έρημο παγώνι νεκρικού ψαλμού.
Δε θα τελειώσει λοιπόν αυτή η ανάσα;
2005-03-30
Σε έζησα. Γιʼ αυτό τώρα ουρλιάζω σα χαμένο αγρίμι στης ουτοπίας τη χώρα-κόκκινο χνάρι, πάνω στο χτες.
Λιώνω κι αφήνω το κέλυφος άδειο, λιώνω κι αφήνω το ένα σημάδι πάνω στην πληγή, το άλλο πάνω στο μαχαίρι, το τρίτο στην καρδιά.
καρδιά μου αρχόντισσα στον θάνατο μπροστά χορεύει
Και γδύνει ρυθμικά τα ρούχα, τα σκεπάσματα, τα γράμματα, τους ήχους…Απλώνει μες στη μουσική κορμί ερωτικό, ατόφιο, πονεμένο, ατόφιο, παιδικό. μια επανάπαυση στα ξύλινα χορτάρια.
Παίζω. Παίζεις;
Μα έζησα. Μια ευχή, -να μην έχεις ρήμα δίπλα μου.
Εσύ, ο άκαμπτος. Εσύ ο αέρινος.
Ένα εσύ που γράφω.
Γράφω στον άραφο χιτώνα σου, εφαρμόζω το βελόνι του στίχου στο ενθύμιο, σα δηλητήριο.
αποζητάω το κεντρί – θα φέρει του πόθου το θρονί στο αίμα του δρόμου. Και περπατώ, με τα κόκκινα χνάρια στο χτες, κλαίγοντας,
σαν το λύκο.Γ
λυκιά η μοναξιά του έρωτα, πικρή η αίσθησή του. Να σʼ ακουμπώ ανάρια, σα νεφέλωμα, να πέφτω σα βροχή πάνω στο ελεύθερο κορμί σου.
Νʼ αναζητώ το δρόμο σου και να τον ξέρω. Και γεννώ του πόθου το μικρό παιδί σου, και περπατώ μαζί του.
Κι ύστερα, νανουρίζω θάνατο με στίχους.
Εδώ λοιπόν.
Στη θλίψη επάνω, στάσου. Κι αγκάλιασε για μια φορά. Εμένα, για τους στίχους. Έγειρα κεί να κοιμηθώ, κι ο ύπνος έλουσε όνειρα το κλάμα.
Τώρα, κοιμάμαι πάνω στο κλάμα. Διψάω, πάνω στο χωριό του χειμώνα, στο δάσος μου, στης παρθενιάς μου την κρυφή φωτιά. Πάντα λουφάζω,
στη σκέψη σου.
2005-04-04
577
Η τελευταία φορά που σε κοίταξα:
Φορούσες μαύρα μάτια
Και διάβαζες ένα βιβλίο-ανησυχία, του πεσόα όχι, ήταν πιο ήπια η γραφή του.
Η γραφή του προχώραγε στους δρόμους με θηλυκά τακούνια χτυπώντας χαριτωμένα τα πλήκτρα της,
Λες και μου έγνεφε να φύγω μακριά, δεν ήξερα πια ποιος είσαι.
Είσαι κάποιος ή είσαι τίποτα.
Μάλλον τίποτα, γιατί πώς αλλιώς θα σε σκεφτόμουνα, με τα γράμματα συσσωρευμένα σαν καλώδια μπαταρίας και τις ανύπαρκτες ιδέες σου σαν ερινύες που Εγώ θα εκδικηθώ.
Κάθισα τότε έξω. Στο φως ενός τεράστιου ήλιου, και τον είδα, σαν επιστημονικό λαμπτήρα που φέγγει στο νεκροτομείο σου.
Νεκρό σε είδα, με τα μάτια καρφωμένα στο παραπέτασμα της φαντασίας, με την αγάπη σου κρεμασμένη σαν ψόφιο σκύλο στον παράδεισο, ξέρεις εσύ, πώς το λέω, ξέρεις.
Εγώ δεν ξέρω.
Ποιητές που σώζουν περιοδικά και ξέρουν πως ούτως ή άλλως έχουν πεθάνει, ξέρεις…Την κατηφόρα έχω πάρει. Μόνη μου, κανείς δε με σπρώχνει.
Την πόρτα έχω κλείσει εδώ και λίγα χρόνια, κανείς μαζί μου σʼ αυτή την κάθοδο. Σταθερά προχωράω, έτσι, ξέρω, πως δεν υπάρχεις.
Τα μάτια σου μόνο ώρες-ώρες σα φώτα, κι ας είναι μαύρα. Μαύρα της νοσταλγίας, μαύρα της απορίας, μαύρα της αποξένωσης, μαύρα της απελπισίας.
Τα συναισθήματα δικά μου είπαμε, κανενός άλλου. Μονάχη είμαι να κουβαλάω ό,τι εγώ, και κανένας άλλος, δεν έχει.
Κι απαγορεύω να μου μιλήσει κανένας. Γιʼ αυτό σε βάφτισα παιδί των πουλιών.
Δεν καπνίζω: ʽέχετε φωτιά;ʼ Θα πλέξω ένα κόμπο το σκοτάδι να το ρουφήξω σαν παρανάλωμα. Κι εκεί θα χορτάσω.
2006-03-05
Ο χάρτης
Χοντρό κορμί μες στο χειμώνα
Τις βέργες σου τις λυγερές να τις βαστάς με την πασχαλινή σελήνη και με γαλήνη να γερνάς
Σε είδα εκεί
Ρίζες
είδα τη μάνα μου
Ροζιές
τα χέρια του πατέρα
Το κουρσεμένο το δεντρί γυναίκα το είδα, πονεμένο και γυμνό, στο κρύο στην υπομονή, γλυκά γυμνό.
Τα δάκρυα του κοριτσιού,
Ασημιά φύλλα, ασημιά φύλλα-
κι ο καρπός,
πικρός, μικρός και ζωντανός
στο χρώμα και στο χώμα και στο βράχο να διχάζει: υπομονή για ηδονή; αγάπη, για ελπίδα;
Γεννήθηκα για σένα, γεννήθηκες να δώσεις.
Δέντρο ανοιχτό σαν τη γυναίκα της υπομονής μπρος στους χειμώνες.
Πικρή γυναίκα αλλόκοτη, που την αρμέγεις σιωπή και στάζει κόπο
Είσαι,
Σε είδα,
Κορμί που ο καιρός κεντάει με γηρατειά κάθε χειμώνα, κι ο ξυλοκόπος σε κεντρίζει, σαν άντρας που ξυλίζει…
Κι αυτή σωπαίνει, κι αυτή σωπαίνει
Και μες στο βράχο της διαβάζει τους ψαλμούς της και πενθεί για ένα καρπό που δε θα ρθεί, για τη σκιά που δεν υπάρχει.
Σε είδα σε είδα, την ελιά.
Το Σαμαρείτη, το κρασί, και την πληγή του ταξιδιώτη, εσύ κρατάς.
Σε είδα.
2006-04-09
590
Του συνέστησαν ανάπαυση γιατί τα νι είναι βιταμίνες στην υπόταξη.
Μια περίληψη του χτες ήταν η ζωή του.
Ένας φυματικός βήχας, ένας βήχας τσιγάρου, ένας ψαλτικός αντίλαλος, ένα ισοκράτημα απαλό σαν τίποτα. Μια ηχώ, υπαρξιακή.
Βαδίζω στις πολυθρόνες ανάμεσα, στην τεράστια αίθουσα αναμονής μου.
Κάθε πολυθρόνα μʼ απολιθώνει σʼ ένα ξένο κοίταγμα, έχει μάτια παντού, έχει μάτια δυνατά και κλειστά.
Του συνέστησαν ανάπαυση, κι αυτός υπάκουσε,
Έσυρε το ρολόι από την τσέπη, έφερε το χρόνο πίσω, και έζησε.
Τώρα κοιτάζει τα περισσεύματα του άρτου και της ζωφόρου. Σʼ ένα λονδρέζικο μαγαζί κουλτούρας, σε μια παράσταση πολιτισμού. Φοράει τα ρούχα
Του Έλιοτ, ντύνεται τη φλυαρία του σεφέρη καθώς γράφει, ανοίγει κονσέρβες στους πολιτοφύλακες των ιδανικών του, φοράει ζαρτιέρες στις γυναίκες που τον κοιτάζουν, έτσι νεκρό, στα βλέμματά τους να περιφέρεται.
Και δαγκώνει το σήμερα σα δηλητήριο
Και απαγχονίζεται.
2006-08-12
Ένα φάρμακο για την πτώση
Πρόσω
Ολοταχώς ο αξιωματικός εδήλωσε
Βιάστηκε η θάλασσα
Εμπρός στην τόση τάξη
Κομπάζουν τα καπέλα του στρατού στα βήματα του ανάπηρου με τα πολλά παράσημα
Τι ξέρεις εσύ που γράφεις από γενναιότητα
Ξέρεις μονάχα τα όπλα να παραδίδεις
Τα όπλα, τα εύσημα, τα καθεστώτα, τις σχολικές αίθουσες, τις διαμαρτυρίες με τις υπογραφές, τις υπογραφές, τις υποταγές, τα τσουλούφια της σκέψης
Όταν αυτή νομίζει ότι είναι λεύτερη
Μετά γκαστρώνει το τίποτα με την αγωνία σου
Δεν ξέρω αν σε φυλάνε για να μη φύγεις δε ξέρω αν σε φυλάνε για να μην αστοχήσεις, όταν στον κρόταφό σου στρέψεις το παιχνίδι.
Δένει το καράβι.
Έδεσε.
Έλεγξα τις μηχανές, την τροφοδοσία, το σχέδιο διαφυγής.
Πόρεψα τη μηχανή να βλέπει όσο πιο μακριά γίνεται, στο μηδαμινό, επαίσχυντο ορίζοντα που έχει χάσει κάθε νόημα,
κάθε νόημα! Πυροσβέστης στʼ όνειρο η γραφή.
Πυροσβέστης.
Το αύριο πεπροφητευμένο. Νεκρή και η προφητεία.
Αλλεπάλληλο το τίποτα πάνω μου, σε πόθησα, σε ζήτησα, έχασα.
Ένα μπρεχτ και μια αναπηρική παρακαλώ!
Τελευταίο τραπέζι.
Εσύ, τι γράφεις; Πάψε, πάψε, μην κλαις, σου όρισα μιαν ανθρώπινη στιγμή, ένα χαμόγελο, γλυκό θλιμμένο μου στεφάνι, μια συμπόνια.
Πάψε, πάψε, μην κλαις! Το καράβι πάγωσε, ο καπετάνιος κάθισε, τα συντρίμμια κατέγραψαν μόνα τους τη σκηνή σʼ ένα κατάλογο.
Σύνθημα: δελτίο καταστροφής και θυέλλης. Μια κόλλα χαρτί, ελένη.
2006-09-18
Κάμπος μʼ αρώματα κάμπος με χρώματα
Καραβοκύρης στʼ ανοιχτά ο δυόσμος,
Μου ψιλαφάει το πρόσωπο με τη δροσιά του. Ζητώ απʼ τʼ άστρα του να ζυμώσουν το δρόμο με τα χρώματα, μη βγω μονάχη σαν αγκίστρι να κυνηγώ νεκρές τις λείες.
Ζητώ απʼ τʼ αστράκι να μʼ ασημώσει το καλοκαιρινό διάβα του χειμώνα μου, ήσυχος ένας δρόμος, ξάστερος εμπρός μου.
Συνειρμικό τηλέφωνο η πύλη του αύριο
Εμπρός, ποιος είναι; Εσύ είσαι θάλασσα; Που θα με πας σήμερα; Θα ξαποστάσουν τα κύματά σου πάνω μου; Τι ώρα θα πεθάνω μαζί σου;
Συνειρμική μου θάλασσα, γλυκέ μου αμνέ χρωμάτων. Άδολα, άξαφνα, ανώφελα.
Ένα βλέμμα στο πουθενά βάφει αίματα τʼ όνειρο. Το μακελεύει στοργικά, σα τη μαμή το λώρο. Πνίγομαι σʼ αυτήν την εγκατάλειψη, σφίγγω τα δόντια δε μιλώ δεν αγρικώ τον πόνο. Ζητώ και ζω για να ημερεύω χωρίς τις νύχτες, τις άγριες νύχτες.
Βλέπω πουλιών ραμφίσματα μέσα στο φως που μʼ αγκαλιάζει,
Και κροταλίζει ασήμια το πρωί.
Περνώ ξανά τη δύναμη των ασημιών απʼ το ζεστό ψωμί σου, και σου χαϊδεύω, εγώ μου, τη ντροπή, ζεστοντυμένη αυτή μες στον ξηρό χειμώνα.
Εγώ σε πόθησα, μικρή βροχή, συζήτησα μαζί σου τα τοξικά πατήματα των στόχων. Θειάφι μυρίζει το αύριο. Θειάφι.
Καλοντυμένο αύριο, καλότυχο αγγελούδι, με τα γυμνά τα πόδια πεταρίζει στου αναστενάρη τον παλμό. Κανείς δε λέει. Ποια σημασία, ποια πατρίδα, ποια απόστροφο, ποιος λόγος.
Μηδαμινά όλα.
Στα ζήτησα να ζήσω,
Στα ζήτησα να υμνήσω το χρώμα το μοναδικό της έξαρσης. Της χώρας του ποτέ.
Σε ζήτησα σα χρέος να σε υπηρετώ, στην υψικάμινο των στόχων.
Θειάφι μυρίζει το αύριο.
Θειάφι καίει στο κάθε βήμα, αντίκρυ.
Ζητώ να σταθώ,
Όρθια.
2006-10-16
Ανιστόρητα βήματα θʼ αφήσω, δίχως παφλασμό.
Το τσάι σας κύριε, στο ξένο ποίημα.
Φόρεσα κάλτσες πολύ φίνες,
Δοκίμασα ποτά εξαιρετικά
Έδωσα το χέρι σε ξένους, καλό κατευόδιο, καλό κατευόδιο,
Βαριά, μου πέφτει κάθε διαταγή απʼ τ’ απροσπέλαστο.
Βαρύ κρόσι κάθε πράξη στο δρόμο μου.
Πέτρες και πέτρες, κι ακούσματα βαριά
Τις ρυτίδες του φθινοπώρου σου φέρνω σε πίνακα μαύρο, σε πινάκιο φακής, σε επί πίνακι κεφαλή, σπρώχνω τʼ αλέτρι στη θάλασσα, ζυμώνω αγέρα και μηδέν, φουρνίζω αναστεναγμούς και σκέψεις, ξεθάβω ανάσες που έσκαγαν, που κοίταζαν, ανάσες που αγαπούσαν.
Πάει κι η αγάπη,
Την έδιωξαν.
Την κοίταξαν με λόγια βαριά,
Την κοίταξαν σαν ξένη, ξένη
Η αγάπη, μαύρισε των ματιών το λευκό σαν μαυροπίνακας, κι έγραψε: ό,τι πεθαίνει γεννιέται ξανά.
Ξανά η μιζέρια κι η ζωή προχωράει. Το τσάι κι οι κάλτσες αυτού του χειμώνα θα ʽναι βαριά κι αυτά
Βαριά
Κι ηχούν
Κι εδώ
Πευκοβελόνες.
2006-10-24
Ανάσα ανάσα έγειρα στο ξεφτισμένο σου κεφάλι πάνω
Κι αγρίκησα της τρέλας το κυνήγι
Σα γέλιο, σαν πετράδι
Σαγήνη ένα γύρο η σκέψη,
Στρογγυλή, σαν το κρίμα
Σαγήνη
Ένα γέλιο-κενή πραμάτεια.
Ανάσα έγειρα στο άδειο σου το χάδι, σα θήκη.
Του Οδυσσέα το όπλο, το δόρυ, το μαχαίρι, το ξιφιό, τʼ αλλόκοτο σκοτάδι, πίσσα και θειάφι σκοτεινό, και πέτρα πυρωμένη
άμμος και γυαλί-κομματιασμένη σκέψη.
Ένα μάτι.
Πολύφημο, κανένα.
Ένα λογί.
Αδειάφορο, σα μνήμη
Και μνήμη
Ματωμένη σαν παρθένα. Για πάντα ματωμένη, ουρί του παραδείσου που δεν ξέρω.
Ανάσα η σκέψη, ανάσα η στέρξη κι η στοργή, ανάσα το όμορφο δρεπάνι του θανάτου.
Τώρα πια περπατώ μες στις στάχτες
Και στις σβηστές φωτιέςΣ
την άμμο του αγρού σου, καθώς ξερός ο Μάρτης, πολεμάει, μια το χειμώνα, μια το καλοκαίρι, και μια τα σωθικά του τα ξιπασμένα.
Ένα λουλούδι εδώ πετάει, το χιόνι τρώει το λουλούδι
Ένα λουλούδι λούζει την παρθένα στο κοίταγμα του αγροίκου.
Και σε πετώ,
Σαν τον αγροίκο
Και σε πετώ,
Σαν τον χωριάτη
Εγώ
Είμαι ξένη και είμαι Μήδεια.
έχασα μιαν έμπνευση που ήρθε τυχαία στη στάση του λεωφορείου
με πείραξε που δεν είχα πληκτρολόγιο
στη διάθεσή μου
μόνο ουρανό, κι αυτόν παγωμένο,
και δυσφορία, με ελιξήρια έμπνευση…
αγαπημένη μου πνοή,
μέχρι πού φτάνεις;
με δυσκολία μέχρι τα πνευμόνια
με δυσκολία τα μάτια μένουν ανοιχτά
σκαρφάλωσαν στον εξώστη τώρα
βάζουν σιγά-σιγά και με συνέπεια τραγική το σκάφανδρο της ήττας.
θα βουλιάξω σε λίγο, θα χαιρετήσω τα κλάσματα του άρτου και του χρόνου και του νερού και φως δευτερολέπτων
φως, δευτερολέπτων.
και μετά σκοτάδι.
τέλμα λογισμών. η αφή δε λειτουργεί και πάλι.
βλέπω έναν άγριο άντρα να μασάει τσίχλα σα σαρκοβόρο την ίδια τη ζωή του,
πουθενά δεν έχει ησυχία, ούτε στο βλέμμα του.
και βλέπω κι άλλον ψαρομάλλη γέρο
με χέρια σταυρωμένα και σωθικά νεκρά
λιωμένα κόκκαλα μέσα σε ρούχα
και στιλπνά συναισθήματα-σφραγίδες γύρω απ’τα μάτια.
σηκώθηκε ο ανύπαρκτος, φεύγει.
και το μετρό καράβι σε λίμνη.
ρούφηξε το σκοτάδι
και ο βρυχηθμός ρουφάει το σκοτάδι.
σήμερα μίλησα για σένα, άρη.
σ’ανάβω σα πρoσάναμα και καίω με λέξεις το παγερό σου βλέμμα.
ασπρίζεις
ψιθυρίζεις χαμούς και στολίδια στις μητρικές φριχτές μου αγκάλες.
κι εγώ, γράφω.
εγώ, γράφω
σύρε, φύγε.
σκοτάδι και πάγος και βάναυσος πάγος και υποταγή στου κόκκαλου το ψέμμα.
τι ναν’ αλήθεια τελικά, από τα λόγια;
πώς ν’ αποστάξεις την κρυφή και τελευταία επιθυμία; πώς να μεθύσεις μ’ αλήθεια
πώς να πλουτίσεις με τα πλουμίδια του ίσκιου;
πάγωσε ο χρόνος.
δίπλα μου μια συνανθρώπινη κυρία. αιώνες μόδας απάνω της. κατηφορίζει το βλέμμα μου σαν αναστεναγμός. δεν είδα, δεν άκουσα, δεν μπόρεσα. τώρα σ’ εγκαταλείπω. ένα “σε” που δεν έχω. ένα “σε” που κόβει.
κόβει το κρύο, μην ανησυχείς. σε λίγο τα λιβάδια θα πρασινίσουν. ξανάρθε το μετρό. ίδιο εποχή, καθώς την περιμένουν παιδιά.
τα λόγια βέβαια δεν ανθίζουν.
τα σωθικά λαγούμια μόνο αναπνέουν σιγαλά, σιγαλά, σα φαντάσματα.
*
Δεν έχει νόημα, αφού τα κείμενα είναι εδώ, να πω αν η Ελένη Κονδύλη είναι εγγράμματη, ή αν τυγχάνει πανεπιστημιακός, για να ανεβάσω το κύρος της. Με ένα μόνο βιβλίο στο ενεργητικό της δουλεύει ένα λόγο που βάζει όρους για μια συζήτηση περί «γυναικείας γραφής», με τους όρους που συζητήθηκε και συνεχίζει να συζητείται στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας. Η αλληλοεκτίμηση που έχουμε ο ένας για τον άλλο με βάζει στη δυσκολία του να μιλήσω όσο επαινετικά θα ήθελα. Δεν έχει νόημα όμως. Τα κείμενά της προσφέρονται και προσφέρουν μιαν απόλαυση που δύσκολα συναντάμε στα γραφόμενα του τελευταίου καιρού. Με αφομοιωμένη την περιρρέουσα της Εσπερίας, και στραμμένη χρόνια στη μελέτη του Αραβικού πολιτισμού, μας φέρνει ειδήσεις και από αυτή τη μεγάλη ποιητική παράδοση. Χωρίς ψευδαισθήσεις για τη μοίρα της ποίησης στον καιρό μας και με τη σεμνότητα και την ταπεινοσύνη του αληθινά μεμουσωμένου καταθέτει την ποιητική της μαρτυρία.










Αγαπημένη η Ελένη.
Πού χάρηκα πολύ που της προσφέρετε φιλοξενία σήμερα.
Αγαπητέ μου Αίολε, αν δεις και το ονοματάκι σου δεν θέλω να νομίσεις πως “φιλοξενείσαι”…Κρίνεσαι αγαπητέ μου πριν βγεις στον αέρα…
Το αντιλαμβάνομαι πως το “ποιείν” δεν έχει δώσει ακόμη το ακριβές του στίγμα…Μαζί σας πιστεύω κάποια στιγμή να το καταφέρει…Συγχωρείστε μας!
Με την καλή έννοια η φιλοξενία. Και κρίση ας είναι.
Μοναδικός σκοπός του παραπάνω ποστ είναι απλά μία χαρά που βλέπω γραπτά της Ελένης εδώ. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να περάσω κάτι άλλο κι αυτό φαντάζομαι γίνεται αντιληπτό.
Το σεβασμό και τους χαιρετισμούς μου.
Αγαπητέ Αίολε, γιατί χαίρεσαι, λοιπόν;
Kάνε λέξεις τη χαρά σου να μας την μεταλάβεις…
Φορούσα τον κόκκινο χιτώνα
Κρατούσα στο χέρι μου την πράσινη
φωσφορίζουσα πλωτή λάβα
Η αποτίμηση του τραγικού κινδύνου
Δοκίμασα το παρελθόν των οδυνών
θέαμα θανάτου ιλαρής προτεραιότητας…
Οι.. της Ελένης οι Αρχαίοι
_______________________
Στοχασμοί, απάτη μέσα στα σπήλαια
Ελεύθερη η επιθυμία, η πάλη άγρια
Φανταστικοί αγωγιάτες λιώνουν
στην ασπίδα της φρίκης
Στο αβατο των μυστηρίων οι..της Ελένης
οι αρχαίοι γύπες
Μαύροι εγκέφαλοι φυτρώνουν στο χώμα
Στο θερμοκήπιο του Ήλιου βλασταίνουν
με μπιχλιμπίδια καμουφλαρισμένοι
Και η ιέρεια του Ήλιου η Ελένη
Τενεκεδάκια χάρτινα κρατάει
με τρυφερή ευγνωμοσύνη
Γεμάτα με αστερόσκονη, καθάρειο θειάφι
Πουκάμισο αλλαξε Ελένη
πασαλειμμένο από το ίδιο σου το αίμα
Της πεθαμένης τραγικής γυναίκας
Βήματα τρομαγμένα ξεπερνούν το χρόνο
Στον εκμηδενισμό της ξεχασμένης ύπαρξής σου
Μπήξε μαχαίρι στην ανατριχίλα
φώναξε τόσο δυνατά
χόρτασε το χρόνο με το κορμί σου
Και ξύπνησε μακάρια
Στην αγκαλιά του Μορφέα της νιότης….